«Σε τι κόσμο, σε τι περιβάλλον, θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας», αναρωτιόμαστε συχνά, σκεφτόμενοι μάλλον ότι πρόκειται για μια υπόθεση του μέλλοντος. Κι όμως, ήδη τα παιδιά αρρωσταίνουν, ακόμα και πεθαίνουν, λόγω του κατεστραμμένου περιβάλλοντος που διαμορφώνουν οι «μεγάλοι». Σύμφωνα με τα συγκλονιστικά στοιχεία που περιέχονται στον πρώτο «Παγκόσμιο Ατλαντα για την Υγεία των Παιδιών και το Περιβάλλον» της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, σχεδόν ο ένας στους τρεις θανάτους παιδιών παγκοσμίως οφείλεται στην περιβαλλοντική ρύπανση.
Η χώρα μας δυστυχώς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της μακάβριας παρέλασης. Κρατάει τα σκήπτρα μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προ διεύρυνσης, όσον αφορά τους θανάτους παιδιών κάτω των 5 ετών, με επτά θανάτους ανά 1.000 παιδιά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι διαθέτει συγκριτικά το μικρότερο ποσοστό παιδιών και νέων, με μόλις 18% του πληθυσμού της κάτω των 18 ετών.
Η αρνητική αυτή πρωτιά δεν είναι άσχετη με τη μεγάλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος στη χώρα μας. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Ατλαντα της ΠΟΥ και αφορούν τη συγκέντρωση μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα των ευρωπαϊκών πόλεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη βρίσκονται στην πραγματικότητα πολύ πάνω από τα όρια επικινδυνότητας και είναι από τις πιο ανθυγιεινές πόλεις της Ευρώπης. Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια (PM10), με διάμετρο μικρότερη των 10 εκατομμυριοστών του μέτρου, θεωρούνται από πολλούς ο πιο επικίνδυνος ρύπος της νέας εποχής, καθώς έχουν την ικανότητα -λόγω του μικροσκοπικού τους μεγέθους- να εισχωρούν στους πνεύμονες, συχνά εμποτισμένα με τοξικές, καρκινογόνες ή και ραδιενεργές ουσίες. Λειτουργούν δηλαδή ως δούρειος ίππος της μόλυνσης.
Συνεχώς εκτός ορίων
Σύμφωνα λοιπόν με την ΠΟΥ, Αθήνα και Θεσσαλονίκη κατατάσσονται στις πιο επιβαρυμένες με μικροσωματίδια πόλεις της Ευρώπης, αφού οι συγκεντρώσεις τους ξεπερνούν σχεδόν διαρκώς τα 30 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, ενώ συχνά ξεπερνούν και τα 50 μg/m3. Αξίζει να σημειωθεί ότι μελέτη του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος του Αστεροσκοπείου Αθηνών υπολογίζει τον μέσον όρο των συγκεντρώσεων μικροσωματιδίων στα 56 μg/m3. Σειρά ερευνητών υπογράμμιζαν εδώ και καιρό ότι τα ΡΜ10 είναι ο ανερχόμενος και πιο επικίνδυνος ρύπος στην Αθήνα, αλλά η Πολιτεία δεν έχει μέχρι στιγμής διαμορφώσει ουσιαστικό μέτωπο για την αντιμετώπισή του.
Το όριο που είχε θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι τα 50 μg/m3, με την προϋπόθεση όμως να μην ξεπερνιέται περισσότερες από 35 μέρες τον χρόνο.
Στην Ελλάδα είμαστε σχεδόν μόνιμα πάνω από το όριο. Το πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση φαίνεται και από το γεγονός ότι η E.E. έχει ήδη αποφασίσει να μειώσει από του χρόνου το όριο στα 40 μg/m3.
Με το μόνο που μπορούμε να παρηγορηθούμε είναι ότι στην ίδια κατηγορία με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη βρίσκονται πόλεις όπως η Λιουμπλιάνα, το Γκρατς, η Βαρσοβία, το Βερολίνο, η Πράγα, η Φλωρεντία, το Ρότερνταμ, οι Βρυξέλλες και η Μοντένα. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως μεγάλες πρωτεύουσες, όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, η Ρώμη και η Μαδρίτη, που συχνά στο παρελθόν αντιμετώπιζαν μεγάλη ρύπανση, έχουν κατέβει κατηγορία («ανέβει» μάλλον), κυρίως λόγω των παρεμβάσεων στο κυκλοφοριακό. Τα πάσης φύσεως οχήματα είναι υπεύθυνα για τον σχηματισμό του 70% των ΡΜ10.
Τα μικροσωματίδια «βομβαρδίζουν» τα παιδιά ακόμα και πριν γεννηθούν. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι τα ΡΜ10 μπορούν να περνούν και μέσω του πλακούντα και να βλάπτουν το έμβρυο μέσα στη μήτρα, επηρεάζοντας αρνητικά τον σχηματισμό των πνευμόνων του.
Το πρόβλημα της παιδικής θνησιμότητας λόγω περιβάλλοντος αγκαλιάζει πάντως όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου και κάποιων γειτονικών χωρών της Ασίας που ανήκουν στην ίδια περιφέρεια της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας. Σε αυτές τις 52 χώρες, των οποίων οι υπουργοί Υγείας ή Περιβάλλοντος και άλλοι αξιωματούχοι συμμετείχαν σε διάσκεψη στη Βουδαπέστη, την προηγούμενη βδομάδα (με την ευκαιρία αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα και ο Ατλας για την υγεία των παιδιών) καταγράφονται κάθε χρόνο 100.000 θάνατοι παιδιών και εφήβων.
Τουλάχιστον, το ένα τρίτο απ’ αυτούς οφείλονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση, το ακατάλληλο νερό, τις κακές συνθήκες υγιεινής, την έκθεση σε μόλυβδο και τα ατυχήματα (πολλά απ’ αυτά αυτοκινητικά). Ιδιαίτερο πρόβλημα αντιμετωπίζει η Ε.Ε., αφού μία από τις βασικές συνέπειες της διεύρυνσης είναι και η διεύρυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
Με λεηλατημένο το φυσικό περιβάλλον, σχεδόν όλα τα νέα μέλη της Ε.Ε. από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη παρουσιάζουν αυξημένους δείκτες ρύπανσης, εκτός από ορισμένες πιο «μοντέρνες» μορφές, όπως η εμφάνιση διοξινών στο γάλα. Σε αυτές, οι πιο ανεπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης έχουν το προβάδισμα.
«Αναπτυσσόμενος» εφιάλτης
Εκτός Ευρώπης, το πρόβλημα έχει εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς συνδέεται με την αναπτυσσόμενη φτώχεια στις μαύρες τρύπες της παγκοσμιοποίησης. Σχεδόν δέκα εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών πεθαίνουν κάθε χρόνο σε όλο τον κόσμο. Το 98% αυτών των μεγάλων τραγωδιών σε μικρή ηλικία συμβαίνει στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες. Το ένα τρίτο αυτών των θανάτων αποδίδονται από την ΠΟΥ στο περιβάλλον! Τα παιδιά στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική πεθαίνουν από πνευμονία, ελονοσία, διάρροια και μεταδοτικές ασθένειες, όπως το έιτζ. Αιτίες, η μόλυνση υδάτων και εδαφών, η κακή διατροφή, οι άθλιες συνθήκες υγιεινής, η παιδική εργασία, η ρύπανση, ακόμα και στο εσωτερικό των σπιτιών, από τη χρήση καυσόξυλων για θέρμανση και για μαγείρεμα.
Τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα της καταστροφής του περιβάλλοντος. Ο οργανισμός τους είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος. Βρίσκονται σε ανάπτυξη, και το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Τρώνε, πίνουν και αναπνέουν πολύ περισσότερο από τους ενήλικες, συγκριτικά με το μέγεθος του σώματός τους. Οχι μόνο συνηθίζουν να βάζουν σχεδόν τα πάντα στο στόμα τους, αλλά έχουν μια σειρά από διόδους ανοικτές για να περάσουν μέσα τους οι τοξικοί παράγοντες. Αν και λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, τα παιδιά κάτω των 5 ετών πλήττονται από το 40% των ασθενειών που σχετίζονται με το περιβάλλον, σύμφωνα με την ΠΟΥ. «Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι το πιο ευάλωτο τμήμα της κοινωνίας μας πληρώνει το τίμημα της αποτυχίας να ελέγξουμε τη ρύπανση και να προστατεύσουμε τη δημόσια υγεία», σχολίασε την έρευνα ο γενικός διευθυντής της ΠΟΥ, δρ Λι Γιονγκ Γουκ.
Η Διεθνής Οργάνωση Υγείας ανησυχεί για τη συνολική πορεία του περιβάλλοντος, για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αλλά και για τα «ακραία κοινωνικά φαινόμενα» -και στο κέντρο των υπερ-ανεπτυγμένων κρατών- που συντροφεύουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα της εποχής μας. Υπογραμμίζει, για παράδειγμα, ότι το 21,9% των Αφροαμερικανών δηλητηριάζεται από μόλυβδο, μένοντας σε παλιά σπίτια, έναντι μόλις 2,2% του συνολικού πληθυσμού. Ή ότι το κόστος για να εμβολιασθούν όλα τα παιδιά του κόσμου για την ελονοσία είναι 7,5 δισ. δολάρια, όταν τα έξοδα για ζωοτροφές σε Βόρεια Αμερική και Δυτική Ευρώπη είναι 17 δισ. τον χρόνο…
«Στο κόκκινο» και οι διοξίνες
Η επίθεση στην υγεία των παιδιών δεν γίνεται μόνο μέσω της
αέριας ρύπανσης. Κρίσιμο ρόλο παίζει ο «χημικός πόλεμος», κυρίως μέσω των ουσιών που δηλητηριάζουν τη διατροφή μας, περνούν στην τροφική αλυσίδα και καταλήγουν στα παιδιά είτε μέσω του φαγητού τους είτε ακόμα και από το γάλα της μητέρας τους. Σειρά τοξικών ουσιών που ευθύνονται για καρκινογενέσεις και άλλες διαταραχές, ονομάζονται φουράνια και διοξίνες.
Οι ουσίες αυτές είναι τόσο επικίνδυνες, που η ΠΟΥ δεν έχει βάλει καν όρια, θεωρώντας ότι και η παραμικρή ποσότητα μπορεί να είναι καταστροφική για τον οργανισμό. Πολλές απ’ αυτές τις ενώσεις εμφανίζονται λόγω φυτοφαρμάκων σε φρούτα και λαχανικά και έχουν την τάση να συσσωρεύονται στο λίπος των ζώων.
Παρά το γεγονός ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία παρουσία αυτών των ουσιών, στην Ελλάδα καταγράφεται μέση συγκέντρωση στα φυτικά προϊόντα ένα πικογραμμάριο (pg – ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου) ανά γραμμάριο τροφίμου. Πρόκειται για ανησυχητική συγκέντρωση, αν και στην Ιταλία φτάνει το 1,4 pg/g, στη Γερμανία το 1,7, ενώ στο βασίλειο των διοξινών, το Βέλγιο, τα 4 pg/g. Υπάρχει βεβαίως και η άλλη όψη, με τη Δανία να βρίσκεται στο 0,4 και τη Μάλτα στο 0,2 pg/g.
Γενικότερα στην E.E. κυκλοφορούν πάνω από 30.000 χημικές ουσίες χωρίς να έχουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ελεγχθεί για τις συνέπειές τους στην ανθρώπινη υγεία.
Δύο ακόμη προβλήματα που εντοπίζει η ΠΟΥ, οι σοβαρές συνέπειες του μεθυλικού υδραργύρου (που συναντιέται σε ψάρια όπως ο ξιφίας και ο καρχαρίας) στην ανάπτυξη του εγκεφάλου των μικρών παιδιών και η μείωση της νοημοσύνης που προκαλεί ο μόλυβδος, φαίνεται ότι στην Ελλάδα δεν έχουν ανησυχητικές διαστάσεις.

