Το άτομο που μας οδηγεί με το ταξί του στο πρώτο «νυκτόβιο πλάσμα» που θα συναντήσουμε προετοιμάζεται για τη δική του ολονυχτία. Το ταξί θα φιλοξενήσει μέχρι το ξημέρωμα κι άλλους ξενύχτηδες – ευδιάθετους από την αλκοολική παραζάλη ή απογοητευμένους από την έκβαση της βραδιάς. Μόλις η βάρδια τελειώσει, ο οδηγός θα επιστρέψει σπίτι. Μόνο που το συγκεκριμένο Σάββατο, όταν ο ήλιος ανατείλει, θα πρέπει να παρασκευάσει τα κόλλυβα για το μνημόσυνο αγαπημένου προσώπου.
Βράδυ 1ο. Στην εφημερία
Μόνο για ν’ ακούσεις «ευχαριστώ, γιατρέ»
Κάποιες από τις λίγες χαλαρές στιγμές στη διάρκεια της 36ωρης εφημερίας του, ο ειδικευόμενος νευρολόγος Βαγγέλης Παναγιωτόπουλος κοιτάει από το παράθυρο του Ερυθρού Σταυρού και σκέφτεται πώς άραγε θα κυλάει εκείνη τη στιγμή η ζωή έξω από τους πνιγηρούς διαδρόμους του νοσοκομείου: τα στέκια, τους φίλους, τους ανθρώπους που έχουν το προνόμιο να κοιμούνται. «Νιώθεις μια απίστευτη ηρεμία, μια γαλήνη. Μέχρι να επιστρέψεις πάλι στα καθήκοντά σου», λέει.
Είναι 28 ετών, αλλά μιλάει σαν παλιός. Από μικρός ήθελε να γίνει γιατρός, οπότε σταδιακά είχε προετοιμαστεί για την πίεση του λειτουργήματος. Πώς είναι, όμως, κάθε μέρα να έρχεσαι αντιμέτωπος με τον «ψηλό μελαχρινό άνδρα» – με τον θάνατο; Στη βραδινή βάρδια, αφηγείται, διαμορφώνεται ένας μικρόκοσμος. Ανθρωποι φοβισμένοι, με πρόσωπα και μάτια γεμάτα αγωνία, σιωπές υπομονής, αλλά και κραυγές θρήνου ή απελπισίας που αντηχούν σποραδικά. Τα εκτυφλωτικά κίτρινα νοσοκομειακά φώτα τού στερούν την επαφή με το «έξω». Ο χώρος και ο χρόνος χάνονται, τα σκιάζουν η ταχύτητα του επείγοντος και η διαχείριση της απώλειας – πριν ή αφότου επέλθει. Διανύοντας αυτούς τους διαδρόμους, στα δωμάτια δεξιά κι αριστερά, συναντάει πόνο, συμπόνια, αλλά και βλέμματα αμήχανα και χαμένα που φωνάζουν «πώς βρέθηκα εγώ εδώ;».
Κάθε εφημερία, κάθε βράδυ είναι και μια διαφορετική ιστορία, αφηγείται. Μια αναμέτρηση με τη δύναμη του απρόβλεπτου, με τη μοίρα που μπορεί να φέρει έναν άνθρωπο αντιμέτωπο με το τέλος. Ναι, όσο περνάει ο καιρός δυναμώνεις και αποστασιοποιείσαι συναισθηματικά, περιγράφει. Αλλά θα έρθει η στιγμή εκείνη που εσύ θα πρέπει να κάνεις την ανακοίνωση στην οικογένεια ή στα αγαπημένα πρόσωπα κάποιου που δεν τα κατάφερε. «Ο θάνατος είναι δίπλα σου και μπορεί να αφορά έναν συνομήλικό σου».
Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Οταν εσύ μετατρέπεσαι σε ήρωα της βραδιάς. «Και νιώθεις ότι ήσουν για εκείνους τους ανθρώπους ο μόνος άνθρωπος μέσα στη νύχτα που μπορούσε να βοηθήσει». Πόσο τρυφερό να ακούς αυτό το υποτιμημένο στην κοινή συνείδηση «ευχαριστώ, γιατρέ». Θυμάται το άγχος του πρώτου επείγοντος, αλλά κυρίως θυμάται ένα άλλο περιστατικό. Νεαρή γυναίκα, με ανακοπή καρδιάς. Ολα στο όριο, όλοι στο «κόκκινο». Μερικές εβδομάδες μετά, βολτάροντας τυχαία στον δρόμο, ο Βαγγέλης είδε αυτή τη γυναίκα να περπατάει, αυτή τη φορά στο φυσικό φως της ημέρας. Καλοντυμένη, καλοβαμμένη, με γλυκά στο χέρι. Δεν τον αναγνώρισε, δεν τη χαιρέτησε. Είχε όμως –προσωρινά– νικήσει τον «ψηλό μελαχρινό άνδρα».
Ξημέρωμα με μια κιθάρα – Η Ηρώ Βρύζα, ή Ivory, προσπαθεί να κοιμάται πριν ο ήλιος ανατείλει, ενώ κάποιες φορές, όταν δεν τα καταφέρνει, πειραματίζεται με την κιθάρα της. «Αρα είσαι μουσικός;», τη ρωτάω. «Θα έλεγα ότι είμαι μουσικοπαίκτης».

Βράδυ 2ο. Στο μπαρ
Μπάουι και «Ανοιξε πέτρα» στη μαγεία των φωτορυθμικών
Τη λένε Ηρώ Βρύζα. Ή Ivory, από το λουλούδι που μυρίζει σαν γιασεμί και από τα λευκά πλήκτρα στο πιάνο. Δουλεύει νύχτα, αλλά θέλει να εκφράζει το φως. Παραμένει κορίτσι, παρά τους μαύρους κύκλους που ενίοτε ζωγραφίζονται στο πρόσωπό της. Οταν η Ηρώ παίζει μουσική σε κάποιο στέκι των Εξαρχείων, ανά στιγμές, νομίζεις πως δακρύζει. «Οχι ρε, δεν συγκινήθηκα. Οι φακοί επαφής είναι», λέει. «Για όνομα της Παναγίας». Οπου Παναγία για την ίδια εκείνη την ώρα είναι ο Ντέιβιντ Μπάουι. Και Χριστός; Ο Φρανκ Ζάπα. Δεν είμαι σίγουρος ότι το βούρκωμα οφείλεται μόνο στους φακούς. Καθετί γύρω της θέλει να το ζωντανεύει. Τα λουλούδια που καλλιεργεί στο σπίτι της έχουν το καθένα από ένα όνομα, μου εξηγεί. Μου έμεινε στο μυαλό ο φίκος «Drama Queen» γιατί μπορώ να τον φανταστώ ή και να ταυτιστώ μαζί του. Την πρώτη της κιθάρα τη λέγανε «Αγλαΐα». Την ημέρα που έγινε 25 χρόνων βρήκε στα σκουπίδια μια άλλη κακόμοιρη και ξεχαρβαλωμένη, που την ονόμασε «Λεονάρντο», προς τιμήν του Ντι Κάπριο.
