να-χτίσουμε-ξανά-την-γκρεμισμένη-αθήν-563949493

Να χτίσουμε ξανά την γκρεμισμένη Αθήνα

Την ώρα που ο Τραμπ προσπαθεί να επιβάλει με κανονιστικές πράξεις την επιστροφή στην κλασικιστική αρχιτεκτονική, το κίνημα του Architectural Uprising ζητάει την αναβίωση των παραδοσιακών στυλ. Στην Αθήνα, το κίνημα νοσταλγεί τα εμβληματικά κτίρια που κατεδαφίστηκαν και εξηγεί στην «Κ» το γιατί

Φόρτωση Text-to-Speech...

Τα αθηναϊκά «τότε και τώρα», η αντιπαραβολή κατεδαφισμένων μεγάρων με τους συνήθως πολύ λιγότερο φιλόδοξους αρχιτεκτονικά αντικαταστάτες τους, είναι μια σταθερή πηγή νοσταλγίας, αναπόφευκτων εξιδανικεύσεων και επιβεβαίωσης της χαμηλής αυτοπεποίθησης της πόλης. Ταυτόχρονα τρέφουν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους συζητήσεις.

Να χτίσουμε ξανά την γκρεμισμένη Αθήνα-1

Να χτίσουμε ξανά την γκρεμισμένη Αθήνα-2Από τα φαντασιωτικά «what if» της Αθήνας (ποια θα ήταν η θέση της πόλης στον κόσμο αν είχε κρατήσει στο κέντρο της έναν πυρήνα 100 προπολεμικών κτιρίων πρώτης γραμμής;) μέχρι πιο παραγωγικές αναζητήσεις που συντονίζονται με διεθνή ρεύματα σκέψης, η καταβύθιση στο αστικό παρελθόν είναι μερικές φορές πολύ πιο επίκαιρη απ’ όσο πιστεύουμε.

Με διατάγματα

Δείτε, για παράδειγμα, τι έγινε την τελευταία Πέμπτη του Αυγούστου. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε ένα διάταγμα με τον εύγλωττο τίτλο «Making Federal Architecture Beautiful Again» (Κάνοντας την ομοσπονδιακή αρχιτεκτονική όμορφη ξανά) σε μια ομολογουμένως εμπνευσμένη παράφραση της διάσημης επωνυμίας του κινήματός του (Make America Great Again/MAGA). Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια γραφειοκρατική ντιρεκτίβα που επιχειρεί να επιβάλει στα νέα κυβερνητικά κτίρια μια ενιαία σχεδιαστική αισθητική στην παράδοση των πιο κλασικότροπων αρχιτεκτονικών τύπων που εμπνέονται από ελληνορωμαϊκές φόρμες και διακοσμητικά στυλ με ευρωπαϊκές ρίζες (αρ ντεκό κ.λπ.).

Η εμμονή στα «κλασικά ιδεώδη» μιας «παλιάς, καλής αρχιτεκτονικής» αποτελεί θεμελιώδη αξία της τραμπικής ιδεολογίας: ανάλογο διάταγμα είχε προωθήσει ο νυν πρόεδρος κατά τη διάρκεια και της πρώτης του θητείας. Ηρθε, όμως, ο διάδοχός του στον Λευκό Οίκο Τζο Μπάιντεν να το καταργήσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Τώρα επανέρχεται θριαμβευτικά με ανατριχιαστικές προβλέψεις. Οι αρχιτέκτονες που θα εμπλέκονται στον σχεδιασμό κρατικών υποδομών θα πρέπει να έχουν εξειδίκευση στην κλασική και παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ενώ κάθε παρέκκλιση από τα «κλασικά» πρότυπα πρέπει να τεκμηριώνεται προσεκτικά στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης. Η μοντέρνα και η μπρουταλιστική αρχιτεκτονική περιγράφονται περίπου ως «ανεπιθύμητες».

«Περιβάλλοντα που στερούνται φυσικής γεωμετρίας γίνονται δυσανάγνωστα και, υποσυνείδητα, απειλητικά – για τον ίδιο λόγο που ένας σκοτεινός χώρος είναι πιο απειλητικός από έναν φωτεινό».

