«Ενιωσα παγιδευμένη» λέει στην «Κ» μια γυναίκα από την Τυνησία η οποία εργάζεται τα τελευταία χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κέντρων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με όσα αφηγείται, οι χιλιάδες εργαζόμενοι σ’ αυτήν την εταιρεία προέρχονται στη συντριπτική τους πλειονότητα από χώρες όπως η Τυνησία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος και η Τουρκία. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις υπόλοιπες ομοειδείς εταιρείες.
Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι εργάζονται στην Ελλάδα –όπως κι όλοι όσοι προέρχονται από χώρες εκτός της Ε.Ε.–, έχοντας λάβει «βίζα ειδικού σκοπού». Μέσω αυτού του καθεστώτος, έχουν το δικαίωμα να εργαστούν μόνο στη συγκεκριμένη εταιρεία ή σε κάποια από τις λιγοστές παρόμοιες που έχουν αντίστοιχο αντικείμενο. Σε διαφορετική περίπτωση επιστρέφουν στη χώρα τους.
«Η πιο γρήγορη διαδικασία στον κόσμο»
Η εργαζόμενη από την Τυνησία που μίλησε στην «Κ» ήρθε στην Ελλάδα στα τέλη του 2020. Οπως αφηγήθηκε, ένας ομοεθνής φίλος της, που ήδη εργαζόταν στη συγκεκριμένη εταιρεία στην Ελλάδα, της πρότεινε τη συγκεκριμένη δουλειά. Εκτοτε όλα κύλησαν πολύ γρήγορα, μέσα σε περίπου 2-3 εβδομάδες. «Αν θυμάμαι καλά, έλαβα τη βίζα μέσα σε μισή ημέρα. Ηταν η πιο γρήγορη διαδικασία στον κόσμο», περιγράφει.
Κανείς δεν μου είχε μιλήσει για το καθεστώς της βίζας. Ούτε η εταιρεία ούτε ο φίλος μου. Αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη. Ενιωσα παγιδευμένη.
Μόνο όταν έφθασε στην Ελλάδα συνειδητοποίησε την ακριβή συνθήκη. «Κανείς δεν μου είχε μιλήσει για το καθεστώς της βίζας. Ούτε η εταιρεία ούτε ο φίλος μου. Αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη. Ενιωσα παγιδευμένη», λέει στην «Κ».
Βίζα ειδικού σκοπού
7 στους 10 εργαζόμενους στις εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κέντρων στην Ελλάδα προέρχονται από τρίτες χώρες. Στην πλειονότητά τους είναι υπήκοοι χωρών εκτός Ε.Ε., όπως η Τυνησία, ο Λίβανος, η Τουρκία, το Μαρόκο, η Αλγερία και η Αίγυπτος.Ο νέος μεταναστευτικός κώδικας τους εντάσσει στο καθεστώς της μετάκλησης. Δηλαδή, με το που λήγει η εργασιακή τους σχέση, είναι υποχρεωμένοι να γυρίσουν άμεσα στην πατρίδα τους.Συνήθως εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μικρής διάρκειας.
*Πηγή: Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής (ΣΕΤΗΠ)
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Περράκη, πρόεδρο του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής (ΣΕΤΗΠ), «ο νέος μεταναστευτικός κώδικας εντάσσει τους συγκεκριμένους εργαζόμενους στο καθεστώς της μετάκλησης. Δηλαδή, με το που λήγει η εργασιακή τους σχέση, είναι υποχρεωμένοι να γυρίσουν αμέσως στην πατρίδα τους, χωρίς να τους δίνεται η δυνατότητα ούτε να βρουν δουλειά ακόμη και σε ομοειδή εργασία». Προκειμένου να αλλάξει το καθεστώς της βίζας «θα πρέπει να συμπληρώσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια στην Ελλάδα, εργαζόμενοι μόνο σε τηλεφωνικά κέντρα, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να συμβεί».
Αναφορικά με το πώς οι συγκεκριμένες εταιρείες εντοπίζουν εργαζόμενους από χώρες εκτός της Ε.Ε., ο κ. Περράκης ανέφερε ότι «υπάρχουν στο τμήμα προσωπικού άνθρωποι που βάζουν αγγελίες σε αυτές τις χώρες. Οσους ξεχωρίζουν, τους φέρνουν στην Ελλάδα». Αφότου έρθουν, η πλειονότητα αυτών των εργαζομένων, σύμφωνα με τον ίδιο, «εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μικρής διάρκειας, ώστε να αυξάνεται η πίεση».
Αλλωστε, όπως περιγράφει η συγκεκριμένη εργαζόμενη από την Τυνησία, «σε αρκετούς συναδέλφους η ανανέωση των συμβολαίων γίνεται κάθε μήνα. Φανταστείτε το άγχος».
Η ίδια βρέθηκε πολύ κοντά στο να αναγκαστεί να επιστρέψει στην πατρίδα της. Οπως εξηγεί, τρεις μήνες αφότου έπιασε δουλειά στην εταιρεία, το πρότζεκτ για το οποίο είχε προσληφθεί έληξε. «Μου είπαν ότι δεν θα ανανεώσουν το συμβόλαιο και ότι μπορώ να πάω πίσω στη χώρα μου και, αν χρειαστεί, θα με ξαναφέρουν. Ετσι, βρέθηκα σε μια κατάσταση να μην έχω οικονομίες και να μην μπορώ να εργαστώ παρά σε ελάχιστες παρόμοιες εταιρείες».
Σε αρκετούς συναδέλφους η ανανέωση των συμβολαίων γίνεται κάθε μήνα. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να μη τα ανανεώσουν. Φανταστείτε το άγχος.
Οπως αναφέρει «για το συγκεκριμένο έργο προσέλαβαν ακόμη 8-10 άτομα. Οταν δεν μας χρειάζονταν άλλο, έπρεπε να φύγουμε». Οπως συνέβη στην πλειονότητα των συναδέλφων της. Οχι όμως και στην ίδια: «Εχω μάθει να διεκδικώ τα δικαιώματά μου, οπότε προσπάθησα να πιέσω όσο περισσότερο μπορούσα να μου βρουν άλλο πρότζεκτ, επειδή δεν είχα άλλο τρόπο να επιβιώσω». Επειτα από δύο εβδομάδες σε αναμονή, μπήκε σε άλλο πρότζεκτ. Εκτοτε παραμένει «εγκλωβισμένη», όπως λέει, στην εταιρεία. «Πολλοί άνθρωποι, όπως εγώ που εργαζόμαστε εκεί έχουμε πτυχίο πανεπιστημίου. Δεν πίστευα όταν ερχόμουν ότι θα παρέμενα σε τηλεφωνικό κέντρο. Δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα δεύτερης δουλειάς, προκειμένου να εξερευνήσουμε και έναν άλλο τομέα. Βασικά, δεν έχουμε δικαίωμα για τίποτα».
Μισθοί δύο ταχυτήτων
Αναφορικά με τις εργασιακές συνθήκες, σχολίασε ότι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό «από τον προϊστάμενό σου. Ο δικός μου αυτή τη στιγμή είναι “άνθρωπος”. Δεν είναι κάτι δεδομένο αυτό. Σε άλλες περιπτώσεις δεν σου επιτρέπουν ούτε να πας στην τουαλέτα τη στιγμή που θες». Οσοι προέρχονται από ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με την ίδια, «έχουν πιο ευνοϊκές συνθήκες εργασίας, με καλύτερους μισθούς. Δεν είναι δίκαιο εφόσον κάνουμε την ίδια δουλειά».
Από την πλευρά του, ο κ. Περράκης ανέφερε ότι το καθεστώς της «βίζας ειδικού σκοπού» αξιοποιείται από τις εταιρείες, προκειμένου «οι εργαζόμενοι να ανέχονται τους χαμηλούς μισθούς, τις πιέσεις και την εντατικοποίηση. Συχνά εργάζονται πέρα από το ωράριό τους, χωρίς υπερωρίες, προκειμένου να σώσουν τη δουλειά τους».
«Μου είπαν ότι μου έκαναν χάρη»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε σε δηλώσεις που παραχώρησε στην «Κ» και άλλη πρώην εργαζόμενη της ίδιας εταιρείας. Εφθασε στην Ελλάδα στις αρχές του 2021. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι «οι προϊστάμενοί σου νοιάζονται μόνο για τους αριθμούς. Σε πιέζουν για νούμερα που δεν είναι στο χέρι σου να πιάσεις». Επειτα από μια φιλονικία που είχε με έναν συνάδελφό της, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια έκανε ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια, διαμαρτυρήθηκε στους υπευθύνους της, οι οποίοι «μου είπαν ότι μου έκαναν χάρη που με έφεραν πίσω στο πρότζεκτ επειδή οι αριθμοί μου είναι χαμηλοί και πως με έσωσαν από τη φτώχεια». Λίγο καιρό μετά απολύθηκε.
Πλέον είναι παντρεμένη και η βίζα της έχει ανανεωθεί, αλλά όσο ήταν ανύπαντρη και βρισκόταν στο καθεστώς της «βίζας ειδικού σκοπού» αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να βοηθήσει τον εαυτό της. «Δεν είχα έρθει στην Ελλάδα απλώς για να γυρίσω πίσω. Εχω πτυχίο και ήμουν αναγκασμένη να δουλεύω μόνο ως τηλεφωνήτρια. Το 80% των ομοεθνών συναδέλφων μου είχαν πτυχίο. Ηταν εξευτελιστικό».