Τη φαντάζομαι στα 18 της να μπαίνει στη Νομική, μετά να το παλεύει σε κάποιο δικηγορικό γραφείο, να δοκιμάζεται σε πολυεθνικές. Ακόμη πιο εύκολα τη φαντάζομαι να τα βροντάει όλα, έστω κι αν κάθε μέρα είναι πια ένα οικονομικό ρίσκο. Το έκανε μέσω της μουσικής και των μουσικών φίλων της, που την αγκάλιασαν και την ενθάρρυναν. «Βρήκα το πραγματικό σπίτι. Το σπίτι που μου έλειπε». Ετσι η νύχτα έγινε σπίτι της. Δεν τη ρούφηξε, όμως. Παρότι το σκοτάδι συχνά αφήνει χώρο να εκλυθούν όσα το φως κρύβει. Η νύχτα είναι χάος, αλλά και η μέρα είναι χάος, σκέφτεται. Η διαφορά είναι ότι όταν τα φώτα χαμηλώνουν και οι άνθρωποι βγαίνουν για να διασκεδάσουν, περνούν από κόσκινο, παύουν να είναι οι ίδιοι. Δεν ακούν πια τους αγχώδεις ήχους της ρουτινιάρικης ημέρας, αλλά τις δικές της μουσικές. Δεν θέλει να σκέφτεται την αγριότητα και την αγαρμποσύνη της νύχτας. Την έχει βιώσει, αλλά έχει μάθει να τη διαχειρίζεται. Προτιμά να αναζητάει τη «διακριτικότητα» και τη «μαγεία», την πλάνη ότι το βράδυ δεν θα τελειώσει ποτέ. Απολαμβάνει τα ελεύθερα βλέμματα και σώματα των θαμώνων όταν τα φωτορυθμικά πέφτουν πάνω τους. Η πρώτη σκέψη μου όταν ξεκινήσαμε την κουβέντα μας ήταν ότι δραπέτευσε από κάποια ταινία του Γκασπάρ Νοέ. Αναθεωρώ. Της πάει πιο πολύ η Nouvelle Vague. «Οταν ξυπνάω και δεν νιώθω όμορφη, θέλω να ομορφύνω το μέρος που θα παίξω μουσική», πετάει κάποια στιγμή.
Για την Ηρώ-Ivory το βράδυ είναι η ώρα της μοιρασιάς. Μοιράζεται ροκ ή πανκ ήχους ή «πριόνια». Εξίσου εύκολα θα εκστασιαστεί με το «Την αγαπούσα, παραδέχομαι» και –κυρίως– με το «Ανοιξε πέτρα» της Μαρινέλλας. Προσπαθεί να κοιμάται πριν ο ήλιος ανατείλει, ενώ κάποιες φορές, όταν δεν τα καταφέρνει, πειραματίζεται με την κιθάρα της. «Αρα είσαι μουσικός;», τη ρωτάω. «Θα έλεγα ότι είμαι μουσικοπαίκτης», απαντάει και μου φαίνεται χαριτωμένο. Κάποιες άλλες φορές, αφού τελειώσει το σετ της, η μουσικοπαίκτρια βρίσκει έναν εναλλακτικό τρόπο εκτόνωσης. Βάζει τα αθλητικά της και ανεβοκατεβαίνει κάνοντας τζόκινγκ από τη Βικτώρια στους Αμπελόκηπους. Μετά, το χάος της ημέρας αρχίζει πάλι.

Βράδυ 3ο. Στο σπίτι ενός αρρώστου
Φροντίζοντας σώματα που φθίνουν
Γεωργία 2002. Ενα βράδυ που δεν θα ξεχάσει ποτέ στη ζωή της, η Λέιλα βλέπει τον δημοσιογράφο σύζυγό της να δολοφονείται. Η χώρα βράζει, η οικονομία στενάζει, η ίδια φοβάται για το τι μπορεί να ακολουθήσει. Είναι 47 ετών, έχει φτιάξει μια αγαπημένη οικογένεια, έχει ήδη αποκτήσει το πρώτο της εγγόνι. «Δεν είχα όμως άλλη επιλογή. Επρεπε να φύγω», μας λέει σήμερα, 24 χρόνια μετά, στο νέο προσωρινό της σπίτι στο Ιλιον. Μένει δύο δεκαετίες στην Ελλάδα, αλλά σπίτι είναι εκεί που είναι και η δουλειά. Εν προκειμένω νύχτα-μέρα στο πλάι ενός βαριά αρρώστου ηλικιωμένου καθηγητή. «Αποκλειστική», «οικιακή βοηθός», «νταντά».
