ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Χειρότερες ημέρες αναμένει στο μέλλον η Θεσσαλονίκη, αν δεν ληφθούν μέτρα για τον αέρα που αναπνέουν οι κάτοικοί της αλλά και για τον κόλπο του Θερμαϊκού, ο οποίος, σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις, εξακολουθεί -παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις των αρμοδίων- να παρουσιάζει πιο αυξημένη τιμή συγκέντρωσης μετάλλων στα νερά και στα ιζήματα απ’ όλους τους άλλους κόλπους της Βόρειας Ελλάδας.
Εως τώρα, ειδικοί επιστήμονες και εκπρόσωποι της Πολιτείας απέβλεπαν στην αντιρρυπαντική τεχνολογία των αυτοκινήτων, η οποία μειώνει σε μεγάλο βαθμό τους ρύπους που δημιουργεί το νέφος, αλλά στη Θεσσαλονίκη «η υπέρμετρη αύξηση των αναγκών μεταφοράς που παρατηρείται για λόγους κυρίως αναψυχής φαίνεται να εξουδετερώνει τα οφέλη από τον περιορισμό των εκπομπών των νέας τεχνολογίας οχημάτων και τις όποιες βελτιώσεις στην ποιότητα των καυσίμων».
Σε χθεσινή εκδήλωση για την «ρύπανση στο νερό και στον αέρα» που διοργάνωσαν από κοινού η αντιδημαρχία Περιβάλλοντος και το τμήμα Χημείας του ΑΠΘ, ο προϊστάμενος του Τμήματος Περιβάλλοντος του Δήμου κ. M. Πετρακάκης παρουσίασε τα συμπεράσματα της παρακολούθησης, από το 1989 των μετρήσεων του Δημοτικού Δικτύου Ελέγχου Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης.
Σύμφωνα με τον κ. Πετρακάκη, στη Θεσσαλονίκη, κατά τη δεκαετία του ’90, παρατηρήθηκε μια «μετάλλαξη» του νέφους – από νέφος καπνομίχλης σε φωτοχημικό νέφος. Στην πράξη παρατηρείται μείωση των πρωτογενών ατμοσφαιρικών ρύπων στο κέντρο και αύξηση των φωτοχημικών, δείκτης των οποίων είναι το όζον, στην περιφέρεια της πόλης.
Η μείωση οφείλεται στα μέτρα και στις παρεμβάσεις της Πολιτείας, όπως η κατασκευή της περιφερειακής οδού, η βελτίωση της ποιότητας καυσίμων, η απόσυρση παλιών οχημάτων – εισαγωγή καταλυτικών και η διείσδυση του φυσικού αερίου.
«Στη δημιουργία του νέου και εν δυνάμει βλαβερού φωτοχημικού νέφους συντελούν η παρατεταμένη ηλιοφάνεια, το θερμό κλίμα, όσο και ο συνεχώς αυξανόμενος στόλος των οχημάτων και η συνακόλουθη χειροτέρευση των κυκλοφοριακών συνθηκών», τονίζει ο κ. Πετρακάκης κι επισημαίνει ότι πρέπει να ληφθούν εγκαίρως προληπτικά μέτρα. Κυρίαρχος ρύπος στη Θεσσαλονίκη παραμένουν τα αιωρούμενα σωματίδια, για τα οποία παρατηρούνται υπερβάσεις των οριακών τιμών της E.E. και επίπεδα ρύπανσης υψηλότερα της Αθήνας.
Για τον Θερμαϊκό Κόλπο οι καθηγητές από τα Τμήματα Χημείας και Βιολογίας του ΑΠΘ κ. K. Φυτιάνος και B. Δημητριάδης επισήμαναν ότι «τα αποτελέσματα των μελετών δεν είναι καθησυχαστικά ως προς τη ρύπανση».
Τα αποτελέσματα μεθόδων βιοπαρακολούθησης δείχνουν ότι ο κόλπος εξακολουθεί να υποφέρει από τα βιομηχανικά απόβλητα, φυτοφάρμακα, φορτία ρύπανσης που μεταφέρουν οι Αξιός, Αλιάκμων και Λουδίας, ενώ τελευταία διαπιστώνεται και πλημμελής λειτουργία του βιολογικού καθαρισμού. Στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης λειτουργούν 10.000 βιομηχανίες και βιοτεχνίες και μόνο τα απόβλητα των Διαβατών ανέρχονται σε 20.000 κ.μ./ημέρα. Μετρήσεις στα απόβλητα βυρσοδεψείων έδειξαν τιμές χρωμίου (εξόχως τοξικό για τους θαλάσσιους οργανισμούς) διπλάσιες από τις επιτρεπόμενες.
Μιλώντας στην «K» ο καθηγητής κ. K. Φυτιάνος επισήμανε την ανάγκη λήψης βραχυπρόθεσμων μέτρων, όπως η απομάκρυνση των βυρσοδεψείων, ο καθορισμός οργανωμένων βιοτεχνικών ζωνών, η καταγραφή πηγών ρύπανσης και η εφαρμογή σχεδίου δράσης και σωτηρίας του Θερμαϊκού.

