Το σχέδιο για τον αποκλεισμό των ανηλίκων από τα κοινωνικά δίκτυα ετοιμαζόταν εδώ και καιρό. Η κυβέρνηση ζύγιζε τα «πειράματα» που έχουν επιχειρήσει άλλα κράτη. Η κοινή γνώμη εμφανιζόταν έτοιμη για το μέτρο (80% αποδοχή σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO). Το ερώτημα όμως παραμένει: Μπορεί η απαγόρευση να εφαρμοστεί στην πράξη; Μπορεί να αποδώσει; Τι δείχνει η εμπειρία από άλλα κράτη όπου ήδη έχει τεθεί σε ισχύ;
Την Τετάρτη ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα απαγορευθεί η πρόσβαση στα social media (Facebook, Instagram, TikTok, Snapchat) σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών (γεννημένους από 1/1/2012). Στην Αυστραλία, το μέτρο εφαρμόζεται από τον Δεκέμβριο του 2025. Η αυστραλιανή Αρχή για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο (eSafety Commissioner) αποκάλυψε σε πρόσφατη έκθεσή της (Μάρτιος του 2026) ότι παρά το πρώτο μαζικό κλείσιμο 4,7 εκατομμυρίων λογαριασμών τις πρώτες ημέρες, σήμερα, επτά στα δέκα παιδιά από αυτά που είχαν ήδη social media βρήκαν τρόπους να παρακάμψουν την απαγόρευση και να παραμείνουν κανονικά στις πλατφόρμες (69,3% στο TikTok, 69,1% στο Instagram). Ταυτόχρονα, η έκθεση αναφέρει ότι δεν υπήρξε καμία μείωση στα περιστατικά cyberbullying παρά τη νομοθεσία.
Το Kids Wallet
Για αυτόν τον λόγο, η Ελλάδα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα επιπλέον δίχτυ προστασίας: το Kids Wallet. Να δώσει, δηλαδή, ένα νέο εργαλείο στις πλατφόρμες προκειμένου να μπορούν να ελέγχουν αποτελεσματικά την ηλικία των χρηστών, όπου αυτό δεν είναι εφικτό από τους αλγορίθμους τους. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα που θα προσφέρει αυτή τη δυνατότητα. Ο γονιός θα έχει έτσι την ευθύνη να επιβεβαιώνει την ηλικία των παιδιών του και αυτομάτως το σύστημα θα «κλείνει» την πόρτα στους κάτω των 15.
Παρά τις προσδοκίες, οι ειδικοί παραμένουν επιφυλακτικοί. Ο καθηγητής Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου (TUM) Γιάννης Θεοχάρης επισημαίνει ότι «το μέτρο αυτό είναι οριζόντιο, ενώ το πρόβλημα είναι κάθετο. Πιάνονται οι πάντες, ενώ τελικά αυτοί που αντιμετωπίζουν πρόβλημα είναι ορισμένα άτομα που κάνουν μια πάρα πολύ συγκεκριμένη χρήση. Οχι η πλειονότητα. Ως πατέρας, νομίζω ότι το μέτρο είναι δικαιολογημένο. Ως επιστήμονας, αμφιβάλλω αν η εφαρμογή του θα λειτουργήσει. Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι για να παρακαμφθεί το identification (ο έλεγχος ταυτότητας) π.χ. μέσω VPN».
«Σκοτεινές» πλατφόρμες – «Υπάρχει η πιθανότητα τα παιδιά να οδηγηθούν σε πλατφόρμες οι οποίες έχουν αρκετά λιγότερο έλεγχο και στις οποίες καραδοκούν πολύ μεγαλύτεροι κίνδυνοι», επισημαίνει ο καθηγητής Ψηφιακής Διακυβέρνησης Γιάννης Θεοχάρης.
Ταυτόχρονα, ο κ. Θεοχάρης υποστηρίζει ότι οι μέχρι στιγμής έρευνες αναφορικά με τις επιπτώσεις των social media στην ψυχική υγεία των νέων είναι πολύ λίγες και όχι ολοκληρωμένες. «Δεν μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα πως υπάρχει αιτιακή σχέση μεταξύ αυτών των δύο παραμέτρων», υπογραμμίζει.
Υπάρχει ακόμη ένας επιπλέον σοβαρός κίνδυνος. Τα παιδιά μπορεί να «μεταναστεύσουν» σε πλατφόρμες λιγότερο ασφαλείς. Για να λύσει το πρόβλημα αυτό, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι η λίστα με τις «απαγορευμένες» πλατφόρμες είναι δυναμική. Θα υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα να προσαρμοστεί και να επεκταθεί ανά πάσα στιγμή. Καθημερινά, όμως, δημιουργείται πληθώρα εφαρμογών. Ενδεικτικό είναι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν γύρω στα δύο εκατομμύρια εφαρμογές στο Google Play και άλλες τόσες στο App Store, κάτι που κάνει τη διαδικασία ελέγχου πολύ δύσκολη.
Αυτόν τον προβληματισμό υιοθετεί και ο κ. Θεοχάρης: «Ακόμη και αν πετύχει τεχνικά το μέτρο, υπάρχει η πιθανότητα τα παιδιά να οδηγηθούν σε πλατφόρμες οι οποίες έχουν αρκετά λιγότερο έλεγχο και στις οποίες καραδοκούν πολύ μεγαλύτεροι κίνδυνοι. Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα προτιμούσα ένα παιδί να βρίσκεται στη Meta ή στο TikTok, όπου υπάρχει μία προσπάθεια να γίνει ρύθμιση περιεχομένου, από το να είναι σε ένα μέρος το οποίο είναι “Αγρια Δύση” και μπορεί να συναντήσει οτιδήποτε. Στην έρευνά μου μελετάω σκοτεινούς χώρους (“εναλλακτικά” social media) όπως το 4chan ή το Gab, όπου δεν υπάρχει κανένας έλεγχος περιεχομένου και ο εξτρεμισμός είναι καθημερινότητα», σχολιάζει ο ίδιος.
Οι άγνωστοι αλγόριθμοι – «Η τοξικότητα και η παραπληροφόρηση είναι πρόβλημα των λίγων, το οποίο γίνεται πρόβλημα των πολλών λόγω των αλγορίθμων. Εκεί πρέπει να στοχεύουμε, αλλά, δυστυχώς, οι εταιρείες δεν μας δίνουν πλήρη δεδομένα για έρευνα».
Η συζήτηση, πάντως, δεν έχει μόνο τεχνική ή ψυχολογική διάσταση, αλλά αγγίζει και τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών, όπως πολλοί υποστηρίζουν στον δημόσιο διάλογο. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Μάικλ Ο’ Φλάχερτι. Ο ίδιος θεωρεί ότι η απαγόρευση θα πρέπει να επιβληθεί μόνο ως ύστατο μέτρο, αφού έχει προηγηθεί μια σειρά από άλλα πιο στοχευμένα βήματα.
Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας τις καθολικές απαγορεύσεις ως μέτρο που δεν είναι «ούτε αναλογικό ούτε απαραίτητο». Σύμφωνα με τον Ο’ Φλάχερτι, η πρόσβαση στο Διαδίκτυο αποτελεί ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς ένα παιδί έχει το δικαίωμα να αναζητεί και να λαμβάνει πληροφορίες όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης.
Ενοχος ο αλγόριθμος
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο κ. Θεοχάρης, ο οποίος εξηγεί πως υπάρχουν και πιο στοχευμένα μέτρα, που θα μπορούσαν να «χτυπήσουν» πραγματικά το πρόβλημα προκειμένου να προστατευτούν οι ανήλικοι χρήστες από τη διαδικτυακή εξάρτηση. «Είναι σαν να κόβεις το χέρι ή το πόδι. Το μέτρο είναι πάρα πολύ ισχυρό», τονίζει.
«Η τοξικότητα και η παραπληροφόρηση είναι πρόβλημα των λίγων, το οποίο γίνεται πρόβλημα των πολλών λόγω των αλγορίθμων. Εκεί πρέπει να στοχεύουμε, αλλά, δυστυχώς, υπάρχει βαριά ομίχλη για το πώς είναι κατασκευασμένοι οι αλγόριθμοι. Οι εταιρείες δεν μας δίνουν πλήρη δεδομένα για έρευνα, γι’ αυτό και η αβεβαιότητα είναι μεγάλη. Κατανοώ όμως γιατί οι γονείς και οι πολιτικοί προτείνουν την απαγόρευση».

