Δραστικές αλλαγές στον τρόπο στήριξης των αγροτών της αγροτικής παραγωγής και της υπαίθρου φέρνει η νέα ΚΑΠ, ενώ η χρηματοδότηση σε μεγάλο βαθμό βασίζεται και στον εθνικό σχεδιασμό. Τα κράτη-μέλη καλούνται να αποφασίσουν και να οργανώσουν σχέδια ώστε να αυξήσουν και τα κονδύλια που θα λάβουν, αλλά παράλληλα η χρηματοδότηση συνδέεται με συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα.
«Το τι πληρώνουμε με τα λεφτά που παίρνουμε και όχι τι θα θέλαμε να μας πληρώνουν». Με αυτή τη φράση ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτης Σχοινάς περιέγραψε την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Αγροτικής Πολιτικής, όπως διαμορφώνεται μέσα στους κανόνες του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που έχουν τεθεί. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον το ύψος των πόρων, αλλά η αποτελεσματικότητά τους, τόνισε μιλώντας χθες στην εκδήλωση για την έναρξη του εθνικού διαλόγου για τη διαμόρφωση της ελληνικής θέσης ενόψει της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της περιόδου 2028-2034. Χρειάζεται να αποκτήσουμε μια λογική που επικεντρώνεται όχι μόνο στην απορρόφηση των κονδυλίων, αλλά και στο πού πάνε αυτά τα κονδύλια και τι αποτελέσματα φέρνουν, σημείωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης στην ομιλία του. «Είναι μια δύσκολη συζήτηση, αλλά δεν μπορούμε πλέον να μην την κάνουμε, ειδικά όταν θέλουμε να στηρίξουμε ουσιαστικά πλέον την αγροτική παραγωγή στη χώρα μας», ανέφερε.
Πρότεινε να ξεφύγουμε από μια λογική διαχείρισης των επιδοτήσεων και να κάνουμε βήματα μπροστά: μεγαλύτερες και βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, διά βίου κατάρτιση των αγροτών, συνεργασία των αγροτών, αξιοποίηση γεωπόνων και κτηνιάτρων ως πραγματικών συμβούλων. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή με οργανωμένες παρεμβάσεις, πιο ανθεκτικές καλλιέργειες και μεθόδους παραγωγής, βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Ο κ. Χατζηδάκης εκτίμησε επίσης ότι οι διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028-2034, τμήμα του οποίου αποτελεί η ΚΑΠ, θα ολοκληρωθούν όταν η Ελλάδα θα έχει την προεδρία της Ε.Ε., δηλαδή στο τέλος του 2027.
Ο κ. Σχοινάς χαρακτήρισε την επερχόμενη διαπραγμάτευση «εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία, που εξελίσσεται σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές και γεωπολιτικό περιβάλλον». Υπογράμμισε την αξία της ευρείας συμμετοχής και της θεσμικής συνεργασίας στο στάδιο της διαβούλευσης έτσι ώστε να διαμορφωθούν οι εθνικές θέσεις. Μάλιστα ο κ. Σχοινάς προέταξε ως προτεραιότητα τη στήριξη νέων και νεοεισερχόμενων αγροτών με στόχο την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος στις αγροτικές περιοχές και τη δίκαιη στήριξη του εισοδήματος με έμφαση στις μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις.
Η χρηματοδότηση
Οσον αφορά τη χρηματοδότηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για την Ελλάδα, το προβλεπόμενο ποσό για την περίοδο ανέρχεται σε 14,639 δισ. ευρώ, έναντι 19,3 δισ. που ήταν την περίοδο 2021-2027. Η εικόνα όμως αυτή δεν αποτυπώνει πλήρως τα κονδύλια που θα κατευθυνθούν στη στήριξη των αγροτών, σημείωσε ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής Αντ. Φιλιππής μιλώντας στην εκδήλωση, προσθέτοντας ότι «υπό προϋποθέσεις μπορούμε να πετύχουμε ακόμα και την αύξηση της χρηματοδότησης πάνω από τα ποσά της τρέχουσας περιόδου». Ο κ. Φιλιππής εκτίμησε ότι στους αγρότες και στις αγροτικές περιοχές θα μπορούσαν να κατευθυνθούν επιπλέον κονδύλια που μπορούν να φτάσουν τα 93,73 δισ. ευρώ μέσω των προγραμμάτων που θα προβλέπονται στο Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης το οποίο θα συντάξει η Ελλάδα, αλλά και μέσω των συνεργειών από άλλα χρηματοδοτικά προγράμματα.
Το στρατηγικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα κατά την εκπόνηση του εθνικού σχεδίου για τη νέα ΚΑΠ είναι «ποιο είναι το κατάλληλο μείγμα κατανομής των πόρων μεταξύ επιδοτήσεων και επενδύσεων», τόνισε η Αργ. Ζέρβα, γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. «Οι άμεσες ενισχύσεις παραμένουν το δίχτυ ασφαλείας, όμως δεν θα λειτουργούν ως μόνιμο υποκατάστατο του εισοδήματος, αλλά συμπληρωματικά, ώστε το εισόδημα να στηρίζεται κυρίως στην παραγωγή».
Η κ. Ζέρβα παρουσιάζοντας τους στόχους που θα υπηρετεί το εθνικό σχέδιο σημείωσε το ζήτημα της ανανέωσης των γενεών, της ενίσχυσης των δράσεων που αφορούν το κλίμα και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την προστασία των φυσικών πόρων και τη θωράκιση των παραγωγών απέναντι σε κινδύνους και κρίσεις και τη στήριξη και ανάπτυξη ορεινών και μειονεκτικών και νησιωτικών περιοχών.

