Του Θοδωρή Λέννα
Εχει εντυπωθεί ως ένα από τα πλέον τραυματικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Μια δολοφονία ποτισμένη με θρύλους, συνωμοσίες, αλλά και με το –μεταφυσικό– εθνικό ερώτημα: Τι θα συνέβαινε εάν το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν έπεφτε νεκρός από τα χέρια του Γεωργίου και του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο; Υστερα από 195 χρόνια, μια απόπειρα αναψηλάφησης ενός τόσο φορτισμένου γεγονότος αποκτά χαρακτηριστικά «ζωντανού» ρεπορτάζ. Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή λειτούργησε καταλυτικά. Αφενός πυροδοτώντας έναν ενίοτε πολωμένο διάλογο όχι μόνον για την ιστορική ακρίβεια της αγιογραφικής αφήγησης, αλλά και για το «τι θα γινόταν αν…».

Η «Κ» επικοινώνησε με ακαδημαϊκούς, ερευνητές και διανοουμένους που είτε έχουν μελετήσει την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια είτε έχουν ασχοληθεί με μύθους που σκιάζουν τον δημόσιο διάλογο γύρω από την Ιστορία. Η Χριστίνα Κουλούρη, καθηγήτρια Ιστορίας και πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου, λέει στην «Κ» πως όπως συμβαίνει σε όλα τα τραυματικά και διχαστικά γεγονότα, έτσι και η αποτύπωση της δολοφονίας του Καποδίστρια έχει λάβει πολλές και αντιφατικές μορφές. Επομένως, ο διάλογος αυτός ήταν αναμενόμενο να φέρει στο προσκήνιο το ταραγμένο περιβάλλον των συγκρούσεων και αντιθέσεων που επικρατούσε στην επαναστατημένη Ελλάδα πριν από τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη της. Αλλά και ένα κουβάρι παραφιλολογίας και μυθευμάτων: τα περίφημα αρχεία του Φόρεϊν Οφις που –δήθεν– παραμένουν σφραγισμένα, μια παραποιημένη φράση του Μέτερνιχ, Γάλλους συνωμότες και ελεύθερους σκοπευτές-φαντάσματα.
Η σύγκρουση
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια είναι εξαιρετικά ρευστές, σημειώνει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, ιστορικός και υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη. Από τη μία, βρίσκεται σε εξέλιξη το μεγάλο πείραμα δημιουργίας ενός νεαρού κράτους – ζήτημα που είχε θέσει ως προτεραιότητα ο Καποδίστριας. Από την άλλη, μαίνεται μια απόλυτη σύγκρουση στο εσωτερικό. Απέναντι στον Καποδίστρια οικοδομείται ένα εντονότατο αντιπολιτευτικό κλίμα, συμπληρώνει ο κ. Σακελλαρόπουλος.
Ο Σταύρος Παναγιωτίδης, διδάκτωρ Ιστορίας και συγγραφέας, σκιαγραφεί τα χαρακτηριστικά αυτού του κλίματος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για μια αντιπολίτευση διαρθρωμένη κοινωνικά αλλά και γεωγραφικά, ενώ σε επίπεδο προσώπων, προεξάρχουσες ήταν φιγούρες εμποτισμένες με φιλοευρωπαϊκή λογική, πρόσωπα, δηλαδή, όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης.
Η Υδρα αποτελούσε αντιπολιτευτικό κόμβο. Εκεί εκδιδόταν η εφημερίδα «Απόλλων», η οποία είχε καλέσει ανοιχτά σε δολοφονία του Καποδίστρια. Εκεί συντονίζονταν οι πιο ισχυροί παράγοντες που εναντιώνονταν στον Καποδίστρια. Ο κ. Παναγιωτίδης παρατηρεί ότι ευρύτερα ο νησιωτικός κόσμος ήταν κατά του κυβερνήτη, επειδή δεν εξασφάλιζε επαρκείς πόρους για να ανακατασκευάσουν τους στόλους που είχαν πληγεί στον επαναστατικό αγώνα. «Εφόσον τα πλοία δεν ανακατασκευάζονταν, ανέκυπταν προβλήματα στο εμπόριο, γεγονός που δημιουργούσε αντικειμενικά ζητήματα στους κλάδους της ναυσιπλοΐας».

Λίγο καιρό πριν από τη δολοφονία Καποδίστρια, συνεχίζει ο κ. Παναγιωτίδης, η αντιπολίτευση αναθέτει στον Ανδρέα Μιαούλη να αρπάξει τα πολεμικά πλοία από τον ναύσταθμο του Πόρου και να τα φέρει στην Υδρα. Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στον ρωσικό στολίσκο να παρέμβει, γεγονός που αποτέλεσε και ένα «από τα μεγάλα λάθη του κυβερνήτη», όπως παρατηρεί ο Αριστείδης Χατζής, καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.
«Ο Καποδίστριας είχε έρθει για να θεμελιώσει ένα κράτος, να επεκτείνει τα σύνορα προς Βορράν και να εμπεδώσει μια κρατική λειτουργία. Ομως έρχεται σε σύγκρουση με τμήμα της ελίτ, η οποία δεν εξασφαλίζει την εξουσία που θέλει», αναφέρει ο κ. Σακελλαρόπουλος. Ο κ. Παναγιωτίδης από την πλευρά του ξεκαθαρίζει ότι η κλιμάκωση που τελικά οδήγησε στη δολοφονία δεν πήγαζε από το δίπολο «Καποδίστριας εναντίον Μανιατών», όπως συχνά αφήνεται να εννοηθεί, αλλά από το εκρηκτικό κλίμα ενός «οιονεί εμφυλίου». Ενα κλίμα που πιθανώς συνετέλεσε στη συγγραφή του περίφημου άρθρου βρετανικής εφημερίδας το οποίο ώθησε τον οργισμένο Καποδίστρια να αναβάλει την ακρόαση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, λίγο πριν από την 27η Σεπτεμβρίου.
Ρωτάμε τη Χριστίνα Κουλούρη ποια είναι η πιο τεκμηριωμένη ιστορική εκτίμηση για τη δολοφονία. «Ηταν μια πράξη με προσωπικά αλλά και πολιτικά κίνητρα. Η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων είχε πρωταγωνιστήσει στην αντιπολίτευση, ενώ ο κυβερνήτης τούς είχε καταδιώξει, με κορύφωση τη φυλάκιση του Πετρόμπεη. Η πράξη αυτή ήταν ταπεινωτική για την επιφανή μανιάτικη οικογένεια, της οποίας εξάλλου τα οικονομικά συμφέροντα είχαν πληγεί από τη συγκεντρωτική πολιτική του Καποδίστρια. Πράξη εκδίκησης, λοιπόν, που αφορούσε και το πρόσωπο αλλά και την πολιτική του κυβερνήτη», απαντά. Αυτή την προσέγγιση παραθέτει και ο ιστορικός και ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Χρήστος Λούκος, κορυφαίος μελετητής του Καποδίστρια.
Ο «δάκτυλος»
Και ως προς τη θρυλούμενη εμπλοκή του ξένου παράγοντα; Ανάμειξη ξένου παράγοντα δεν υπήρχε, ξεκαθαρίζει η κ. Κουλούρη, τουλάχιστον με τη μορφή συμμετοχής σε κάποια συνωμοσία και σχεδιασμού της δολοφονίας. Αναμφίβολα οι Αγγλοι ήταν εχθρικοί, αλλά δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο ότι είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στη δολοφονία. Ούτε και οι Γάλλοι, με δεδομένο επιπλέον ότι παρέδωσαν στην ελληνική Δικαιοσύνη τον έναν εκ των δολοφόνων, που είχε βρει καταφύγιο στη γαλλική πρεσβεία στο Ναύπλιο αμέσως μετά την πράξη του, συμπληρώνει. Αλλωστε, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι θεωρούσαν ότι ο Καποδίστριας θα έπρεπε να μείνει στην εξουσία μέχρι την άφιξη του νέου βασιλιά, επισημαίνει ο Αριστείδης Χατζής.
Ο κ. Χατζής έχει μελετήσει τα βρετανικά αρχεία Ιστορίας που αναφέρονται στην Ελληνική Επανάσταση, αλλά και στην περίοδο δολοφονίας του Καποδίστρια. Ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως ενώ οι Βρετανοί υπονόμευαν τον Καποδίστρια, θεωρώντας τον επικίνδυνο για τα συμφέροντά τους, δεν είχαν καμία εμπλοκή στη δολοφονία. Οι Βρετανοί ενισχύουν την αντιπολίτευση και φροντίζουν ο Καποδίστριας να μη λάβει δάνειο το οποίο είχε αιτηθεί. Και ο ίδιος ο Καποδίστριας, όμως, αντιμετωπίζει τους Βρετανούς με καχυποψία. «Θεωρούσε πως ήταν μια αποικιακή δύναμη. Είχε σχηματίσει αυτή την εικόνα από τον τρόπο που οι Βρετανοί αντιμετώπισαν το ζήτημα των Επτανήσων», εξηγεί ο κ. Χατζής.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830 αλλάζει και η στάση των Γάλλων, με ορισμένους να αντιμετωπίζουν τον Καποδίστρια ως έναν αυταρχικό ηγεμόνα. «Υπάρχει πιθανόν μια εμπλοκή σε συνομιλίες Γάλλων αξιωματικών που υπηρετούν στη στρατιά του Μαιζώνος. Οχι όμως της γαλλικής κυβέρνησης», εκτιμά ο Αριστείδης Χατζής, ενώ εκφράζει την άποψη ότι είναι επίσης πιθανό «οι δύο Μαυρομιχάληδες να είχαν συζητήσει με χαμηλόβαθμους Γάλλους, με την ελπίδα να εξασφαλίσουν βοήθεια». Επικαλούμενος τους φακέλους ανάκρισης των Μαυρομιχαλαίων, ο κ. Χατζής συμπληρώνει πως οι δράστες της δολοφονίας –χωρίς επιτυχία– προσπάθησαν να αποδείξουν ότι λειτούργησαν ως δάκτυλος των Γάλλων.
Τα «αρχεία»
Ευλόγως τίθεται το ερώτημα: Και τα περιβόητα «σφραγισμένα» αρχεία στο βρετανικό Φόρεϊν Οφις; Ο κ. Χατζής απαντάει πως κάποια στιγμή κυκλοφόρησε η ψευδής πληροφορία περί κλειστών φακέλων σχετικών με τη δολοφονία. «Οι Βρετανοί έχουν κάνει δολοφονίες και ανατροπές κυβερνήσεων για τις οποίες έχουν ανοίξει τα αρχεία. Γιατί να υπήρχε μέριμνα προστασίας ειδικά για ένα τέτοιο ζήτημα;», διερωτάται.
Για τα περί εμπλοκής των Αγγλων, η κ. Κουλούρη κάνει λόγο για άποψη που αναπαράγεται ενώ δεν υπάρχει καμία απόδειξη για κάτι τέτοιο. «Η αναπαραγωγή αυτών των θεωριών ευνοείται από την Ιστορία της Ελλάδος του 20ού αιώνα και κυρίως τον ρόλο που έπαιξαν οι Αγγλοι στον εμφύλιο πόλεμο. Παρόλο που το ελληνικό κράτος υπήρξε σταθερός σύμμαχος της Μεγάλης Βρετανίας σε όλη του την ιστορία και μάλιστα στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους».
Ο Αριστείδης Χατζής εντοπίζει ακόμη δύο περιπτώσεις παραποίησης της ιστορικής αλήθειας. Η μία αφορά στην πραγματική φράση του Μέτερνιχ πως «ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απολύτως έντιμος άνθρωπος» και στην προσθήκη ότι «ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας», που αποτελεί «κατασκευή», όπως λέει. Η δεύτερη –πιο κραυγαλέα και μάλλον περιθωριακή– θέλει τους Μαυρομιχαλαίους θύματα σκευωρίας και πραγματικούς δολοφόνους κάποιους ελεύθερους σκοπευτές.
«Τυραννοκτόνοι», «πατροκτόνοι» και «κακοί ξένοι»
Την επομένη, η δολοφονία του Καποδίστρια προκαλεί τον θρήνο μεγάλου μέρους του λαού, που έβλεπε τον κυβερνήτη σαν προστάτη και «πατέρα», γι’ αυτό και οι Μαυρομιχαλαίοι χαρακτηρίστηκαν πατροκτόνοι, επισημαίνει η κ. Χριστίνα Κουλούρη. Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, οι δολοφόνοι δοξάστηκαν σαν «τυραννοκτόνοι» και υπήρξαν πανηγυρισμοί για την «απαλλαγή» από τον «τύραννο». Η ελληνική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη ακριβώς όπως ήταν και πριν, και ο διχασμός αυτός ξέσπασε σε κανονικό εμφύλιο πόλεμο τα χρόνια 1831-1833, συμπληρώνει η κ. Κουλούρη.
Αλλά και δύο αιώνες μετά, η φόρτιση γύρω από το τραύμα της δολοφονίας παραμένει έντονη. Την τάση «όπου υπάρχει πρόβλημα και δεν αναγνωρίζουμε τις δικές μας ευθύνες, να αποδίδουμε το πρόβλημα στους “κακούς ξένους”», εντοπίζει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος ως προς τον διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Από εκείνη την περίοδο, δεν έχουν μείνει η εσωτερική σύγκρουση, η προσπάθεια δημιουργίας ενός κράτους, αλλά το αιματηρό και –ενδεχομένως– το θαυματουργό, προσθέτει ο ίδιος.
«Είμαστε εξοικειωμένοι να σκεφτόμαστε την Ιστορία με όρους στιγμής. Με τη λογική του “τι θα είχε γίνει εάν”», σχολιάζει ο Σταύρος Παναγιωτίδης, ενώ ο Αριστείδης Χατζής αναφέρεται στη λεγόμενη «underdog mentality» – στην άποψη ότι υπάρχει ένα παγκόσμιο σχέδιο που θέλει την Ελλάδα περιορισμένη.
Κατά τη Χριστίνα Κουλούρη, υπάρχουν τρεις εκδοχές προσέγγισης τέτοιων τραυματικών γεγονότων, όπως η δολοφονία του Καποδίστρια: «Η πρώτη εκδοχή είναι η σιωπή: ένα γεγονός σαν αυτό θα πρέπει να αποσιωπηθεί ώστε να μη διαταραχθεί η εικόνα της εθνικής ενότητας. Η δεύτερη εκδοχή είναι, αντιθέτως, η ανάμνηση: οφείλουμε να μιλάμε για τη δολοφονία προς παραδειγματισμό, για να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Τέλος, υπάρχει και η μεταφυσική εικόνα ενός “αγίου” που θυσιάστηκε για την πατρίδα. Μετά τη δολοφονία, ο κόσμος έτρεχε έξω από τον Αγιο Σπυρίδωνα για να σφουγγίσει το αίμα και να το κρατήσει, γιατί το θεωρούσε ιερό».
Οι εύκολοι εμφύλιοι για την Ιστορία
Του Απόστολου Λακασά
Δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Μια ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά με ιστορικό θέμα δεν προκαλεί απλώς το ενδιαφέρον. Προκαλεί πολώσεις και αντιπαραθέσεις στη δημόσια σφαίρα –και κραυγές στα σόσιαλ μίντια– όπως συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες με τον «Καποδίστρια» του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή. Δεν είναι παράξενο. Αλλά μήπως «μαθαίνουμε» την Ιστορία μόνο μέσα από την οθόνη; Μήπως η μόνη πηγή «γνώσης» για το ιστορικό παρελθόν είναι το σενάριο και το θέαμα; Και τι λέει αυτό για τη διδασκαλία της Ιστορίας στον φυσικό χώρο της: το εκπαιδευτικό σύστημα;

Στρατόπεδα
«Το παρελθόν πολώνει –και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα–, γιατί έχει να κάνει με το συλλογικό μας παρόν και μέλλον, με τις απόψεις μας και τις ανησυχίες μας για το παρόν και τις προσδοκίες μας, τα οράματά μας για το μέλλον. Και όπως είναι σαφές, δεν έχουμε όλοι και όλες τις ίδιες απόψεις. Προβάλλουμε στο παρελθόν τις σκέψεις μας, τις νοοτροπίες μας, ακόμη και τους φόβους μας. Ο τρόπος που βλέπουμε το παρελθόν και στοχαζόμαστε την Ιστορία του σχετίζεται με αυτό που είμαστε, την ταυτότητά μας, τις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις μας. Η πόλωση μας κάνει οπαδούς ενός στρατοπέδου και μας εμποδίζει να βλέπουμε την άλλη άποψη, καθώς και τις ενδιάμεσες θέσεις. Είναι επίσης η εύκολη λύση. Δεν έχουμε ανάγκη να επιχειρηματολογήσουμε για να υποστηρίξουμε την άποψή μας και είμαστε αυτομάτως αγαπητοί και αποδεκτοί στο στρατόπεδό μας», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ» η κ. Μαρία Ρεπούση, ιστορικός, αφυπηρετήσασα καθηγήτρια από το ΑΠΘ και διευθύντρια στο Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς. Η πιο σφοδρή αντιπαράθεση γύρω από σχολικό βιβλίο κατά τη Μεταπολίτευση εκτυλίχθηκε την περίοδο 2006-2007 και αφορούσε το βιβλίο της Ιστορίας ΣΤ΄ Δημοτικού, επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας του οποίου ήταν η κ. Ρεπούση.
«Στα κρίσιμα ιστορικά θέματα εμφανίζεται η υποβόσκουσα διαμάχη που υπάρχει ανάμεσα στην Ιστορία ως επιστήμη και έρευνα και στην Ιστορία ως δημόσια περιουσία και “ιδιοκτησία” του καθενός. Οσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα σε όσα βλέπουν το φως ως αποτέλεσμα της ιστορικής έρευνας και σε όσα οι πολίτες πιστεύουν, τόσο μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα και η πόλωση. Σε αυτήν την περίπτωση, οι πολίτες αισθάνονται απειλημένοι από τους ιστορικούς και οι ιστορικοί υφίστανται τις επιπτώσεις αυτής της αίσθησης απειλής», προσθέτει η κ. Ρεπούση.
«Αρνησιμάθεια»
«Το ζήτημα έχει δύο πλευρές, μία φυσιολογική και μία αρρωστημένη», υπογραμμίζει στην «Κ» ο καθηγητής Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, ο οποίος δίδαξε Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Είναι φυσιολογικό να ερμηνεύουμε τα ιστορικά γεγονότα και τον ρόλο των ιστορικών προσώπων με βάση τις δικές μας αξίες και προτεραιότητες. Η νοσηρή πλευρά προκύπτει από τη συνειδητή ημιμάθεια, δηλαδή την “αρνησιμάθεια”. Πολλές ιστορικές γνώσεις τις έχουμε αποκτήσει από τα παιδικά μας χρόνια και μέσα από ταινίες, λογοτεχνικά βιβλία, διηγήσεις στην οικογένειά μας. Οι περισσότεροι αρκούνται σε αυτό και δεν θέλουν να καταβάλουν κόπο για να μάθουν κάτι περισσότερο. Αλλά το μπέρδεμα των όποιων συμπαθειών μας και απόψεών μας για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα με τρέχουσες πολιτικές συγκρούσεις, στο μέτρο που συνδυάζεται με αρνησιμάθεια, οδηγεί σε συνθηματολογίες, κενό λόγο», επισημαίνει ο κ. Μαυρογορδάτος.
Οι συγκρούσεις, με όρους πόλωσης μάλιστα, καταλήγουν σε πολιτικές συγκρούσεις, κατέρχονται δηλαδή στην αρένα της πολιτικής με αποτέλεσμα την επικοινωνιακή και εμπορική τους εκμετάλλευση από μερίδα κομμάτων και μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το ξεχείλωμα της συζήτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί, ουσιαστικά πλέον, το φιτίλι της πόλωσης και της ανάπτυξης θεωριών συνωμοσίας.
«Στην Ελλάδα και όχι μόνον, κλειστές αφηγήσεις και θεωρητικά σχήματα, που βρίσκονται εκτός του ακαδημαϊκού κανόνα σύνταξης της ιστοριογραφίας των ιστορικών όπως π.χ. ο εθνορομαντισμός ή ο μαρξισμός στην πιο απλουστευτική εκδοχή τους, έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι διάφορες οπτικές και οι ερμηνείες του παρελθόντος χρησιμεύουν όχι μόνον ως κατ’ αναλογία μέσο κατανόησης του παρόντος, αλλά και ως εργαλείο παρέμβασης σε αυτό, με όρους διχαστικούς», παρατηρεί ο κ. Γιάννης Αντωνίου, φιλόλογος και τέως πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). «Εν προκειμένω, το διακύβευμα δεν είναι η γνώση και η κατανόηση της πολυπλοκότητας του παρελθόντος, αλλά το παρόν ή, καλύτερα, η κυριαρχία στο παρόν, μέσω μιας εν πολλοίς μυθιστορηματικής και δογματικής κατασκευής του παρελθόντος, συνήθως ερήμην αυτού».
Πολιτικές (κατα)χρήσεις
«Οι μεγάλες πολώσεις δεν αφορούν την επιστημονική πραγμάτευση της Ιστορίας, αλλά γίνονται για τις προσλαμβανόμενες εκβολές τους στην πολιτική πραγματικότητα του σήμερα, σε κάθε εποχή. Κατά τούτου οι πολώσεις είναι περισσότερο πολιτικού παρά ιστορικού χαρακτήρα. Αυτού του είδους η, πολιτικού χαρακτήρα, πρόσληψη της Ιστορίας εμφανίζεται συνήθως σε χώρες με ιστορικό παρελθόν οικονομικής αδυναμίας, που κάνει τις κοινωνίες πιο ευάλωτες σε θεωρίες συνωμοσίας. Ετσι οι κοινωνίες αναζητούν τη δικαίωση μέσα από τη σύγκρουση επί ενός ιστορικού ζητήματος», σχολιάζει στην «Κ» ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Ο τοπικός και πολιτικός κατακερματισμός της ελληνικής κοινωνίας από την εποχή της Επανάστασης του ’21 εξελίχθηκε σε ιδεολογικό. Η πόλωση της ελληνικής κοινωνίας στη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τη μεταφορά της σύγκρουσης που έχει περιγραφεί στο πεδίο της ιστορικής αφήγησης», παρατηρεί από την πλευρά του ο κ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Βεβαίως, «αυτό είναι ένα ζήτημα πνευματικής ενηλικίωσης του νεοελληνικού κράτους», συμπληρώνει.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα εάν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία είναι επιρρεπής σε συγκρούσεις με όρους οξείας πόλωσης υποδηλώνει ότι βρίσκεται «κολλημένη στο παρελθόν». «Η Ελλάδα σήμερα είναι μια ανεπτυγμένη κοινωνία. Η ανάπτυξή της είναι μόλις 50-60 ετών, ενώ αυτές οι τάσεις, ροπές και προσλήψεις υπόκεινται σε μεγαλύτερες αδράνειες. Επομένως, είναι λογικό να αναμένουμε ότι αυτά τα φαινόμενα θα περιοριστούν, αν και πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι σε τέτοιες πνευματικές διεργασίες, η εξέλιξη δεν είναι γραμμική και μπορεί να υπάρξουν πισωγυρίσματα», επισημαίνει ο κ. Χατζηβασιλείου.
Στη μετατροπή σε ρινγκ του δημόσιου διαλόγου επί των ιστορικών θεμάτων οδηγούν οι στρεβλώσεις της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. «Η πόλωση είναι βέβαια απόρροια του τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε. Και κυρίως του λάθος τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αυτού του τόπου συναντούν το παρελθόν και μαθαίνουν την ιστορία του. Δεν υπάρχουν ενδιάμεσα χρώματα. Ολα είναι μαύρα ή άσπρα. Και, φυσικά, εμείς είμαστε πάντα με τη μεριά του δίκιου και οι άλλοι με το άδικο. Το σχολείο ειδικά μαθαίνει στα παιδιά ότι υπάρχει μόνο η δική μας ιστορική αλήθεια. Η έννοια της πολυπρισματικότητας, βασική έννοια-κλειδί σήμερα για να συναντούν τα παιδιά το παρελθόν και να μαθαίνουν την ιστορία του, για την ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και της πολιτειακής ταυτότητας, απουσιάζει παντελώς. Είναι κάτι σαν προδοσία να λες στα παιδιά ότι υπάρχει και άλλη άποψη. Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια, βροντοφωνάζει το σχολείο, πάρ’ την, έτοιμη μασημένη», σημειώνει η κ. Ρεπούση. Ως εκ τούτου, ο εύκολος δρόμος είναι η «παπαγαλία» του μαθήματος, με την απόκτηση κριτικής σκέψης από τους μαθητές διαρκώς ζητούμενο –και υποσχόμενο– από τις μεταπολιτευτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας. «Μην παραβλέπουμε, πάντως, ότι η πόλωση στην πολιτική “περνάει”, δίνει ψήφους».
