Με τον βουλευτή κ. Κυριαζίδη αξίζει να ασχολείται κανείς όσο παροιμιωδώς ασχολήθηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου με τον θορυβοποιό βουλευτή στην προδικτατορική Βουλή: «Ποιος μίλησε;». «Α, εσείς. Ανευ σημασίας, τότε».
Ο σεξισμός, η ασυναρτησία και η γελοιότητα δεν είναι καινούργια φαινόμενα, ούτε προβλέπεται να εκλείψουν σύντομα. Αλλού είναι το ενδιαφέρον. Πού; Στην αυθόρμητα καθολική καταδίκη του βουλευτή. Ολοι, αμέσως, ανεξαρτήτως πολιτικών διαφορών, αντέδρασαν ορθά. Αυτή η στάση είναι αξιοπρόσεκτη. Το ίδιο θα συνέβαινε αν ο εν λόγω, ή κάποιος άλλος, βουλευτής απευθυνόταν περιφρονητικά σε έναν γκέι βουλευτή. Κατά τούτο έχουμε κάνει σημαντική πρόοδο στον δημόσιο βίο.
Η δύναμη του ενάρετου αυτονόητου είναι το θεμέλιο της συμβίωσης. Γιατί; Διότι υποδηλώνει ότι κάποιες κοινές αξίες έχουν εμπεδωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν διανοούμαστε τη μη τήρησή τους. Τα αυτονόητα δημιουργούν νοοτροπία και ήθος: ορίζουν ένα κανονιστικό πεδίο δράσης, στο οποίο επιβραβεύονται ή τιμωρούνται συμπεριφορές.
Οσο πιο πολλά είναι τα ενάρετα αυτονόητα, τόσο πιο απρόσκοπτη γίνεται η ανθρώπινη επικοινωνία, έτσι ώστε να μην εστιάζουμε στις προϋποθέσεις της, αλλά στις ουσιαστικές διαφορές μας. Η επικοινωνία γίνεται πιο ουσιώδης, και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που μας απασχολούν πληρέστερα, όταν αυτονοήτως ανταλλάσσουμε με ειλικρίνεια απόψεις, σεβόμαστε τα γεγονότα, και δεν λέμε ψέματα. Οι οικονομολόγοι θα μας έλεγαν ότι μειώνονται τα κόστη συναλλαγών όταν αυτονοήτως τα άτομα γνωρίζουν ότι πρέπει να τηρούν λ.χ. τις δεσμεύσεις και τα συμβόλαιά τους. Οι μελετητές των οργανισμών θα παρατηρούσαν ότι χάρη στα ενάρετα αυτονόητα κυριαρχεί η αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς σε υγιείς οργανισμούς, έτσι ώστε να αποφεύγονται χρονοβόρες διαδικασίες, γραφειοκρατικοί μηχανισμοί ελέγχου, και άσκηση ψυχοφθόρων πειθαρχικών διώξεων.
Τα ενάρετα αυτονόητα συνιστούν το απόθεμα άρρητης γνώσης μιας κοινότητας, χωρίς το οποίο ο ορθολογικός διάλογος είναι αδύνατος. Το σεξιστικό σχόλιο του κ. Κυριαζίδη παραβιάζει την αυτονόητη αρχή του σεβασμού του συνομιλητή, όσο αντιπαθείς κι αν είναι οι απόψεις του. Ακριβώς επειδή ο σεβασμός είναι αυτονόητος, μπορούμε να επικεντρωθούμε στο περιεχόμενο των όσων λέει ο συνομιλητής ή συνομιλήτρια, προκειμένου να διαλεχθούμε μαζί του/της. Σε διαφορετική περίπτωση, ο μη σεβασμός του συνομιλητή καθηλώνει το διάλογο στο προ-ορθολογικό στάδιο, στο οποίο επικεντρωνόμαστε στο πρόσωπο και όχι στις απόψεις του συνομιλητή.
Δεν μας έχει εκπλήξει ευχάριστα η ελληνική Βουλή με τα ενάρετα αυτονόητά της. Λόγου χάρη, να αποδοκιμάζεται από το κόμμα του ο βουλευτής που παρεκτρέπεται λεκτικά. Να παραιτείται αυτονόητα το μέλος του κοινοβουλίου που αποδεικνύεται ότι είπε ψέματα στη Βουλή ή παραβίασε τον νόμο. Να ωθείται εκτός κυβέρνησης ο υπουργός που καταφανώς παραπλάνησε το κοινοβούλιο. Να μην κυριαρχούν κομματικά κριτήρια όταν κρίνονται από τη Βουλή οι τυχόν ποινικές ευθύνες ενός βουλευτή. Να αναλαμβάνει την ευθύνη και να παραιτείται από το πόστο του αυτός που θεσμικά φέρει την ευθύνη για ένα εξαιρετικά δυσάρεστο συμβάν. Να μην τίθεται εκ νέου υποψήφιος βουλευτής από το κόμμα του ο υπουργός στη βάρδια του οποίου συνέβη μια ανείπωτη τραγωδία. Να εξοστρακίζεται ο χυδαίος από την πολιτική. Κ.ο.κ.
Οσο πιο πολλά είναι τα ενάρετα αυτονόητα, τόσο πιο υγιής είναι ο δημόσιος βίος και τόσο πιο πολύ μπορούμε να είμαστε περήφανοι ως πολίτες.
*Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick

