Το αποτύπωμα της νηστείας στο μικροβίωμα

Ερευνα Ελλήνων επιστημόνων «χαρτογραφεί» τις αλλαγές που συντελούνται κατά την αποχή από ζωικά προϊόντα

4' 57" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Θεωρούμε τα μικρόβια εχθρούς, όμως λιγότερα από 1% είναι παθογόνα. Δίπλα στα «κακά» μικρόβια υπάρχει ένας ολόκληρος στρατός «καλών» μικροβίων. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε. Μέσα στο έντερό μας ζουν τρισεκατομμύρια. Αποτελούν το εντερικό μικροβίωμα, που είναι σαν μια κοινότητα στην οποία κάθε μέλος έχει τον ρόλο του· κάποια συνεργάζονται, άλλα ανταγωνίζονται και το αποτέλεσμα είναι μια δυναμική κατάσταση ισορροπίας. Τι τη διαταράσσει εκτός από τις διάφορες ασθένειες; Η διατροφή.

Με στόχο να συνεισφέρει στην κατανόηση των μηχανισμών που συνδέουν τη διατροφή με το μικροβίωμα αλλά και το μικροβίωμα με την υγεία, μια ομάδα Ελλήνων επιστημόνων από το Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» και την Ιατρική Σχολή του Παν. Αθηνών μελέτησε 200 άτομα που ακολουθούν τη νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά την οποία υπάρχει περιορισμός στην κατανάλωση ζωικών προϊόντων, αλλά όχι πλήρης αποχή από αυτά, καθώς οι νηστεύοντες θεωρητικά μπορούν να καταναλώνουν σαλιγκάρια και διάφορα θαλασσινά.

Οι υποψήφιοι διδάκτορες Χριστίνα Εμμανουήλ και Αλέξανδρος Σιμηστήρας, η τεχνικός εργαστηρίου Μαρία Ανεζάκη, ο καθηγητής Νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών Νικόλαος Σκαρμέας, ο υπεύθυνος Εργαστηρίου Μοριακής Αιματολογίας – Ογκολογίας στο Ογκολογικό Νοσοκομείο Παίδων – Ελπίδα, Σταύρος Γλεντής, ο μεταδιδακτορικός ερευνητής Κωνσταντίνος Ρούσκας, ο Παντελής Χατζής, επικεφαλής της μονάδας γονιδιωματικής του «Αλέξανδρος Φλέμινγκ», και η Αντιγόνη Δήμα, ερευνήτρια Λειτουργικής Γονιδιωματικής Ανθρώπου στο ίδιο κέντρο, συγκέντρωσαν βιολογικό υλικό από 200 υγιείς συμμετέχοντες έπειτα από περίπου τέσσερις εβδομάδες νηστείας και από αντίστοιχη περίοδο μη νηστείας. Συνέκριναν το εντερικό μικροβίωμά τους στις δύο συνθήκες διατροφής – καθώς και με το μικροβίωμα 211 υγιών ατόμων που δεν νηστεύουν ποτέ.

«Αρκετά από τα μικρόβια που μειώθηκαν έχουν συνδεθεί με παθήσεις, όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου», λέει η υποψήφια διδάκτωρ Χριστίνα Εμμανουήλ, ωστόσο τονίζει ότι δεν είναι εύκολη η ερμηνεία των ευρημάτων.

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας (ERC) και τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό Advanced Science. Η νηστεία προκάλεσε εκτενείς αλλαγές στη σύσταση και στις λειτουργίες του μικροβιώματος. Η ποικιλότητά του (ο αριθμός των διαφορετικών μικροβίων) μειώθηκε. Αναμενόμενο, καθώς κατά τη νηστεία σταματά η λήψη διαφόρων τροφών και είναι δύσκολο να επιβιώσουν μικρόβια που εξαρτώνται από την πέψη τους.

«Βρήκαμε ότι αρκετά από τα μικρόβια που μειώθηκαν έχουν συνδεθεί με παθήσεις όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος, κάτι που υποδεικνύει μια θετική αλλαγή. Ωστόσο δεν υπάρχει ακόμη σαφής ορισμός του “υγιούς μικροβιώματος” κι αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία τέτοιων αλλαγών. Επομένως, τα ευρήματά μας αναδεικνύουν τη σημασία διεξαγωγής περαιτέρω μελετών που θα εστιάσουν στη διαλεύκανση των ρόλων των συγκεκριμένων μικροβίων στην υγεία και θα ανοίξουν νέες προοπτικές για την πρόληψη και τη θεραπεία νόσων μέσω της τροποποίησης του μικροβιώματος», λέει στην «Κ» η πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης, Χριστίνα Εμμανουήλ.

Το αποτύπωμα της νηστείας στο μικροβίωμα-1

Παραγωγή συστατικών

Οι Ελληνες επιστήμονες δεν αρκέστηκαν στο να απαντήσουν στο ερώτημα «πόσα και ποια μικρόβια υπάρχουν στην εντερική χλωρίδα σε περιόδους νηστείας ή μη», αλλά και στο «ποιες λειτουργίες επιτελούν». «Είδαμε ότι, ως απόκριση στην αποχή από τα ζωικά προϊόντα, αυξήθηκε η συμβολή του μικροβιώματος στην παραγωγή βιταμίνης Β2 και τρυπτοφάνης, θρεπτικών συστατικών που προσλαμβάνουμε κυρίως μέσω της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων και τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό και στη σύνδεση του εντέρου με τον εγκέφαλο. Φαίνεται, δηλαδή, ότι το μικροβίωμα “απαντά δυναμικά” στη μειωμένη πρόσληψή τους αυξάνοντας το ίδιο την παραγωγή τους», εξηγεί η κ. Εμμανουήλ.

Το αντίστροφο συνέβη με τη χοληστερόλη, την οποία συνθέτουμε ενδογενώς αλλά την προσλαμβάνουμε και εξωγενώς, κυρίως από τα ζωικά προϊόντα στη διατροφή μας. «Στη διάρκεια της νηστείας η εξωγενής πρόσληψη ήταν χαμηλή και βρήκαμε ότι το μικροβίωμα, που συνθέτει κι αυτό χοληστερόλη, “απάντησε παθητικά”. Μειώθηκε δηλαδή ο αριθμός των μικροβίων που συνθέτουν χοληστερόλη, περιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συνολική παραγωγή στο έντερο (κάτι που σχετίζεται με μειωμένο ρίσκο εμφάνισης καρδιαγγειακών νόσων). Πώς αυτό συμβάλλει στη διαμόρφωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης στον οργανισμό μας είναι κάτι ακόμα που πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω…».

Η μελέτη, όπως και προηγούμενες της ίδιας ομάδας, επιβεβαιώνει ότι με τη νηστεία βελτιώνονται δείκτες καρδιαγγειακής υγείας (ολική χοληστερόλη και LDL) αλλά και δείκτες υγείας των νεφρών (όπως η ουρία), του ήπατος (ALT) και της φλεγμονής (CRP). Υπάρχουν όμως και αλλαγές σε δείκτες που συνδέονται με την υγεία των οστών, οι οποίες είναι μάλλον αρνητικές και πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω.

«Πέραν του μικροβιώματος, οι περισσότερες αλλαγές είναι σε κατεύθυνση θετική για την υγεία μας. Βρίσκουμε και κάποιες που μπορεί να μην είναι κατ’ ανάγκην ευνοϊκές», αναφέρει η επικεφαλής της ομάδας, Αντιγόνη Δήμα.

«Το γαστρεντερικό σύστημά μας φιλοξενεί μια εκτεταμένη και ποικιλόμορφη κοινότητα μικροβίων που διαμορφώνουν σχεδόν κάθε πτυχή της βιολογίας μας: τη διατήρηση της υγείας μας, την ανάπτυξη, τη γήρανση και τις ασθένειες από τις οποίες πάσχουμε. Από την επιστημονική κοινότητα ανακαλύπτονται ολοένα και περισσότερες λειτουργίες του μικροβιώματος του εντέρου, αλλά και άλλων μικροβιωμάτων του ανθρώπου (όπως της στοματικής κοιλότητας), που μας επηρεάζουν άμεσα», επισημαίνει η επικεφαλής της ομάδας, Αντιγόνη Δήμα.

«Και στη δική μας μελέτη, όπως και σε άλλες αντίστοιχες, μετά τον διατροφικό περιορισμό, συμβαίνουν δυναμικές και γρήγορες αλλαγές στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος, οι οποίες επηρεάζουν μεταξύ των άλλων και τη σύνθεση της χοληστερόλης. Πέραν του μικροβιώματος, οι περισσότερες αλλαγές που παρατηρούμε μετά τη νηστεία –σε διάφορους μοριακούς δείκτες– είναι σε κατεύθυνση θετική για την υγεία μας. Βρίσκουμε όμως και κάποιες που μπορεί να μην είναι κατ’ ανάγκην ευνοϊκές, όπως ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζεται η υγεία των οστών. Εχει ρόλο και σε αυτό το μικροβίωμα; Ακόμα δεν μπορούμε να απαντήσουμε αλλά η καινούργια μας μελέτη, που τώρα διεξάγεται και εξετάζει το μικροβίωμα σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, θα δώσει σίγουρα πολλές νέες πληροφορίες».

Ανάπτυξη φαρμάκων

Αν και ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά στους επιστήμονες, διεθνώς, είναι ακόμα μακρύς, η εξακρίβωση των μοριακών μηχανισμών μέσω των οποίων το οικοσύστημα του εντέρου επηρεάζει την υγεία μας θα οδηγήσει στην ενσωμάτωση διατροφικών παρεμβάσεων σε καινοτόμες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η κατανόηση του μικροβιώματος, δηλαδή, θα γίνει «εργαλείο» για την ανάπτυξη φαρμάκων τα οποία θα μιμούνται τις μοριακές συνέπειες του διατροφικού περιορισμού και θα προάγουν την υγιή γήρανση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT