Μιχάλης Πικραμένος: Η δεοντολογία θεμελιώνει την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και την εικόνα της αμεροληψίας

Μιχάλης Πικραμένος: Η δεοντολογία θεμελιώνει την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και την εικόνα της αμεροληψίας

3' 30" χρόνος ανάγνωσης

Τη σημασία της δεοντολογίας, της θεσμικής ευθύνης και της προσεκτικής δημόσιας έκφρασης των δικαστικών λειτουργών ανέδειξε ο πρόεδρος του Συμβούλιο της Επικρατείας, Μιχάλης Πικραμένος, κατά τον εκτενή χαιρετισμό του στη γενική συνέλευση της Ενωση Διοικητικών Δικαστών, με θέμα «Δικαίωμα έκφρασης και δεοντολογίας στον Δημόσιο και υπηρεσιακό λόγο των δικαστών».

Ο πρόεδρος του ΣτΕ υπογράμμισε ότι «η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν διαμορφώνεται μόνο στις δικαστικές αίθουσες, διαμορφώνεται και στον δημόσιο χώρο, μέσα από τη συνολική στάση των λειτουργών της» και τόνισε πως σε περιόδους έντασης και αμφισβήτησης των θεσμών «η δεοντολογία του δικαστή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία».

Όπως επισήμανε, «η αποστασιοποίηση από πολιτικές ή ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και η προσεκτική χρήση του λόγου δεν αποτελούν περιορισμό της ελευθερίας, αλλά όρο διαφύλαξης της αμεροληψίας — τόσο της πραγματικής όσο και της φαινόμενης», σημειώνοντας ότι «στη Δικαιοσύνη, η εικόνα της αμεροληψίας είναι εξίσου κρίσιμη με την ουσία της».

Αναφερόμενος στην ελευθερία της έκφρασης, ο κ. Πικραμένος υπογράμμισε ότι αποτελεί «έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του δημοκρατικού πολιτεύματος και του κράτους δικαίου», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «δεν είναι και δεν μπορεί να είναι απεριόριστη», καθώς το δίκαιο επιβάλλει ισορροπία μεταξύ ατομικών ελευθεριών και προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων, της κοινωνικής ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δυναμική του δημόσιου λόγου στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, επισημαίνοντας ότι η λέξη «δεν είναι πλέον παροδική· παραμένει, αναπαράγεται, πολλαπλασιάζεται», γεγονός που αυξάνει τόσο την ισχύ της έκφρασης όσο και την πιθανή βλάβη. Σημείωσε ακόμη ότι, παρά τη διευρυμένη πρόσβαση στην πληροφορία, «οι θεωρίες συνωμοσίας και ο απλουστευτικός λόγος κερδίζουν συνεχώς έδαφος», ενώ η αμφισβήτηση των ιεραρχιών, αν και μπορεί να έχει θετικά στοιχεία, έχει οδηγήσει σε φαινόμενα αποδόμησης, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να επιτρέπουν «στους πάντες να εκφέρουν λόγο για τα πάντα ακόμα και για αυτά που δεν γνωρίζουν».

Η δεοντολογία ως «ηθικό φίλτρο»

Ο πρόεδρος του ΣτΕ χαρακτήρισε τη δεοντολογία «ηθικό φίλτρο του λόγου», τονίζοντας ότι «δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά τη νοηματοδοτεί» και θέτει το ερώτημα όχι μόνο του «επιτρέπεται», αλλά και του «πρέπει».

Όπως ανέφερε, δεν αποτελεί εξωτερικό περιορισμό, αλλά εσωτερικό μέτρο ποιότητας του δημόσιου λόγου.

Τόνισε επίσης ότι «η δικαστική ανεξαρτησία δεν κατοχυρώνεται μόνο στο Σύνταγμα», αλλά «καθημερινά από τη στάση, τον λόγο και τη συμπεριφορά του ίδιου του δικαστή».

Ο δικαστής, σημείωσε, δεν παύει να είναι πολίτης, όμως ο δημόσιος λόγος του «φέρει πάντοτε το βάρος του λειτουργήματός του» και επηρεάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Για τον λόγο αυτό, «η ελευθερία της έκφρασης του δικαστή υφίσταται, αλλά ασκείται υπό το πρίσμα της θεσμικής ευθύνης».

Η επιλογή ηγεσιών των ανώτατων δικαστηρίων

Ενόψει της εξαγγελθείσας αναθεώρησης του Συντάγματος, ο πρόεδρος του ΣτΕ αναφέρθηκε και στο ζήτημα της επιλογής των ηγεσιών των ανώτατων δικαστηρίων, εκφράζοντας την άποψη ότι η προεπιλογή μέσω ψηφοφορίας από το ίδιο το δικαστικό σώμα δεν πρέπει να είναι δεσμευτική για το Υπουργικό Συμβούλιο.

Όπως ανέφερε, «αυτό σημαίνει αυτονόμηση της Δικαιοσύνης που εγκυμονεί κινδύνους για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης αλλά και για τη Δημοκρατία».

Αναλυτικότερα, σημείωσε ότι «η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει γνωμοδότηση των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων για την επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων πριν από την άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητας από το υπουργικό συμβούλιο, διασφαλίζει την δικαστική ανεξαρτησία και ταυτόχρονα εγγυάται τη λαϊκή κυριαρχία όπως εκφράζεται από την κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου».

Ο πρόεδρος του ΣτΕ προειδοποίησε ωστόσο πως «αν υιοθετηθεί η άποψη ότι το υπουργικό συμβούλιο δεσμεύεται όχι μόνο από τη λίστα των υποψηφίων που λαμβάνουν τις περισσότερες ψήφους στην Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά και από τη σειρά των υποψηφίων τότε οι δικαστές δεν γνωμοδοτούν απλώς αλλά αποφασίζουν».

Κατά τον ίδιο, «οι κίνδυνοι για τη Δικαιοσύνη συνίστανται στη δημιουργία ομαδοποιήσεων και εντάσεων εντός του δικαστικού σώματος στο πλαίσιο της διεκδίκησης ψήφων», ενώ «ομαδοποιήσεις που θα οδηγήσουν ενδεχομένως και σε φαινόμενα πολιτικοποίησης της Δικαιοσύνης με την δημιουργία παρατάξεων».

Τέλος, επισήμανε ότι ενδέχεται να αποδυναμωθούν οι μηχανισμοί λογοδοσίας, καθώς «θα απονευρωθούν εντελώς οι θεσμοί λογοδοσίας των δικαστών, όπως η αξιολόγηση, η πειθαρχική ευθύνη και η εποπτεία του έργου τους», γεγονός που «θα θέσει σε μεγάλη δοκιμασία την ανεξαρτησία έναντι των συναδέλφων τους», ενώ προειδοποίησε ότι «κίνδυνοι γεννώνται και για το πολίτευμα διότι η αυτόνομη Δικαιοσύνη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το θεμελιώδες σύστημα εξισορροπήσεων και αλληλοελέγχων των πολιτειακών εξουσιών στη φιλελεύθερη Δημοκρατία».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT