Η Aννα Συνοδινού, η Μελίνα Μερκούρη, ο Θύμιος Καρακατσάνης, η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Oλοι τους προκάλεσαν «σεισμό» στην Επίδαυρο μέχρι που, «και ενώ το θέατρο ήτο ασφυκτικώς πλήρες, εις μία στιγμή θεαταί του άνω διαζώματος ανεξελέγκτως, εισώρμησαν και διασπάσαντες την ζώνην της χωροφυλακής, κατέλαβον θέσεις εις το κάτω διάζωμα, προοριζομένας διά θεατάς που επλήρωσαν εισιτήρια 100, 60 και 40 δραχμών, πολλοί των οποίων, κατόπιν τούτου, έμειναν άνευ θέσεως, όρθιοι, εντός του θεάτρου, αναγκασθέντες εν τέλει να καθήσουν κατά γης», όπως έγραφε η «Καθημερινή» στις 7 Ιουλίου 1956 για την «Αντιγόνη» του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με την Αννα Συνοδινού στον ομώνυμο ρόλο. Περασμένα μεγαλεία; Το κλέος της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας έχει ξεθωριάσει μπροστά στη δυναμική θεατρικών σχημάτων που μιλούν τη γλώσσα της νεολαίας με σύγχρονα κείμενα; Σε συναυλίες του καλοκαιριού γίνεται το αδιαχώρητο από νέους και μεγαλύτερους, που αποθεώνουν μουσικούς-σταρ βγαλμένους από τα κανάλια του Διαδικτύου και θέλουν να ξεδώσουν μετά δύο χρόνια πανδημίας. Αντιθέτως, το κοινό στο εμβληματικό θέατρο είναι μειωμένο σε σχέση με τις προσδοκίες. Το Φεστιβάλ της Επιδαύρου σαν να ξέμεινε φέτος από… καύσιμα, καθώς το κόστος του ταξιδιού και της (έστω) μονοήμερης παραμονής είναι δυσθεώρητο.
«Αναιμική» πρεμιέρα
Το Φεστιβάλ Επιδαύρου έκανε πρεμιέρα στις αρχές Ιουλίου με την «Aλκηστη» σε σκηνοθεσία του Ολλανδού Γιόχαν Σίμονς, ιδρυτή του διάσημου Theater Hollandia και από τους πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής θεατρικής πρωτοπορίας. Ο Aδμητος εμφανίστηκε με μπόξερ, φανελάκι και μοκασίνια πριν φορέσει τα κιτς πολύχρωμα ρούχα του. Δέχθηκε χωρίς δισταγμό τη θυσία αντ’ αυτού της γυναίκας του και υποκριτικά θρήνησε για τον χαμό της. Η Aλκηστη κατέβηκε στον Aδη χορεύοντας υπό τον ρυθμό του «Ich liebe das Leben» της Βίκυς Λέανδρος! Οι δύο ημέρες των παραστάσεων συγκέντρωσαν περίπου 4.500 θεατές.


Η συνέχεια αποδείχθηκε εξίσου δύσκολη. Η απεργία που κηρύχθηκε από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών οδήγησε στην ακύρωση της πρώτης παράστασης της «Μήδειας» του Μποστ από το Εθνικό Θέατρο. Οι 6.000 θεατές του Σαββάτου αξιολογούνται ως μέτρια προσέλευση. Οι «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, που ακολούθησαν, συγκέντρωσαν περί τις 14.000 θεατές, προσφέροντας την πρώτη εισπρακτική ανάσα. Επόμενη παραγωγή του φεστιβάλ ήταν ο «Αγαμέμνονας» σε σκηνοθεσία Ούλριχ Ράσε από το Residenztheater. Καθήλωσε το κοινό αλλά όχι τα… ταμεία: τον παρακολούθησαν συνολικά 6.000 θεατές και τις δύο ημέρες. Ακολούθησε ο «Αίαντας» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Αργύρη Ξάφη, με 10.000 θεατές. Οι άνθρωποι του φεστιβάλ και οι ντόπιοι, που περίμεναν να ανασάνουν οικονομικά μετά μία διετία καραντίνας, «πάγωσαν» από τους αριθμούς των θεατών, έστω κι αν η εικόνα βελτιωθεί από την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις (την Παρασκευή και χθες) λόγω των δημοφιλών, εκ της τηλεόρασης, πρωταγωνιστών της.
Η αύξηση του κόστους της βενζίνης θεωρείται ο κύριος λόγος της χαμηλής προσέλευσης. Ενδεικτικά, υπολογίζεται ότι για το μετ’ επιστροφής ταξίδι Αθήνα – Επίδαυρος χρειάζονται περί τα 60 ευρώ για βενζίνη, με την τιμή στα 2,20 ευρώ ανά λίτρο. Το κόστος ταξιδιού αυξάνεται καθώς τα διόδια στον σταθμό Ελευσίνας είναι 2,10 ευρώ και στον σταθμό Ισθμού 1,80 ευρώ: σύνολο 8 ευρώ μετ’ επιστροφής.
Η «Aλκηστη» σε σκηνοθεσία του Ολλανδού Γιόχαν Σίμονς άνοιξε το πρόγραμμα του φεστιβάλ με συνολική προσέλευση μόλις 4.500 θεατών και τις δύο ημέρες.
Βέβαια, αν εστιάσουμε μόνο στο κοινό της Αθήνας –παραστάσεις παρακολουθούν τουρίστες και κάτοικοι της Αργολίδας, της Κορινθίας, των νησιών του Αργοσαρωνικού–, πόσοι θα κάνουν ταξίδι για μία παράσταση επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα αμέσως; Για τους περισσότερους η διανυκτέρευση είναι η μόνη επιλογή, ώστε το ταξίδι να μην εξελιχθεί σε αγχωτική, κουραστική εκδρομή. Ετσι, για τον υπολογισμό του συνολικού κόστους πρέπει να προστεθούν περίπου 85 ευρώ για το ξενοδοχείο, φθάνοντας τα 150 ευρώ, χωρίς το κόστος ενός δείπνου και τα μικροέξοδα. Και βεβαίως, χωρίς να έχουμε υπολογίσει το κόστος των εισιτηρίων, που είναι για όλα τα βαλάντια: ανάλογα με την παράσταση, από 8 ευρώ έως 30 στο πάνω διάζωμα και από 25 έως 70 ευρώ στο κάτω διάζωμα. Το τελικό κόστος για ένα ζευγάρι είναι στα 250 με 280 ευρώ.
«Είναι πολύ δύσκολο για έναν μέσο άνθρωπο με οικογένεια να πληρώσει εισιτήρια, βενζίνη και διόδια και να ταξιδέψει μέχρι τον μοναδικό χώρο της Επιδαύρου. Κι αν θα το κάνει θα το κάνει μία φορά για όλη τη καλοκαιρινή σεζόν», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αργύρης Ξάφης. «Καλά καλά ούτε οι προσφορές που έκαναν το Φεστιβάλ και το Εθνικό Θέατρο κατάφεραν να προσελκύουν αρκετούς θεατές, γιατί δεν μαθεύτηκαν», προσθέτει.
Από την άλλη, λόγω της πανδημίας, κάποιοι, μεγαλύτερης ηλικίας οι περισσότεροι, θεατές ίσως ανησυχούν να βρεθούν σε χώρους μεγάλων συγκεντρώσεων, με δεδομένη την κατάργηση της μάσκας. «Βάζοντας την αύξηση του κόστους μαζί με τους πιθανούς φόβους λόγω πανδημίας, ίσως να προκύπτει και μια τρίτη αιτία, δηλαδή κάποιοι άνθρωποι να σκέφτονται με τη λογική “αν είναι να βγω από το καβούκι μου και να ξοδέψω έπειτα από όλη την καταπίεση της πανδημίας, ας πάω να διασκεδάσω με έναν πιο εξωστρεφή τρόπο – φαγητό με φίλους, διακοπές ή εκδρομή για μπάνια κ.λπ.”», παρατηρεί στην «Κ» ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς.
Το φεστιβάλ τροφοδοτεί την τοπική οικονομία, καθώς υπάρχει άμεση εξάρτηση της τουριστικής κίνησης στην περιοχή της Επιδαύρου και του Λυγουριού με τις παραστάσεις. «Η φετινή περίοδος δείχνει ότι υπάρχουν αρκετοί επισκέπτες, αλλά δυστυχώς τα κατά κεφαλήν έσοδα έχουν πέσει. Ενώ δηλαδή τα ξενοδοχεία και οι χώροι διαμονής έχουν ικανοποιητικές πληρότητες, τα καταστήματα εστίασης αντιμετωπίζουν μειωμένους τζίρους. Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο χρόνια της κρίσης αντέξαμε λόγω της εγγύτητας με την Αθήνα και φυσικά λόγω Φεστιβάλ Επιδαύρου αλλά και του Αγροτουρισμού Επιδαύρου», αναφέρει, μιλώντας στην «Κ», ο δήμαρχος Επιδαύρου Τάσος Χρόνης.
Στο Λυγουριό
Τα πρώτα χρόνια του φεστιβάλ, που ξεκίνησε το 1955, οι θέσεις ήταν περίπου 16.000 και ο έλεγχος χαλαρός. Τα τελευταία χρόνια, λόγω τεχνικών προβλημάτων, οι θέσεις μειώθηκαν στις περίπου 10.000. Οπως λέει στην «Κ» ο Νίκος Λιακόπουλος, εκ των ιδιοκτητών της ιστορικής θεατρικής ταβέρνας του «Λεωνίδα» στο Λυγουριό, στη μνήμη έχουν χαραχθεί οι παραστάσεις με τη μεγάλη προσέλευση, όταν δεν είχε κατασκευαστεί ο περιφερειακός δρόμος από την Αθήνα προς το αρχαίο θέατρο και τα οχήματα περνούσαν σημειωτόν μέσα από το μικρό χωριό. Οι ουρές από το μποτιλιάρισμα ήταν τεράστιες. Η «Λυσιστράτη» με τον Θύμιο Καρακατσάνη ήταν μία από τις παραστάσεις που έγινε το αδιαχώρητο. Οι «Ορνιθες» του Θεάτρου Τέχνης το καλοκαίρι του 1975 κινητοποίησαν ανάλογο κόσμο, όπως και οι παραστάσεις δύο μεγάλων σταρ: της Αλίκης Βουγιουκλάκη στη «Λυσιστράτη» το 1990 (ο κόσμος του Λυγουριού θυμάται επίσης και τον τρικούβερτο καβγά της Αλίκης με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ ένα βράδυ έξω από τον «Λεωνίδα») και της Μελίνας Μερκούρη που ερμήνευσε την Κλυταιμνήστρα στην «Ορέστεια» του Θεάτρου Τέχνης το καλοκαίρι του 1980, όταν η Ελλάδα ετοιμαζόταν για τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ.
Η ανανέωση, οι παραστάσεις με «ρίσκο» και η εμπορικότητα
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ
Σκηνοθέτης

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ
Ηθοποιός

ΤΑΣΟΣ ΧΡΟΝΗΣ
Δήμαρχος Επιδαύρου

ΑΡΓΥΡΗΣ ΞΑΦΗΣ
Ηθοποιός, σκηνοθέτης


