Ηταν ∆ευτέρα 16 Μαΐου του 2005 όταν λίγο μετά τις 6 το απόγευμα η ευρύχωρη αίθουσα «Τερψιχόρη» του πάλαι ποτέ Χίλτον είχε κατακλυστεί από κόσμο. Το πλήθος (στη συντριπτική πλειονότητα γυναίκες κάθε ηλικίας) καθόταν όπου έβρισκε, επικρατούσε πανζουρλισμός, διοργανωτές και προσωπικό του ξενοδοχείου τα είχαν κυριολεκτικά χαμένα. Ο ακριβοθώρητος προσκεκλημένος δεν ήταν κάποιος ροκ σταρ, αλλά ένας ψυχίατρος και συγγραφέας σε ώριμη ηλικία. Η Ελλάδα ζούσε στον αστερισμό του Ιρβιν Γιάλομ. Η κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου του «Οταν έκλαψε ο Νίτσε» το 2001 είχε καταστεί μέσα σε λίγους μήνες εκδοτικό φαινόμενο. Και δεν ήταν παρά μόνον η αρχή.
Στις 31 Μαρτίου του 2009, τέσσερα χρόνια και κάμποσα μπεστ σελερ μετά (όλα από τις εκδόσεις Αγρα), ο Γιάλομ θα εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής μπροστά σε 4.000 εκστασιασμένους θεατές-αναγνώστες του, συντρίβοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ προσέλευσης στο κραταιό, τότε, πολιτιστικό συγκρότημα της Αθήνας. «Δεν ήξερα ότι ο θάνατος ήταν τόσο δημοφιλής», θα αστειευόταν από το βήμα.
«Υπεύθυνος» για την ταχύτατη εξάπλωση του γιαλομικού «ιού» στην Ελλάδα ήταν ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ζέρβας, ο οποίος μαζί με την επίσης ψυχοθεραπεύτρια και σύντροφό του Ευαγγελία Ανδριτσάνου πρότειναν στον εκδότη Σταύρο Πετσόπουλο να μεταφράσουν το σύνολο του επιστημονικού, διδακτικού και λογοτεχνικού έργου του Ιρβιν Γιάλομ στα ελληνικά.
Μεταφράζοντας την «empathy»
Ενα τέταρτο του αιώνα μετά, ο Γιάννης Ζέρβας πιστεύει ότι η αναπάντεχη απήχηση των βιβλίων του Αμερικανού γιατρού από την Ουάσιγκτον συνέπεσε με μία μεγάλη –αλλά ακόμη ανεπαίσθητη τότε– μεταβολή στη χώρα μας. «Σταδιακά μετά το 1990 και όσο πλησιάζουμε στην αλλαγή της χιλιετίας παρατηρείται μια “ψυχολογικοποίηση” της ελληνικής κοινωνίας με την έννοια ότι μέχρι τότε, πέρα από έναν πολύ περιορισμένο κύκλο ψυχιάτρων και διανοουμένων, οι Ελληνες δεν είχαν μάθει να σκέφτονται με ψυχολογικούς όρους.
Κυριαρχούσε μια στενά κοινωνικοπολιτική ανάγνωση της πραγματικότητας και αυτό το βλέπουμε από το γεγονός ότι δεν διαθέταμε ψυχολογική ορολογία στα ελληνικά. Οταν με την Ευαγγελία αρχίσαμε να μεταφράζουμε Γιάλομ και πέσαμε πάνω στη λέξη “empathy”, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν υπήρχε μια κοινώς αποδεκτή απόδοση της λέξης στη γλώσσα μας. Επιλέξαμε την “ενσυναίσθηση” και κοιτάξτε τι έγινε», λέει με χιούμορ ο Γιάννης Ζέρβας.
«Από αυτήν την άποψη», συνεχίζει ο Ελληνας ψυχίατρος, «ήμασταν τυχεροί που στη λαϊκή κουλτούρα της εποχής επικρατεί το πνεύμα ενός χαρισματικού δασκάλου όπως ο Γιάλομ, ο οποίος εκλαϊκεύει χωρίς να γίνεται απλοϊκός, παίρνει κάτι σύνθετο και σκοτεινό και το βγάζει στο φως με πολύ μεγάλη προσοχή, δίνοντας ταυτόχρονα στο πρόσωπο του θεραπευτή μια απολύτως ανθρώπινη διάσταση».
Η δημοτικότητα των βιβλίων του Γιάλομ δεν στέλνει απευθείας τους Ελληνες στο ντιβάνι, αλλά τους ξεφοβίζει. Και συνεισφέρει αποφασιστικά στην αποδραματοποίηση της υπόθεσης «δυσκολεύομαι σε κάποιους τομείς της ζωής μου και αναζητώ βοήθεια». Η Αγλαΐα Σεμερτζίδου χτύπησε για πρώτη φορά την πόρτα του ψυχοθεραπευτή της το 2002. «Θυμάμαι ότι δεν το είχα πει σε κανέναν στον κοινωνικό μου κύκλο, επικρατούσε η αντίληψη ότι αν έχω κάποιο πρόβλημα θα το πω στους φίλους μου και θα είμαι εντάξει. Επίσης, απέφευγα να δώσω τις αποδείξεις από τις συνεδρίες στον λογιστή μου για να μη δει ότι πηγαίνω σε… ψυχίατρο».
Αυτό που ακολουθεί είναι ένα άλμα. Η ψυχοθεραπεία κανονικοποιείται πλήρως, οι αναταράξεις της δεκαετίας της κρίσης και της πανδημίας αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση. Σχεδόν εκ παραλλήλου η άνθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ευνοεί τις διαδικτυακές εξομολογήσεις επωνύμων και ανωνύμων για πολύ προσωπικά θέματα ψυχικής υγείας. Οι κάποτε παντελώς «αδιάκριτες» ερωτήσεις, όπως «πόσα χρόνια κάνεις ψυχοθεραπεία;» ή «αν βλέπεις κάποιον ειδικό;», εντάσσονται στο κοινωνικό small talk, ιδίως σε συντροφιές εικοσάρηδων και τριαντάρηδων.
«Σήμερα είναι πολύ κουλ να κάνεις ψυχοθεραπεία», μου λέει η Αθανασία Σαϊβατζή, 26 ετών, «τόσο πολύ που όσοι κάνουν το διαλαλούν, γιατί αισθάνονται ότι “ανεβαίνουν” στις παρέες τους, στους φίλους, αλλά και στους υποψήφιους συντρόφους τους. Ειδικά αν ένα αγόρι “ψάχνεται” ψυχοθεραπευτικά, κάτι που είναι κάπως πιο σπάνιο, αυτομάτως παίρνει πολλούς πόντους ανάμεσα στα κορίτσια. Για εμάς είναι το απόλυτο green flag!».
«Μήπως η ψυχοθεραπεία είναι και λίγο μόδα;», ρωτάω την ψυχοθεραπεύτρια Χριστίνα Βλάχου. «Σίγουρα υπάρχει κι ένα στοιχείο lifestyle. Σήμερα πας στον ψυχολόγο όπως πας στον διαιτολόγο ή στη γιόγκα. Οι μόδες, όμως, μόδες έχουν χρόνο λήξης. Ακόμη περισσότερο η διαδικασία της ψυχοθεραπείας, που απαιτεί δέσμευση, χρόνο και χρήμα». Η κλινική ψυχολόγος Αγγελική Μενεδιάτου συμπληρώνει ότι το πραγματικό καύσιμο για την αναζήτηση βοήθειας δεν ήταν καμία μόδα· ήταν «η πραγματική και καταγεγραμμένη σε έρευνες αύξηση των ψυχικών δυσκολιών στη χώρα μας, με βασικά ορόσημα την οικονομική κρίση και την πανδημία».
Aυτό που παραμένει σχετικά σταθερό μέσα στον χρόνο είναι η δυσκολία των ανδρών να αναζητήσουν βοήθεια σε σχέση με τις γυναίκες. «Από προσωπική παρατήρηση θα έλεγα ότι η αναλογία κινείται στις περιοχές του 70% και του 30%, αν και δεν υπάρχει καμία σύγκριση με 10 ή 20 χρόνια πιο πριν. Το πρόβλημα με τους άνδρες είναι ότι έρχονται, αλλά δεν μένουν. Δεσμεύονται πολύ λιγότερο σε μια πιο μακροχρόνια ψυχοθεραπεία αν τους συγκρίνουμε με τις γυναίκες. Ισως γιατί σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν φτάσει στο γραφείο μας με δική τους πρωτοβουλία, αλλά γιατί τους το έχει ζητήσει η σύντροφός τους ή κάποιο τρίτο άτομο», εξηγεί η Αγγελική Μενεδιάτου.
Ποιος θεραπεύει;
Η αύξηση στη ζήτηση έφερε και αύξηση της προσφοράς. Αυτό σε μια χώρα χωρίς μητρώο πιστοποιημένων ψυχοθεραπευτών έμπλεξε τα πράγματα και δημιούργησε σύγχυση. Ενα online σεμινάριο συχνά αρκεί για να δηλώσει κανείς «σύμβουλος ψυχικής υγείας» ή «life coach» και να αρχίσει να βλέπει ανθρώπους στο απολύτως νόμιμο γραφείο του. Ταυτόχρονα, από την εποχή της πανδημίας η ψυχοθεραπεία μέσω Διαδικτύου διχάζει την Ψ κοινότητα.
Ο ψυχίατρος Γιάννης Ζέρβας εμφανίζεται συμφιλιωμένος με τη νέα πραγματικότητα. «Ζούμε αλλιώς πια στη νέα χιλιετία, οι άνθρωποι μετακομίζουν, μεταναστεύουν, αλλάζουν δουλειές και χώρες, δεν μπορούμε να τους πούμε μείνετε στο ίδιο μέρος για πέντε χρόνια για να κάνουμε ψυχοθεραπεία. Αυτό που έχει σημασία είναι η ποιότητα του θεραπευτή», τονίζει. Προσωπικά τον φοβίζει κάτι άλλο. «Υπάρχει ζήτημα με την τεχνητή νοημοσύνη. Ο θεραπευόμενος μπορεί να βλέπει το πρωί τον θεραπευτή και το βράδυ να μιλάει με την Τ.Ν. για τα ίδια θέματα. Ετσι όμως μπαίνει στη μέση μιας θεραπευτικής διαδικασίας, εκπαιδεύει τον θεραπευόμενο στην άμεση ικανοποίηση και επιπλέον η Τ.Ν. είναι φτιαγμένη για να σου λέει αυτό που θέλεις να ακούσεις. Αυτό δεν είναι θεραπεία».