Κι επειδή η «δεύτερη φορά θα είναι αλλιώς», καθόλου συμπτωματικά, λίγες εβδομάδες μετά την επιστροφή του επίμαχου διατάγματος, θηριώδη μηχανήματα άρχισαν να κατεδαφίζουν την Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Το «πρόβλημα» εδώ δεν ήταν το αρχιτεκτονικό στυλ αλλά το (μικρό/προβληματικό) μέγεθος του επίσης κλασικότροπου κτιρίου. Σύμφωνα με τον κριτικό των Financial Times Εντουιν Χίθκοουτ, τα πρώιμα σχέδια υποδηλώνουν ότι η νέα αίθουσα χορού θα αποδειχθεί δυσανάλογα ογκώδης σε σχέση με τον Λευκό Οίκο, συγκρίνοντάς την με «ένα υπερωκεάνιο αγκυροβολημένο δίπλα σε ένα βενετσιάνικο palazzo». Η ανάθεση του έργου στον Τζέιμς ΜακΚρέρι, έναν αρχιτέκτονα αφοσιωμένο στις «κλασικές αξίες» και διαπρύσιο κατήγορο της λεγόμενης και «αποδομητικής» μοντέρνας αρχιτεκτονικής με «εξειδίκευση» σε εκκλησιαστικά κτίρια, είχε περισσότερο συμβολική αξία δεδομένης της κλασικής γραμμής του Λευκού Οίκου που θα δέσμευε κάθε στοιχειωδώς νουνεχή πρόεδρο.

Να χτίσουμε ξανά την γκρεμισμένη Αθήνα-3

Να χτίσουμε ξανά την γκρεμισμένη Αθήνα-4Το New Urbanism

Δεν ανακάλυψε ξαφνικά ο Τραμπ τις «κλασικές» αξίες. Οσα πρεσβεύει σήμερα ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είναι παρά η κακοφορμισμένη κορυφή ενός παγόβουνου που έχει ρίζες στο στιβαρό ρεύμα της νεο-παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του New Urbanism με άτυπη ιδεολογική έδρα το Πανεπιστήμιο Notre Dame στην Ινδιάνα των ΗΠΑ, εκεί όπου τρεις αρχιτέκτονες ελληνικής καταγωγής, ο Νίκος Σαλίγκαρος, ο Ριχάρδος Οικονομάκης και ο Μάικλ Λυκούδης, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του «μετώπου».

Μακριά από φτηνές ρέπλικες του παρελθόντος, με πολύ σοβαρό οικολογικό υπόβαθρο, μια κρίσιμη μάζα αρχιτεκτόνων αντιπαρέβαλε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 ένα νέο μανιφέστο αισθητικής και λειτουργικής οργάνωσης των πόλεων προτάσσοντας πιο αρμονικές μορφές και υλικά περισσότερο φιλικά στο περιβάλλον. Κτίρια με επικλινείς στέγες, εξωτερικούς τοίχους και ανοίγματα από συμπαγή υλικά, ήταν πολύ χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος το οποίο σταδιακά διείσδυσε βαθύτερα σε κοινωνίες πιο «έτοιμες» να το υποδεχθούν, όπως η βρετανική και η αμερικανική. Ο σημερινός βασιλιάς του Ηνωμένου Βασιλείου Κάρολος Γ΄ υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες του «κινήματος».

Παραφυάδα των «νεο-παραδοσιακών» θεωρείται η κοινότητα του Architectural Uprising που δεν πρεσβεύει μόνο την κατασκευή κτιρίων που παραπέμπουν σε πιο «παλιομοδίτικες» μορφές, αλλά και την αντικαταστάση μοντέρνων οικοδομών ή και αρχιτεκτονικών συνόλων από τους ιστορικούς «προγόνους» του. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, οι Ελληνες εκπρόσωποι της αθηναϊκής εκδοχής του Architectural Uprising, ο νευροεπιστήμονας Αλέξανδρος Λάβδας και ο αρχιτέκτονας Λαζαρής Ζαούσης, θα ήταν πολύ ευχαριατημένοι αν στη θέση του γυάλινου κτιρίου στη συμβολή της Πανεπιστημίου με τη Βασιλίσσης Σοφίας έβλεπαν να «φυτρώνει» το κατεδαφισμένο από το 1971 Μέγαρο Παπούδωφ.

«Ο μοντερνισμός, αντιλαμβανόμενος τα κτίρια ως “μηχανές κατοίκησης”, επιδίωξε την εξάλειψη της διακόσμησης. Ωστόσο η διακόσμηση και η υλικότητα των φυσικών επιφανειών δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά λειτουργικά στοιχεία που διευκολύνουν την αντίληψη του χώρου», εξηγεί με την επιστημονική του ιδιότητα ο Αλέξανδρος Λάβδας, μόνιμος κύριος ερευνητής στο Eurac Research στο Μπολζάνο της Ιταλίας. «Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι συντονισμένος σε μορφές οργανωμένης πολυπλοκότητας, τις οποίες επεξεργάζεται χωρίς προσπάθεια. Οι τέλειες ευθείες, επίπεδα, γραμμές, δεν υπάρχουν στη φύση, είναι αφαιρέσεις για να κάνουμε τη δουλειά μας όταν κάνουμε υπολογισμούς και, παρά την απλότητά τους, είναι πιο δύσκολα στην επεξεργασία τους. Ετσι, περιβάλλοντα που στερούνται φυσικής γεωμετρίας γίνονται δυσανάγνωστα και, υποσυνείδητα, απειλητικά – για τον ίδιο λόγο που ένας σκοτεινός χώρος είναι πιο απειλητικός από έναν φωτεινό. Ασφαλώς υπάρχει χώρος για μοντέρνα στοιχεία σε μια πόλη, αλλά όχι κατ’ αποκλειστικότητα, και όχι καταστρέφοντας ιστορικά σύνολα», συμπληρώνει ο επικεφαλής του Τμήματος Ψυχολογίας του αθηναϊκού παραρτήματος του Webster University, και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Human Architecture and Planning Institute στο Concord της Μασαχουσέτης.

Οπως συμβαίνει συχνά, το κίνημα του Architectural Uprising έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά στην Αμερική απ’ ό,τι στην Ευρώπη, μας εξηγεί ο Ανδρέας Γιακουμακάτος, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Στην πρώτη, επικρατεί μια στυλιστική προσέγγιση για το «ένδυμα» της αρχιτεκτονικής· στη δεύτερη διατυπώνεται ένας προβληματισμός για τις συνθήκες ζωής στις σύγχρονες πόλεις, καθώς και το δικαίωμα στην άποψη για την αρχιτεκτονική όχι μόνο από τους «ειδικούς» αλλά και από τους πολίτες και τους χρήστες.

Γιατί όμως τέτοια αντίδραση απέναντι στη σύγχρονη αρχιτεκτονική; «Τη σύγχρονη μουσική, τη σύγχρονη τέχνη ή τον σύγχρονο χορό παρακολουθούμε με δική μας συνειδητή επιλογή, έχοντας αντίστοιχο ενδιαφέρον και καλλιέργεια», τονίζει ο Ανδρέας Γιακουμακάτος. «Η αρχιτεκτονική όμως, καθώς είναι η πιο αναγκαία από τις τέχνες, είναι μια τέχνη την οποία δεν επιλέγουμε αυτοβούλως αλλά ζούμε υποχρεωτικά με αυτή, κατά περιπτώσεις την “υφιστάμεθα”. Είναι γνωστή η διαφορά του τρόπου σκέψης και του γούστου των αρχιτεκτόνων από εκείνη της πλειονότητας των πολιτών διεθνώς, οι οποίοι ταυτίζουν την beautiful architecture με την προμοντέρνα αρχιτεκτονική. Οι προσλαμβάνουσές τους παρέχουν τη δυνατότητα εξοικείωσης με τα ιστορικά στυλ, όχι με τους πειραματισμούς και τις προτάσεις των αρχιτεκτόνων του 20ού και του 21ου αιώνα. Με άλλα λόγια, ακούμε περισσότερο Σούμπερτ παρά Ξενάκη. Με το παρελθόν νιώθουμε ασφάλεια, νοσταλγία και οικειότητα. Το παρόν και το μέλλον μας φοβίζουν, πόσο μάλλον όταν καλούμαστε να τα κατοικήσουμε».

Πλειοψηφικό γούστο

Οταν ζητάω από τον Αλέξανδρο Λάβδα ένα σχόλιο για τις πρωτοβουλίες Τραμπ, μου λέει ότι το περίεργο δεν είναι γιατί ένας πολιτικός αποφασίζει να σεβαστεί την καταγεγραμμένη σε σειρά ερευνών κοινής γνώμης επιθυμία του 70% των πολιτών του αλλά γιατί οι Δημοκρατικοί θεωρούν «προοδευτικό» να μη συνταχθούν μαζί του. «Δεν μπορώ να ξέρω αν πραγματικά τον ενδιαφέρει το θέμα ή απλώς το κάνει για να γίνει δημοφιλής (το πιθανότερο, αν δει κανείς τα κτίριά του…) αλλά τελικά αυτό είναι δευτερεύον. Κάνει αυτό που οι περισσότεροι εγκρίνουν, και ορθώς».

Από την πλευρά του ο καθηγητής Ανδρέας Γιακουμακάτος δεν παραβλέπει τις ευθύνες των αρχιτεκτόνων για τον σχεδιασμό νέων κτιρίων και περιοχών κατοικίας, για τον προβληματικό «εκσυγχρονισμό» ιστορικών κατασκευών ή για την αδυναμία κατανόησης ζητημάτων ένταξης, καθώς υπερείχε ο σχεδιαστικός εγωισμός. «Είναι επίσης κατανοητή η συλλογική αντίδραση και απόρριψη σύγχρονων κτιρίων (εμβληματικό παράδειγμα το μουσείο Μουνκ στο Οσλο).

Θα μπορούσαμε να διανοηθούμε το Μουσείο της Ακρόπολης με δωρικές κολόνες, ζωφόρους και αετώματα; Φαίνεται ότι η διάσταση ανάμεσα στο αρχιτεκτονικό και στο συλλογικό γούστο δύσκολα θα θεραπευτεί».

Ωστόσο, οι απόψεις του κινήματος του Architectural Uprising είναι ετερόκλητες, αντιφατικές και εντέλει αναχρονιστικές: θα ήταν σαν η σύγχρονη δημιουργία να επέστρεφε στη μουσική Μπαρόκ ή στη ζωγραφική Σχολή του Μονάχου, ή στην αισθητική της Λίμνης των Κύκνων. Αντίστοιχα, θα μπορούσαμε να διανοηθούμε το Μουσείο της Ακρόπολης ή το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με δωρικές κολόνες, ζωφόρους και αετώματα; Φαίνεται πάντως ότι η διάσταση ανάμεσα στο αρχιτεκτονικό και το συλλογικό γούστο δύσκολα θα θεραπευτεί», προβλέπει ο Ανδρέας Γιακουμακάτος.

Στην Ελλάδα οι εφαρμογές του New Urbanism και του πιο «κινηματικού» Architectural Uprising είναι απειροελάχιστες και φέρουν, σχεδόν όλες, την υπογραφή του γεννημένου στη Λευκάδα Δημήτρη Πορφύριου που ίδρυσε το 1984 το γραφείο του στο Λονδίνο (Porphyrios Associates) και έκτοτε βρίσκεται για τέσσερις δεκαετίες στην ελίτ της νεο-παραδοσιακής έκφρασης. Σήμερα θρωρείται ο πιο «διεθνής» Ελληνας αρχιτέκτονας στον κόσμο με πλήθος έργων μεγάλης κλίμακας από την Οξφόρδη και το Κέμπριτζ μέχρι το Λονδίνο και τη μονή Σινά. Το κτίριο γραφείων της Interamerican στη λεωφόρο Συγγρού, το διεθνώς βραβευμένο έργο της Πιτυούσας στις Σπέτσες και ο σχεδιασμός του υπό κατασκευήν οικιστικού πρότζεκτ «Apollo Hills» στα πρώην κτήματα Κόνιαρη στη Βούλα είναι τα πιο γνωστά «ελληνικά» του έργα. Πιστεύει ότι ο κλασικισμός δεν είναι ούτε στυλ ούτε δόγμα, αλλά φιλοσοφία ζωής. «Το κλασικό είναι σαν να μιλάει για την ελεύθερη βούληση που καλλιεργείται από την παράδοση».

Οι φωτογραφίες αρχείου προέρχονται από τον τόμο της Ακαδημίας Αθηνών «Η νεοκλασσική Αθήνα του Παύλου Μ. Μυλωνά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT