χάσαμε-τον-ύπνο-στοπ-564066178
[ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ]

Χάσαμε τον ύπνο. Στοπ

Γιατί κοιμόμαστε λιγότερο και χειρότερα απ’ ό,τι στο παρελθόν; Φταίνε μόνο οι οθόνες που δεν σβήνουν ποτέ; Και πώς θα επιστρέψουμε στη «σωστή» ξεκούραση;

[ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ]
Κωνσταντίνος Μπούγας

Κανείς δεν μας ξέρει όπως το κινητό μας. Στην 26η έκδοση του iOS, το λειτουργικό σύστημα των iPhone προσθέτει μια νέα λειτουργία που μειώνει αυτόματα την ένταση των ασύρματων ακουστικών όταν ο χρήστης αποκοιμηθεί, προστατεύοντάς τον από απότομους ή έντονους ήχους. Η λειτουργία απευθύνεται σε όσους συνηθίζουν να κοιμούνται με ακουστικά – και δεν είναι λίγοι.

Τα τελευταία χρόνια οι συνολικές ώρες ύπνου μειώνονται εις βάρος της εργασίας και της διασκέδασης και για πολλούς μοιάζει όλο και πιο δύσκολο να αποκοιμηθούν. Τον περασμένο Μάρτιο, η Ελληνική Εταιρεία Υπνολογίας ανέφερε σε δελτίο Τύπου ότι τα τελευταία 50 χρόνια η μέση διάρκεια ύπνου στον δυτικό κόσμο έχει μειωθεί κατά περίπου δύο ώρες, ενώ σε μεγάλο ποσοστό οι άνθρωποι κοιμούνται πλέον λιγότερο από επτά ώρες, όριο που, για την πλειονότητα, θεωρείται το ελάχιστο ώστε να μην υπάρχουν επιπτώσεις στην υγεία.

«Δεν θέλω να σκέφτομαι»

Για τη Σ.Κ., 42 ετών, μια δύσκολη επαγγελματική περίοδος το 2019 αποτέλεσε το έναυσμα για την εμφάνιση δυσκολιών στον ύπνο, κυρίως στο να αποκοιμηθεί. Από τότε, παρακολουθεί σειρές στο κρεβάτι, φορώντας ακουστικά, ώστε να ακούει διαλόγους και να μην την κατακλύζουν οι σκέψεις που της δημιουργούν άγχος. Για τη Θ.Π., 34 ετών, το τέλος της ανέμελης φοιτητικής ζωής το 2013 σήμανε την είσοδο στην επισφάλεια σε μια αγορά εργασίας που έφερε έντονα τα σημάδια της κρίσης. Εως και σήμερα, ακόμα και όταν είναι πολύ κουρασμένη, δεν της είναι καθόλου εύκολο να κλείσει τα μάτια, να φύγει η ένταση της ημέρας και να αποκοιμηθεί, όπως αναφέρει στην «Κ». Ως μέσο «νανουρίσματος» χρησιμοποιεί το κινητό της: έως το 2022 σκρόλαρε στο Twitter, και έκτοτε βλέπει βίντεο με ευχάριστο περιεχόμενο στο TikTok, με τον ήχο κλειστό. Η Ζ.Λ., 44 ετών, από την άλλη, έχει «εξορίσει» το κινητό από το κρεβάτι. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζει χαρακτηριστική δυσκολία στον ύπνο, γιατί τότε την «επισκέπτονται» όλα όσα την απασχολούν εκείνο το διάστημα.

«Η αϋπνία είναι μια υποκειμενική εκτίμηση: εμφανίζεται όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι ο ύπνος του δεν είναι καλός. Κάποιοι λένε ότι πηγαίνουν στο κρεβάτι και δεν μπορούν να ξεκινήσουν τον ύπνο τους. Αλλοι έχουν κατακερματισμένο ύπνο ή ξυπνούν στις τρεις τα ξημερώματα και δεν μπορούν να ξανακοιμηθούν. Αυτή η κακή αίσθηση για τον ύπνο είναι ένα σύμπτωμα που δημιουργεί έντονο άγχος και κάνει τους ανθρώπους να τον βιώνουν σαν κάτι δραματικό, κακό, ή μη αποδοτικό», αναφέρει ο Αναστάσιος Μπονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Νευρολογίας στην Ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ, μέλος της Μονάδας Μελέτης Υπνου στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Πιθανό αίτιο της αϋπνίας μπορεί να είναι ένα στρεσογόνο γεγονός που προκαλεί σωματική και νοητική υπερένταση, η οποία επεκτείνεται και στον ύπνο οδηγώντας σε έναν μηχανισμό ανατροφοδοτούμενου στρες. «Ο μη αποδοτικός ύπνος αποτελεί ένα νέο στρεσογόνο γεγονός. Μπορεί η αρχική πηγή του άγχους να έχει επιλυθεί, όμως έχει πλέον δημιουργηθεί ένα νέο πρόβλημα: τι θα κάνω τώρα που θα πάω στο κρεβάτι να κοιμηθώ; Η αϋπνία ανατροφοδοτεί το στρες που η ίδια δημιουργεί και έτσι μπαίνουμε σε φαύλο κύκλο», υπογραμμίζει ο κ. Μπονάκης.

Παρότι το στρες συνδέεται άμεσα με την αϋπνία, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αιφνιδιάζονται όταν παραπέμπονται σε ψυχολόγο, «”μα εγώ απλώς δεν κοιμάμαι, δεν έχω κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα”, λένε. Τους προκαλεί μεγάλη εντύπωση ότι πρόκειται για ψυχογενές ζήτημα», αναφέρει η δρ Μαίρη Νταφούλη, κλινική ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, ειδική στην Ιατρική του Υπνου. Οπως προσθέτει, το 10% του πληθυσμού εμφανίζει χρόνια αϋπνία, ενώ το 30% περιστασιακή.

Ψυχογενές ζήτημα – «“Μα εγώ απλώς δεν κοιμάμαι, δεν έχω κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα”, λένε. Τους προκαλεί μεγάλη εντύπωση ότι πρόκειται για ψυχογενές ζήτημα». Δρ Μαίρη Νταφούλη Κλινική ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, ειδική στην Ιατρική του Υπνου

Το σύνδρομο

Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Υπνου, ο δυτικός τρόπος ζωής ευθύνεται για το επονομαζόμενο «σύνδρομο ανεπαρκούς ύπνου», σημειώνει η κ. Νταφούλη και εξηγεί: «Τα τελευταία χρόνια κοιμόμαστε 4-5 ώρες επειδή απλώς δεν προλαβαίνουμε. Ο ύπνος έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα και δεν του αποδίδεται η αξία που θα έπρεπε. Στέλνουμε e-mail, μιλάμε στο τηλέφωνο, συμμετέχουμε σε calls, βρισκόμαστε γενικά σε μια διαρκή κατάσταση όπου επιλέγουμε να μειώσουμε τον χρόνο του ύπνου, επειδή δεν μειώνουμε κάτι άλλο».

Η Ε.Δ., 43 ετών, δοκίμασε βαλεριάνα, μελισσόχορτο και λυκίσκο όταν είδε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί με τίποτα· ζούσε μια «νύχτα της μαρμότας», όπως είπε στην «Κ». Ακόμα και όταν την έπαιρνε ο ύπνος, τρεις ώρες μετά ξυπνούσε χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί ξανά. Τελικά, αποφάσισε να απευθυνθεί σε ειδικό και πλέον έχει ρυθμίσει τον ύπνο της φαρμακευτικά. Εκκίνηση των δυσκολιών ήταν η περίοδος της πανδημίας, σε συνδυασμό με οικογενειακά προβλήματα που της προκαλούσαν υπέρμετρο άγχος.

Την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν προβλήματα και στον 37χρονο Η.Μ.: «Η εξ αποστάσεως εργασία επηρέασε τον ύπνο μου. Ενιωθα ότι είχα άπλετο χρόνο και την ίδια στιγμή υπερβολικά πολλή δουλειά. Κάθε δωμάτιο του σπιτιού ήταν ταυτόχρονα και χώρος εργασίας, ακόμα και το υπνοδωμάτιο», και προσθέτει «ξάπλωνα να κοιμηθώ και κοιτούσα τα e-mails μου, έλεγχα αν υπήρχαν εκκρεμότητες». Σήμερα, έχει επιστρέψει στο γραφείο, αλλά έχουν απομείνει κατάλοιπα εκείνης της περιόδου στον τρόπο με τον οποίο (δεν) κοιμάται.

Εκτός από αύξηση των περιστατικών, παρατηρείται και αλλαγή στο προφίλ των ασθενών. Ενώ παλαιότερα η αϋπνία αφορούσε συχνότερα άτομα με οικογενειακή προδιάθεση –κυρίως γυναίκες άνω των 50 ετών, στην περίοδο της εμμηνόπαυσης–, σήμερα καταγράφεται μια σαφής ηλικιακή διεύρυνση προς τα κάτω, παρατηρεί ο κ. Μπονάκης. «Πλέον συναντούμε πολλούς νέους ανθρώπους που δεν βλέπουν κάτι ελπιδοφόρο στο μέλλον. Ανθρωποι φοβισμένοι, που συχνά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στηρίξουν μια καθημερινότητα. Ολα αυτά έχουν μεταφέρει κακή ποιότητα ύπνου σε έναν πληθυσμό που παλιά δεν τον βλέπαμε. Η αϋπνία αρχίζει και μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό γνώρισμα σχεδόν κάθε ηλικιακής ομάδας», αναφέρει.

Το μπλε φως και οι κανόνες

Από τη μάστιγα της αϋπνίας δεν εξαιρούνται ούτε οι μικρότερες ηλικίες, για τις οποίες ο κ. Μπονάκης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: «Τα παιδιά έχουν μπει στο παιχνίδι του κακού ύπνου για τα καλά. Αποτελούν ίσως την ομάδα με τις μεγαλύτερες επιπτώσεις αυτή τη στιγμή». Αιτία, τα κινητά τηλέφωνα, τα οποία έχουν σημαντική επίδραση σε αυτές τις ηλικίες. «Το κινητό μεταφέρεται το βράδυ στο δωμάτιο και εκεί συνεχίζεται η επικοινωνία με φίλους. Στο παιδικό παιχνίδι υπάρχει ο ανταγωνισμός για το ποιος θα κυριαρχήσει, ποιος θα είναι ο αρχηγός της παρέας, και αυτή η διεκδικητικότητα συνεχίζεται και τις νυχτερινές ώρες. Τα παιδιά οδηγούνται σε υπερβολές, που προκαλούν άγχος και στρες, με επακόλουθο την αϋπνία, γιατί συνεχίζουν να ασχολούνται με όλα αυτά την ώρα που θα έπρεπε να κοιμούνται, μεταθέτοντας τη φάση του ύπνου τους», εξηγεί ο κ. Μπονάκης, υπογραμμίζοντας ότι και οι ενήλικες έχουν βάλει τις οθόνες στο υπνοδωμάτιο με αντίστοιχες αρνητικές επιπτώσεις.

«Το φως που εκπέμπουν τα κινητά είναι καταστροφικό για την ποιότητα του ύπνου, γιατί κατά βάση καθυστερεί την έλευσή του», επισημαίνει η κ. Νταφούλη, προσθέτοντας έναν βασικό κανόνα υγιεινής του ύπνου που προτείνει στους θεραπευόμενους: «Απαγόρευση της χρήσης κινητού και οθονών δύο ώρες περίπου πριν από την ώρα της κατάκλισης. Το συνεχές scrolling ανεβάζει την κορτιζόλη και το στρες, διεγείρει την κόρη των ματιών και τελικά δεν νυστάζουμε».

Η βιομηχανία της κρεβατοκάμαρας

Γύρω από τον ύπνο και τις δυσκολίες του δεν θα μπορούσε παρά να έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία. Από αθώες, δωρεάν playlist με χαλαρωτική μουσική στο Spotify έως ανιχνευτές ύπνου που φοριούνται στον καρπό, ειδικά μαξιλάρια και παπλώματα, συσκευές λευκού θορύβου και παραφαρμακευτικά σκευάσματα με μελατονίνη ή άλλες φυτικές ουσίες. Ολα με μια κοινή υπόσχεση: έναν γρήγορο και ήρεμο ύπνο. Η αποτίμηση αυτής της βιομηχανίας ήταν 67,76 δισ. δολάρια το 2024 και υπολογίζεται να φθάσει στα 113,61 δισ. έως το 2033, σύμφωνα με το Straits Research. Πώς αντιμετωπίζουν οι ειδικοί αυτά τα προϊόντα;

«Στους θεραπευομένους μου ζητώ να μη χρησιμοποιούν ελεγκτές και έξυπνα ρολόγια. Ούτε το χέρι ούτε το κινητό μας είναι εργαστήριο ύπνου. Η συνεχής καταγραφή δεδομένων αντί να βοηθά, οδηγεί σε περισσότερο άγχος. Αν κάποιος ωστόσο χαλαρώνει με λευκούς θορύβους ή ήρεμη μουσική, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα», αναφέρει η κ. Νταφούλη. Ο κ. Μπονάκης «βλέπει» τέτοιες λύσεις με μεγαλύτερο σκεπτικισμό. «Αν δεν αντιμετωπίσω την αιτία που με οδήγησε στον κακό ύπνο, ό,τι κι αν κάνω θα είναι απλώς ένα μπάλωμα. Το να παίρνω από το φαρμακείο διάφορα σκευάσματα για να δω αν τελικά με βοηθήσει κάτι, είναι σπατάλη χρόνου και χρήματος», υποστηρίζει.

Ερευνα του 2021 για το κοινωνικό και οικονομικό κόστος των διαταραχών ύπνου στην Αυστραλία το υπολόγισε σε 35,4 δισ. δολάρια για το 2019-20, εκ των οποίων τα 13,3 δισ. οφείλονταν στην αϋπνία (Streatfeild J. et. al., The social and economic cost of sleep disorders, Sleep, 2021). Στο συνολικό ποσό συνυπολογίζεται τόσο το οικονομικό κόστος (10 δισ. δολάρια) όσο και το μη οικονομικό (25,4 δισ.). «Μία από τις βασικές επιπτώσεις του κακού ύπνου είναι οι χαμένες εργατοώρες, καθώς μειώνεται η παραγωγικότητα. Επιπροσθέτως, υπάρχει και το μεγάλο κόστος που απαιτείται για την αποκατάσταση της υγείας των πασχόντων», σημειώνει ο κ. Μπονάκης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT