«Ανω-κάτω» και διχασμένη εμφανίζεται προς το πλήρωμά της, αλλά και γενικότερα στον ελληνικό λαό, η Εκκλησία τον τελευταίο καιρό, με αφορμή τη διχοτόμηση της χηρευούσης Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης και την προσάρτηση με απόσπαση από αυτήν μιας ξεχωριστής ενορίας, στην όμορη Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Πρόκειται συγκεκριμένα για τον… εισπρακτοφόρο Ιερό Ναό του Αγίου Σώστη. Οταν λοιπόν έγινε γνωστό ότι εστάλη στο υπουργείο το έγγραφο αυτής της κατατμήσεως κατά την πιο πρόσφατη συνεδρία της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ξέσπασε «άγριος καβγάς» μεταξύ του Αρχιεπισκόπου, του συνοδικού Μητροπολίτου Κερκύρας και του αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου από τη μια μεριά και από την άλλη, κυρίως των μητροπολιτών Ιωαννίνων και Θηβών. Οι δύο τελευταίοι επέμεναν ότι δεν ετέθη παρόμοιο θέμα κατά την εισήγηση διχοτομήσεως της συγκεκριμένης Μητροπόλεως στην Ιεραρχία. Ακόμη περισσότερο δε, υποστήριξαν πως ουδέποτε -στη συνέχεια μιας παρόμοιας διαδικασίας- η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της οποίας είναι μέλη, επικύρωσε ανάλογη απόφαση της Ιεραρχίας και απέστειλε μάλιστα και το σχετικό έγγραφο στον υπουργό Παιδείας για έγκριση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Βαριές κατηγορίες
Από την πλευρά του ο Αρχιεπίσκοπος, ο αρχιγραμματέας και ο εισηγητής του θέματος της διχοτομήσεως, μητροπολίτης Κερκύρας, απαντούσαν πως και κατά την ανάγνωση της εισηγήσεως έγινε αναφορά στο θέμα και εγκρίθηκε αυτό, συνολικά, από την Ιεραρχία, αλλά και από τη ΔΙΣ διεκπεραιώθηκε με σύμφωνη γνώμη των συνολικών Αρχιερέων. Οι κατηγορίες που ακούστηκαν ήσαν βαριές και μιλούσαν ακόμη και για ποινικά αδικήματα.
Οπως, λοιπόν, ήταν φυσικό, το ζήτημα πήρε διαστάσεις και εκτός Συνόδου και το πρώτο ερώτημα που τέθηκε προς όλους τους Αρχιερείς, ήταν: «Ακουσαν ή δεν άκουσαν οι ογδόντα περίπου Μητροπολίτες να γίνεται αναφορά στην απόσπαση της ενορίας του Αγίου Σώστη από τη Νέα Σμύρνη στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών;». H διχογνωμία έφθασε μάλιστα στο σημείο, Ιεράρχες να κατηγορούν συλλειτουργούς τους ακόμη και για βαρηκοΐα. Με άλλα λόγια, ένα όχι και τόσο -φαινομενικά- σημαντικό θέμα που ανέκυψε, φανέρωσε το… αλαλούμ που επικρατεί στο σύνολο των εκκλησιαστικών οργάνων διοικήσεως και όχι μόνον.
Γιατί το ζήτημα του Αγίου Σώστη, έχει σαφώς μεγαλύτερες και βαθύτερες διαστάσεις από αυτές που τού έδωσαν μέχρι τώρα ορισμένοι Ιεράρχες και τα MME. «O καβγάς για το Παγκάρι», «Νέα Κόντρα Καλλινίκου – Χριστόδουλου», «πλαστογραφίες και μεθοδεύσεις συνοδικών αποφάσεων» και άλλα παρόμοια που ακούστηκαν και γράφτηκαν όχι μόνον σκανδάλισαν τον λαό, αλλά κυρίως αποπροσανατόλισαν ακόμη και το εκκλησιαστικό σώμα από το πραγματικό μέγεθος του γεγονότος, το οποίο συνέβη στους κόλπους μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Μερικοί Αρχιερείς μάλιστα -και από τις δύο πλευρές- αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος καταπιάστηκαν με δευτερευούσης σημασίας πράξεις και ενέργειες (έγιναν – δεν έγιναν παρανομίες, άκουσαν δεν… άκουσαν οι μητροπολίτες), που είναι όλα τους απότοκα δύο καθοριστικών αφετηριακών στοιχείων για μία Εκκλησία. Και αναφερόμαστε στην εσωτερική εύρυθμη λειτουργία του συνοδικού συστήματος και στην εκκλησιολογική της συνέπεια.
Τα ερωτήματα
Με το να αναζητούν λοιπόν, ακόμη και εκκλησιαστικά πρόσωπα τις αιτίες στα πρακτικά των Συνόδων, δηλαδή εάν αναφέρθηκε στην εισήγηση διχοτομήσεως της N. Σμύρνης και η περίπτωση του Αγίου Σώστη και εάν η ΔΙΣ γνώριζε το θέμα και μάλιστα τα μέλη της συνυπέγραψαν το σχετικό έγγραφο και το απέστειλαν στον υπουργό Παιδείας για να γίνει νόμος, εθελοτύφλησαν μπροστά στις δύο μεγάλες αλήθειες που προαναφέραμε. «Ετρεξαν» δε ορισμένοι και στις κάμερες και στα τηλεοπτικά παράθυρα, επιλέγοντας κοσμικές πρακτικές, αντί να «ενδοσκοπήσουν» Νομοκανονικά και Εκκλησιολογικά. O μητροπολίτης Πειραιώς, μάλιστα, βρήκε άλλη μια ευκαιρία για να κατηγορήσει τον «άσωτο υιό»!
Τα ερωτήματα που θα έπρεπε όμως από την πρώτη στιγμή να τεθούν είναι:
Πρώτον: Ολη αυτή η έλλειψη συνεργασίας, η ασυνεννοησία και ανακολουθία μέσα στα εκκλησιαστικά όργανα, μήπως προδίδουν την ανυπαρξία λειτουργίας του συνοδικού συστήματος;
Δεύτερον: H διάθεση για «αρπαγή» από μία χηρεύουσα Μητρόπολη -ερήμην του ποιμνίου και χωρίς να συντρέχουν διαπιστωμένοι ποιμαντικοί λόγοι τους οποίους θα πρέπει να γνωρίζει και να αποδέχεται κλήρος και λαός- ενός σημαντικού της κυττάρου, με μόνη εμφανή αιτιολογία τα οικονομικά οφέλη, δεν αποτελεί -ακόμη και ως σκέψη- μέγα εκκλησιολογικό παράπτωμα;
Πριν φθάσει λοιπόν η Εκκλησία μας στην αναζήτηση και εξέταση νομικών και άλλων, κοσμικής εμβέλειας, συνεπειών, θα έπρεπε να σταθεί κατ’ αρχήν, στον τρόπο που διοικείται σήμερα και λειτουργούν τα όργανά της. Γιατί το θέμα του Αγίου Σώστη ήρθε και μας φανέρωσε ότι μέσα στον εκκλησιαστικό μας χώρο σχεδόν «κανενός η δεξιά δεν γνωρίζει τι ποιεί η αριστερά του». Παράλληλα, όμως, χρειάζεται να εξεταστεί το επί της ουσίας εκκλησιολογικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την άνευ λόγου και αιτίας προσπάθεια υπαγωγής της ενορίας αυτής στην Αρχιεπισκοπή, γεγονός που προσβάλλει το ήθος της Εκκλησίας μας και υπονομεύει το κύρος της. Πρόκειται για προσωπικό λάθος του κ. Χριστόδουλου, ακόμη και αν υπήρξε θύμα κακών συμβούλων. Γιατί αυτός έχει την ευθύνη. Και φυσικά, πάντα υπάρχει χρόνος για επανόρθωση με την «επιστροφή της αποφάσεως». Είναι η λύση που και την ηρεμία θα επαναφέρει, αλλά και θα δώσει την ευκαιρία για «εσωτερική ανάταξη» των κακώς κειμένων.
Συλλογική η ευθύνη
Ομως, θα είναι και λάθος μεγάλο να ρίξουμε «λίθο του αναθέματος» αποκλειστικά στον κ. Χριστόδουλο. H συνοδικότητα αποτελεί την κορωνίδα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι υπόλοιποι Αρχιερείς τι κάνουν; Αν εξαιρέσουμε ορισμένους (Θηβών, Ιωαννίνων, Κοζάνης, Ναυπάκτου, Γουμενίσσης, Ζακύνθου, Σαλαμίνος και μερικούς άλλους – H «Χρυσοπηγή» εξαιρείται, γιατί άλλοι λόγοι την εξωθούν σε αντιπαραθέσεις με τον Αρχιεπίσκοπο), οι υπόλοιποι μητροπολίτες πράγματι… κωφεύουν. Αρκούνται στο βόλεμα της ιεραρχίας τους και δέχονται σιωπηρώς την όποια καταστρατήγηση νομοκανονικών και εκκλησιολογικών αρχών. Αυτό γινόταν και επί Σεραφείμ, αυτό συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που ο «γέρος» ήταν περισσότερο… δεξιοτέχνης και έμπειρος σε αυτά και μπορούσε και επιβαλλόταν. Ετσι δεν είχαμε κραυγαλέες περιπτώσεις που να κλονίζουν την Εκκλησία. Αν, λοιπόν, επιθυμούν οι Αρχιερείς μας τη συνοδικότητα, ας πάρουν όλοι -μα όλοι- ο καθένας και τη δική του ευθύνη.
Τι θα συζητήσουν Μπους – Βαρθολομαίος
«Το σημερινό Ιράν» θα είναι το κεντρικό θέμα συζητήσεως μεταξύ του Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους και του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου κατά τη συνάντηση που θα έχουν στον Λευκό Οίκο, την Τρίτη 5 Μαρτίου.
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, ο κ. Μπους επιθυμεί να ενημερωθεί, κατ’ αρχάς, για τα πρώτα αποτελέσματα της πρωτοβουλίας του Φαναρίου, το οποίο -ως γνωστόν- τον περασμένο Δεκέμβριο οργάνωσε στις Βρυξέλλες την πρώτη σύσκεψη των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών υπό την αιγίδα και παρουσία του ιδίου του προέδρου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, κ. Ρομάνο Πρόντι. O Αμερικανός ηγέτης πιστεύει ότι οι θρησκείες μπορούν να εργαστούν υπέρ της ειρήνης των λαών και θεωρεί πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ο μόνος ενδεδειγμένος θρησκευτικός και πολιτιστικός φορέας κύρους που υπεύθυνα έχει τη δυνατότητα να επιτύχει την προσέγγιση της Δύσεως, ειδικά με τον ισλαμικό κόσμο. H συζήτηση όμως στο «Οβάλ Γραφείο» μεταξύ Μπους και Βαρθολομαίου -μετά τη γενική επισκόπηση- αναμένεται να επικεντρωθεί στο Ιράν, το οποίο προσφάτως επισκέφθηκε ο Πατριάρχης ως επίσημος προσκεκλημένος της ιρανικής κυβερνήσεως, με την οποία μάλιστα υπέγραψε και σύμφωνο πολιτιστικής συνεργασίας.
Οι συνομιλίες που είχε στην Τεχεράνη ο κ. Βαρθολομαίος με τον προέδρο Μοχάμαντ Χαταμί, κυβερνητικά στελέχη και θρησκευτικούς ηγέτες, του έδωσαν τη δυνατότητα να σχηματίσει προσωπική γνώμη για το σημερινό Ιράν και τις διαθέσεις των ηγετών του απέναντι στη Δύση. Αυτές τις εμπειρίες που απεκόμισε ο Πατριάρχης θα ζητήσει να πληροφορηθεί ο κ. Μπους, ο οποίος, τον τελευταίο καιρό, έχει αλλάξει στάση έναντι του Ιράν, λόγω της πληροφορίας ότι ετοιμάζει με τη συνεργασία Ρώσων επιστημόνων, τη δημιουργία δικής του πυρηνικής βόμβας.
Ο κ. Βαρθολομαίος θα μεταφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο το κλίμα των συνομιλιών που είχε, καθώς και τις προθέσεις που «διέγνωσε» από την άμεση επικοινωνία και τη συμπεριφορά των Ιρανών ηγετών απέναντί του. Και πάντα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Πατριάρχης διαπίστωσε την επιθυμία και εκείνων για σταδιακή προσέγγιση και συνεργασία με τον δυτικό κόσμο και επικράτηση της ειρήνης στον πλανήτη.