Στη δική της ιστορία κομβικό ρόλο διαδραματίζει η τύχη. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 αφήνει πίσω τα πάντα και έρχεται στην Ελλάδα με την ελπίδα να ασχοληθεί με το αντικείμενό της, τη φιλολογία. Για 35 χρόνια ήταν στη χώρα της εκπαιδευτικός, έκανε σπουδές και στη δημοσιογραφία, με ενημερώνει. Ηθελε στην Ελλάδα να επουλώσει τις πληγές της μεγάλης απώλειας, να αναζητήσει τις ρίζες που συνδέουν τον πολιτισμό της χώρας της με τον ελληνικό, να «μπει στη μεγάλη βιβλιοθήκη», όπως χαρακτηριστικά τονίζει. «Αλλά… η ζωή τα φέρνει πάντα αλλιώς», αφηγείται, ενώ μια φευγαλέα πίκρα σπάει τον μόνιμα γλυκό, καρτερικό της τόνο.
Επειτα από μια βόλτα στην Ακαδημίας, λοιπόν, συνειδητοποιεί ότι την έχουν ληστέψει. Η Λέιλα γίνεται εν μια νυκτί «κυρία Ελένη» για να επιβιώσει. Ετσι τη «βάπτισαν» χωρίς να τη ρωτήσουν, έτσι συστήθηκε και σε εμάς. Σαν εκείνες τις κινηματογραφικές ηρωίδες που αλλάζουν ταυτότητα για να ξεφύγουν από το παρελθόν. «Ούτε σκεφτόμουν τι, πού και πώς. Δεν ήξερα τη γλώσσα, αλλά δεν είχα άλλη λύση, δεν μπορούσα να γυρίσω σπίτι, ήθελα να τα καταφέρω μόνη». Πρώτη της δουλειά να φροντίζει νυχθημερόν έναν παράλυτο μεσήλικα. Ηθελε να μάθει ελληνικά, αλλά πώς θα γινόταν αυτό αφού ο άνθρωπος δίπλα της δεν μπορούσε να μιλήσει.
Συνήθισε να περιποιείται τα σώματα των άλλων, εξοικειώθηκε με τη φθορά, την παράλυση και την αναμονή στο ημίφως να έρθει το κακό, αποφάσισε όμως να μην τρομάξει ποτέ ξανά στη ζωή της, παρότι, όπως λέει, «όπου κι αν πάει, στο τέλος πάντα δάκρυ πέφτει». Και τόσα βράδια πώς πέρασαν; «Δεν σκεφτόμουν ποτέ. Εκανα συνέχεια πράγματα. Μαγείρευα, μάθαινα νέες συνταγές, έμαθα τις φακές κι άλλα πιάτα που δεν ήξερα, δούλευα, αναζητούσα σε κάθε πρόβλημα λύσεις, ξεψάχνιζα τόμους ανατομίας και βιολογίας». Κάποια στιγμή, βλέποντας μια μεταμεσονύχτια εκπομπή τηλεπωλήσεων, παρήγγειλε μερικά θρησκευτικά βιβλία για να εμβαθύνει στα ελληνικά. Δεν εμβάθυνε αρκετά, αυτό είναι το παράπονό της.
Από σπίτι σε σπίτι, από οικογένεια σε οικογένεια, αποκτούσε νέες δικές της οικογένειες. Δεν μπορεί να βρει τον παραμικρό πόνο στην Ελλάδα, λέει σαν να απευθύνεται προσωπικά σε εμάς, σαν να υπάρχει περίπτωση κάποιος να τη δει ως μια «αχάριστη παρείσακτη». Πλέον, όμως, θέλει να επιστρέψει στη Γεωργία. Νιώθει ότι αυτή η ώρα πλησιάζει. «Μην αφήσετε το χώμα, την πατρίδα σας», μας συμβουλεύει. Την αποχαιρετάμε συγκινημένοι. Η μέρα μας τελειώνει, το βράδυ της Λέιλα μόλις ξεκίνησε. Ισως το επόμενο ραντεβού δοθεί στο «μεγάλο σπίτι» στη Γεωργία. Υπόσχεται ότι αν γυρίσει, θα μας περιμένει στο φως της ημέρας.

