Το ημερολόγιο έγραφε 23 Δεκεμβρίου 1975. Τα ορεινά της Αθήνας ήταν χιονισμένα, η πρωτεύουσα στολισμένη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε αναχωρήσει για ξεκούραση στην Κέρκυρα, η δίκη για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ήταν σε εξέλιξη. Στο «Σημειωματάριο» της «Κ» εκείνης της μέρας ανακοινωνόταν η χριστουγεννιάτικη δεξίωση του πρεσβευτικού ζεύγους Τζακ και Κονστάνς Κιούμπιτς για το ίδιο βράδυ. Εκείνη τη νύχτα, λίγο μετά τις 10, ο Ρίτσαρντ Γουέλς, σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα, επιστρέφει στο σπίτι του, στο Ψυχικό, με τη σύζυγό του Κίκα. Στο τιμόνι της μαύρης Φορντ είναι ο οδηγός του 46χρονου Γουέλς, ο Βαγγέλης Χρυσοχόου. Οταν ο οδηγός κατεβαίνει για να ανοίξει τη μεταλλική πόρτα της βίλας βλέπει ένα αυτοκίνητο, ένα πράσινο Simca, να έρχεται και να σταματάει λίγα μέτρα μακριά. Το ζευγάρι κατεβαίνει από τη Φορντ. Στην αρχή ο Χρυσοχόου νομίζει ότι πρόκειται για γνωστούς του Γουέλς, αλλά γρήγορα καταλαβαίνει πως πρόκειται για τρεις μασκοφόρους που τους σημαδεύουν με όπλα. Μια μυστηριώδης γυναίκα παραμένει στο πράσινο αυτοκίνητο. Ο αρχηγός των ανδρών, ένας ψηλός με σπαστά μαλλιά, όπως θα καταθέσει αργότερα ο Χρυσοχόου, σημαδεύει τον Γουέλς και του φωνάζει: «Ψηλά τα χέρια». Ο Γουέλς απαντάει «What?» και ο «ψηλός» τον πυροβολεί τρεις φορές με ένα πιστόλι Κολτ των 45 χιλιοστών. Η «17 Νοέμβρη», η τρομοκρατική οργάνωση που στοίχειωσε την Ελλάδα για σχεδόν τρεις δεκαετίες, είχε μόλις γεννηθεί. Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από εκείνο το βράδυ και η «Κ» φιλοξενεί δύο άρθρα που φωτίζουν ορισμένες πτυχές εκείνης της ταραγμένης περιόδου, την πρώτη συνάντηση των ελληνικών διωκτικών αρχών με το φαινόμενο της τρομοκρατίας και τη σύγχυση και τις θεωρίες συνωμοσίας που επικράτησαν στον δημόσιο διάλογο της εποχής.

Μια κεραμίδα για εμάς
Του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου
Μετά την πτώση της χούντας το 1974 και μέχρι να επιστρέψει στην πατρίδα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από την αυτοεξορία του στη Γαλλία, το κράτος έμενε ακυβέρνητο. Η αστυνομία, και ειδικότερα η Ασφάλεια, είχε κυριολεκτικά διαλυθεί. Η διοίκηση, τα στελέχη, αξιωματικοί, ακόμη και απλά όργανα είχαν συλληφθεί, κατηγορηθεί σε μεγάλο βαθμό από συλληφθέντες, βασανισθέντες και παντοιοτρόπως κακοπαθήσαντες πολίτες, οι οποίοι κατήγγειλαν στις δικαστικές αρχές επωνύμως τους παρανομούντες αξιωματικούς και οπλίτες της Ασφάλειας.
Ετσι, στα γραφεία της υπηρεσίας σχεδόν είχαν μείνει τα τραπέζια και οι καρέκλες. Εγώ τότε υπηρετούσα στα Χανιά της Κρήτης απομακρυνθείς από τη ΓΔΕΑ (Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας) στην Αθήνα με βίαιο και βάναυσο τρόπο διότι δεν εκτελούσα τις παράνομες εντολές και σχέδια του δικτατορικού καθεστώτος. Ο τοποθετηθείς ως αρχηγός της Χωροφυλακής, στρατηγός Νικόλαος Κουτσιανάς, ο οποίος με γνώριζε γιατί είχα υπηρετήσει υπό τις διαταγές του στο παρελθόν, με αναζήτησε και βρήκε πού υπηρετούσα και το τηλέφωνό μου.
Με πήρε στο τηλέφωνο του σπιτιού και όχι της υπηρεσίας όπου υπηρετούσα τότε με τον βαθμό του μοίραρχου. Και ο αρχηγός ενεργούσε όχι από το αρχηγείο αλλά από ιδιωτικό τηλέφωνο και ινκόγκνιτο, υπό τον φόβο που υπήρχε εκείνες τις μέρες για πιθανό κίνδυνο αντίδρασης από τα δρώντα ακόμη τότε «σταγονίδια» της δικτατορίας. Ο άνθρωπος που μου μίλησε στο τηλέφωνο είχε πει ότι ήταν ο αρχηγός κι εγώ στην αρχή απόρησα πώς δεν προηγήθηκε ο υπασπιστής τουλάχιστον, αλλά αναγνώρισα τη φωνή του.
Με λίγα λόγια, μου ζήτησε να έλθω στην Αθήνα και να επανιδρύσω την Ασφάλεια. Εγώ εκεί, στην υπηρεσιακή μου εξορία, είχα προαχθεί στον βαθμό του ταγματάρχη.
Στην Αθήνα, αφού ο αρχηγός με διέταξε να εκτελέσω μερικές πολύ δύσκολες και επίπονες υπηρεσιακές αποστολές, τελικά ανέλαβα υπηρεσία στην Ασφάλεια. Επιδόθηκε στη συμπλήρωση των υπηρεσιακών κενών με νέους, έμπειρους και ταλαντούχους αξιωματικούς. Και, να σου, προς το τέλος του Δεκεμβρίου του 1975 μας ξαφνιάζει σαν μεγατονική βόμβα η δολοφονία στο Ψυχικό του Αμερικανού διπλωμάτη Ρίτσαρντ Γουέλς.
Ο Γουέλς ήταν επικεφαλής της CIA στην Ελλάδα. Η παρακολούθηση του αυτοκινήτου του θύματος μέχρι το σπίτι του το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου, γυρίζοντας από μια χριστουγεννιάτικη εκδήλωση, και ο τρόπος εκτέλεσης του εγκληματικού εγχειρήματος μας έδειξε πως εδώ δεν είχαμε έγκλημα συνηθισμένης, κλασικής μεθοδολογίας, αλλά ένα έγκλημα με καλοδουλεμένο σχέδιο προετοιμασίας και εκτέλεσης.
Ενας από τους παρακολουθούντες πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής το θύμα, με συνέπεια ακαριαίο θάνατο. Στον τόπο του εγκλήματος βρήκαμε μια προκήρυξη που έγραφε ότι την ευθύνη αναλάμβανε μια οργάνωση με την ονομασία Επαναστατική Οργάνωση «17 Νοέμβρη». Αλλη κεραμίδα για εμάς. Ψάχναμε, αλλά δεν βρίσκαμε ίχνη τέτοιας οργάνωσης τότε.
«Ο τρόπος εκτέλεσης του εγκληματικού εγχειρήματος μας έδειξε πως εδώ δεν είχαμε έγκλημα συνηθισμένης, κλασικής μεθοδολογίας, αλλά ένα έγκλημα με καλοδουλεμένο σχέδιο προετοιμασίας και εκτέλεσης». Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου
Το γεγονός ότι η οργάνωση αυτή έστειλε στην εφημερίδα «Λιμπερασιόν» μια προκήρυξή της μας έκανε να υποπτευθούμε ότι πιθανόν είχε συνεργασία ή βοήθεια από εγκληματικές οργανώσεις του εξωτερικού. Επιδιώξαμε σχετική συνεργασία με αντίστοιχες αρμόδιες αρχές κρατών του εξωτερικού, αλλά ούτε από εκεί είχαμε αξιόλογες και λυσιτελείς πληροφορίες και συνεργασίες. Και ακριβώς μετά ένα χρόνο, είχαμε νέο παρόμοιο έγκλημα, τη δολοφονία στο Παλαιό Φάληρο του αξιωματικού της Αστυνομίας Πόλεων Ευάγγελου Μάλλιου.
Παράλληλα με τις έρευνες και τις ανακοινώσεις της Αστυνομίας Πόλεων, συνεχίσαμε και εμείς τις έρευνες για την οργάνωση «17 Νοέμβρη». Παρακολουθήσεις και προσαγωγές ενδεχόμενων υποψηφίων θυμάτων, υπόπτων, συλλογή πληροφοριών από πληροφοριοδότες. Μετά εγώ, λόγω προαγωγής, μετατέθηκα σε άλλη υπηρεσία. Επακολούθησαν και άλλες πολλές δολοφονίες. Πολλά χρόνια πέρασαν μέχρι τη στιγμή που μια αθέλητη, άστοχη και ανεπιθύμητη έκρηξη στα χέρια του γιου του παπα-Ξηρού οδήγησε στην αποκάλυψη της περιβόητης εγκληματικής τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη».
Ημουν τότε συνταξιούχος. Ο μεγάλος αριθμός των αποκαλυφθέντων κατηγορουμένων, η προέλευση, το ποιόν και οι ικανότητές τους απέδειξαν τη μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα της δράσης της οργάνωσης αυτής.
Ο κ. Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου είναι στρατηγός ε.α., διετέλεσε διοικητής του τμήματος Εθνικής Ασφαλείας της Υπηρεσίας Ασφαλείας Προαστίων.

Τούρκοι, χουντικοί ή κατάσκοποι;
Της Αδριάννας Ρετζέπη
Παραμονές Χριστουγέννων του 1975. Μια είδηση πέφτει σαν κεραυνός στην πορεία της νεοπαγούς Ελληνικής Δημοκρατίας προς αιθρία, επιφέροντας ένα δια-ιδεολογικό σοκ.
Οι πηχυαίοι τίτλοι στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 24ης Δεκεμβρίου είναι χαρακτηριστικοί: «ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ CIA ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», γράφει η Ελευθεροτυπία, «3 ΜΕΛΑΜΨΟΙ ΞΕΝΟΙ ΕΞΕΤΕΛΕΣΑΝ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ ΤΗΣ CIA» μεταφέρουν «Τα Νέα», «ΣΚΟΤΩΣΑΝ τον αρχηγό της CIA στην Ελλάδα ΤΡΕΙΣ ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΙ» αναφέρει η «Βραδυνή», ενώ η «Καθημερινή» επιλέγει τον τίτλο «ΕΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗ ΤΗ ΝΥΚΤΑ ΣΤΟ ΨΥΧΙΚΟ Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ ΠΡΕΣΒΕΩΣ / Δράστες 3 μασκοφόροι που εξηφανίσθησαν με αυτοκίνητο / Το όνομα του νεκρού ανεφέρετο σε κατάλογο πρακτόρων της CIA».
Πρόκειται για τον Ρίτσαρντ Γουέλς (Richard Welch) ο οποίος από την πρώτη στιγμή χαρακτηρίζεται ως «αρχικατάσκοπος», «κίνδυνος» και «εγκληματίας». Μάλιστα, υιοθετείται και αναπαράγεται το αναλυτικό «βιογραφικό σημείωμα» του Γουέλς, όπως αυτό δημοσιοποιήθηκε μέσω επιστολής που φιλοξένησε η αγγλόφωνη αθηναϊκή εφημερίδα Athens News στις 25/11/1975. Η εν λόγω επιστολή με τίτλο «Ελληνική Επιτροπή αποκαλύπτει την απειλή της CIA στην Αθήνα» στηλίτευε τις δραστηριότητες του Γουέλς και αποκάλυπτε την ιδιότητά του ως αρχηγού της CIA στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Γουέλς θεωρείται, εκτός των άλλων, «ως ο σκοτεινός εγκέφαλος των διακοινοτικών ταραχών του ’63 και ’64 που απέληξαν στους βομβαρδισμούς και στον διαχωρισμό της Λευκωσίας και χωριών της Κύπρου σε ελληνικό και τουρκικό τομέα» («Ελευθεροτυπία», 24/12/1975).
Τις επόμενες ώρες της δολοφονίας, τα πιθανά κίνητρα που εξετάζονται από τις Αρχές ποικίλλουν: από πιθανή εμπλοκή της Τουρκίας με σκοπό να διαταράξει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις μέχρι δράση εξτρεμιστικών ή χουντικών στοιχείων, που στόχευαν να οδηγήσουν σε αδιέξοδο τη Δημοκρατία και την κυβέρνηση Καραμανλή. Το επικρατέστερο σενάριο που εξετάζουν οι Αρχές και υπερθεματίζεται από τον Τύπο, είναι πως πρόκειται για εσωτερική, οικογενειακή υπόθεση των ίδιων των Αμερικανών, με τον Γουέλς να «αποτελεί θύμα του παιχνιδιού των κατασκόπων για να εξυπηρετηθούν γενικώτερα συμφέροντα των μυστικών υπηρεσιών».
Ενδεικτικά, η «Ελευθεροτυπία» στο πρωτοσέλιδο της 27ης Δεκεμβρίου γράφει πως «Η CIA ΘΥΣΙΑΣΕ τον ΓΟΥΕΛΣ», ενώ η «Καθημερινή» σημειώνει πως «ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΦΟΝΟΥ / Ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ πρακτόρων η κυριώτερη εκδοχή».
«Το επικρατέστερο σενάριο ήταν πως επρόκειτο για εσωτερική υπόθεση των Αμερικανών, με τον Γουέλς να “αποτελεί θύμα του παιχνιδιού των κατασκόπων για να εξυπηρετηθούν γενικώτερα συμφέροντα των μυστικών υπηρεσιών”». Αδριάννα Ρετζέπη
Το ίδιο το έγκλημα χαρακτηρίζεται «φρικτό», αλλά και «μεθοδικό», από «επαγγελματίες του είδους», ακριβώς για να υπερτονιστεί ότι είναι έργο ξένων πρακτόρων, ως εσωτερικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών εντός της CIA. Και όσο η εν λόγω πεποίθηση γίνεται βεβαιότητα, τόσο το κοινωνικό σοκ που είναι συνυφασμένο με την αγριότητα της δολοφονίας ισχυροποιείται. Παράλληλα, ισχυροποιείται και επεξηγείται μια παράγωγη συνακόλουθη βεβαιότητα: Οτι αποκλείεται να ευθύνονται Eλληνες για τη δολοφονία.
Χαρακτηριστικά, διαβάζουμε στις εφημερίδες πως «αποκλείεται να είναι Ελληνες πατριώτες οι φονιάδες του Αμερικανού αρχικατασκόπου» («Βραδυνή», 27/12/1975), καθώς «γκάνγκστερς, πληρωμένοι δολοφόνοι, δεν υπήρξαν ποτέ ούτε πρόκειται να υπάρξουν σ’ αυτό τον τόπο» («Ελευθεροτυπία», 10/1/1976), αφού οι Eλληνες «δεν ξέσπασαν ποτέ σε τέτοιες πράξεις παγερής αγριότητος» («Καθημερινή», 25/12/1975).
Aλλωστε, όπως μας ενημερώνει η «Ελευθεροτυπία» (5/1/1976), η οποία αποδίδει την απόπειρα εμπλοκής Ελλήνων στη δολοφονία Γουέλς σε «σατανικό σχέδιο» του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ, «την τρίτη ημέρα του φόνου του Γουέλς εμφανίστηκε μία άγνωστη οργάνωση, η οποία ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας, αλλά η προσπάθεια αυτή έπεσε εντελώς στο κενό γιατί απεκαλύφθη ότι η οργάνωση αυτή είναι εντελώς ανύπαρκτη». Στο ίδιο πνεύμα, η «Καθημερινή» (25/12/1975) αποφαίνεται πως: «Οι μασκοφόροι του Ψυχικού ήταν επαγγελματίες, πληρωμένοι δολοφόνοι, εγκληματίες για λογαριασμό τρίτων. Και ας μην παρουσιάζονται δήθεν ομάδες με ελληνικά αρχικά που είναι δήθεν υπεύθυνοι για την εφιαλτική εκτέλεση του ξένου διπλωμάτου».
Η επίμονη άρνηση απόδοσης ευθύνης για τη δολοφονία Γουέλς σε Ελληνες εκ μέρους των δημοσιογράφων –έστω ως εξέταση της λιγότερο επικρατέστερης εκδοχής– αντανακλά μια ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική συνθήκη που δεσπόζει στη νεοσύστατη μεταπολιτευτική δημοκρατία, εντός της οποίας το έθνος ανανοηματοδοτείται ως αντι-φασιστικό και διαρκές θύμα του ξένου δυνάστη: Πρόκειται για τη συνθήκη ενός καθολικού αντιαμερικανικού αισθήματος που τέμνει εγκάρσια τις κοινωνικές, ιδεολογικές και κομματικές διαιρέσεις.
Επιπλέον, η θεώρηση της δολοφονίας ως πράξη της CIA προσλαμβάνεται ως μία ακόμη επίθεση απέναντι στην πορεία του έθνους προς την εθνική ανεξαρτησία, καθώς ανασύρει το ανεπούλωτο τραύμα της θιγμένης εθνικής υπερηφάνειας η οποία θεωρείται πως εμπαίζεται εκ νέου και από τις ίδιες ξένες δυνάμεις που ευθύνονται για την πρόσφατη σκοτεινή επταετία.
Eνα χρόνο αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου 1976, δολοφονείται ο απότακτος αστυνομικός Ευάγγελος Μάλλιος, γνωστός για τις κατηγορίες που τον βάραιναν ως βασανιστή της χούντας. Την ευθύνη αναλαμβάνει η πρωτοεμφανιζόμενη Επαναστατική Οργάνωση «17 Νοέμβρη», η οποία, όπως γίνεται γνωστό, ευθύνεται και για τη δολοφονία του Γουέλς. Είναι τότε που δημοσιεύονται οι προκηρύξεις ανάληψης ευθύνης για τη δολοφονία Γουέλς, σε πλήρη ευθυγράμμιση με το έντονο αντιαμερικανικό κλίμα που είχε κορυφωθεί ένα χρόνο νωρίτερα.
Η κ. Αδριάννα Ρετζέπη είναι υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ.