«Η δική μου η συνταγή για να αποφεύγουμε τις πολώσεις είναι να συγκρινόμαστε –με γνώσεις, όχι με ημιμάθεια– με τους άλλους λαούς», λέει ο κ. Μαυρογορδάτος, τονίζοντας: «Με θραύσματα πληροφόρησης δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα».
Οι αποσιωπήσεις και τα κενά της διδασκαλίας
«Ο στόχος οι μαθητές να αποκτήσουν κριτική σκέψη δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί, διότι το μάθημα της Iστορίας υποτιμάται στο ελληνικό σχολείο. Μην απορείτε! Το μάθημα ενίοτε ανατίθεται σε καθηγητές που δεν είναι απόφοιτοι Τμημάτων Ιστορίας, συνεπώς δεν έχουν εκπαιδευθεί, και φυσικά δεν φταίνε γι’ αυτό, να ερμηνεύουν το παρελθόν μέσα από ιστορικές πηγές. Η εύκολη, ανώδυνη λύση είναι να συνεχιστεί το μοντέλο της παπαγαλίας», ανέφερε στην «Κ» η κ. Ελλη Λεμονίδου, καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Επίσης, σύμφωνα με την ίδια, ενδεικτικό της αμηχανίας του ελληνικού σχολείου, αλλά και της «απροθυμίας» του εκπαιδευτικού συστήματος οι μαθητές να μάθουν άλλους τρόπους προσέγγισης της Iστορίας, είναι ότι πολλά επίμαχα, τραυματικά ιστορικά γεγονότα δεν διδάσκονται ουσιαστικά, αλλά επιδερμικά και επί τροχάδην. «Θέματα όπως ο εμφύλιος πόλεμος του 1946-1949 επιβάλλουν μια πολυδιάστατη ανάγνωση του παρελθόντος, σε αντιδιαστολή με τη μονολιθική ερμηνεία του. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στους μαθητές να μελετούν μέσα από πηγές (και όχι παπαγαλίζοντας) και να ερμηνεύουν κριτικά τα γεγονότα, αξιολογώντας τα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που συνέβησαν. Η διδασκαλία τέτοιων ζητημάτων, όμως, δεν είναι εύκολη» προσθέτει η κ. Λεμονίδου, επισημαίνοντας ότι «και οι μαθητές έρχονται από το σπίτι με απόψεις που έχουν διαμορφωθεί, κατά κύριο λόγο, μέσα από μη επιστημονικούς διαύλους».
«Η σχολική ιστορία είναι δύσκολο να αντιπαρατεθεί με επιτυχία σε μια ιστορική συνείδηση αιχμάλωτη της μυθοπλασίας και των διχαστικών ειδώλων που αυτή προβάλλει. Και αυτό παρά τις αλλαγές των προγραμμάτων σπουδών και τις προσπάθειες προσαρμογής των σχολικών εγχειριδίων στους κανόνες συγγραφής της σύγχρονης ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας. Οι παγιωμένες αντιλήψεις, τα προβλήματα στη διδακτική της σχολικής ιστορίας, η φοβική στάση των πολιτικών, εξαιτίας του πιθανού πολιτικού κόστους, ή ακόμη και η ιδεολογική συμπόρευσή τους με τα μυθοπλαστικά αφηγήματα, συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην κατίσχυση της άγνοιας», προσθέτει ο κ. Αντωνίου.

