Γιατί απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ;

Τρία πρώην στελέχη του κόμματος επιχειρούν τη δική τους ερμηνεία

7' 1" χρόνος ανάγνωσης

Από την πρωτοπορία στον εκφυλισμό

Του Γαβριήλ Σακελλαρίδη*

Ο ΣΥΡΙΖΑ από τη δεκαετία του 2000 υπήρξε από τα πρωτοπόρα κόμματα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κατάφερε να συνθέσει την παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς με τα νέα κοινωνικά κινήματα και μέσα από αυτή τη συνάντηση, το αποτέλεσμα ήταν να ριζοσπαστικοποιηθεί και να γειωθεί κοινωνικά.

Οταν ξέσπασε η κρίση, εξέφρασε την κοινωνική ανάγκη για έναν διαφορετικό δρόμο απέναντι στην καταστροφική πολιτική των μνημονίων. Την ιστορική στιγμή της κυβέρνησης τον Γενάρη του 2015 ακολούθησε η ήττα του καλοκαιριού του 2015 και ένας επώδυνος συμβιβασμός. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, δεν φάνηκε να εξάγει τα αναγκαία συμπεράσματα από την εμπειρία της διακυβέρνησής του, είτε κατά το πρώτο εξάμηνο των διαπραγματεύσεων είτε στη μετέπειτα θητεία του στα ηνία της χώρας.

Μετά το 2019, και παρότι στις εκλογές αυτές ο ΣΥΡΙΖΑ συγκράτησε τις δυνάμεις του, διεγράφη μια καταστροφική πορεία. Στο όνομα της «διεύρυνσης» υιοθετήθηκε μια μεταγραφολογία στελεχών χωρίς πολιτικά κριτήρια και ο πολιτικός λόγος του απονευρώθηκε. Με αυτόν τον τρόπο αντί να διευρυνθεί η απεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ, συρρικνώθηκε. Η κοινωνία δεν έβλεπε ένα κόμμα με ιδεολογική αυτοπεποίθηση και σαφή προσανατολισμό, αλλά έν χώρο προσωπικών στρατηγικών και παραγοντισμών. Οταν προσπαθείς να τα έχεις καλά με όλους, στην πραγματικότητα δεν κάνεις πολιτική αλλά δημόσιες σχέσεις.

Με άλλα λόγια, η κρίση αξιοπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε στη μεγάλη ήττα των εκλογών του 2023.

Το τελικό πλήγμα
Η μεταπολιτική είχε εισέλθει στον ΣΥΡΙΖΑ πριν από τον Κασσελάκη, αλλά απογειώθηκε με την εκλογή του. Η σχεδόν απόλυτη στοίχιση πολλών στελεχών πίσω από τον νέο ηγέτη κατάφερε το τελικό πλήγμα.
Γαβριήλ Σακελλαρίδης

Η εκλογή Κασσελάκη στην ηγεσία του ήταν το αποτέλεσμα αυτής της μακράς εκφυλιστικής διαδικασίας. Είχε άλλωστε ήδη διαμορφώσει μια κουλτούρα αρχηγισμού και μεσσιανισμού, αντίστοιχη με εκείνη των υπόλοιπων κομμάτων. Η μεταπολιτική είχε εισέλθει στον ΣΥΡΙΖΑ πριν από τον Κασσελάκη, απογειώθηκε όμως με την εκλογή του. Η σχεδόν απόλυτη στοίχιση πολλών στελεχών πίσω από τον νέο ηγέτη κατάφερε το τελικό πλήγμα στην αξιοπιστία και στη σοβαρότητα του κόμματος.

Σήμερα ορισμένοι αντιμετωπίζουν εκείνη την περίοδο ως μια κακή στιγμή ή μια κλειστή παρένθεση. Ομως στον ένα χρόνο της ηγεσίας του τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Η πληγή μπορεί να έκλεισε εσωκομματικά, αλλά για μεγάλο μέρος του κόσμου της Αριστεράς δεν υπήρχε πλέον επιστροφή.

Ακόμη και μετά την αποχώρηση Κασσελάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να αποκτήσει πολιτική αυτονομία. Η διαρκής αναμονή μιας ενδεχόμενης επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα έδωσε την αίσθηση ότι δεν συγκροτείται ένα νέο πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο, πολύ περισσότερο ένα σχέδιο της Αριστεράς, αλλά εξελίσσεται ένα παιχνίδι προσωπικής επιβίωσης στελεχών.

Ολα τα παραπάνω είναι απαραίτητα διδάγματα για να μπορέσει να πιαστεί το νήμα της Αριστεράς από την αρχή, ώστε να είναι παρούσα στους κοινωνικούς αγώνες, στα κινήματα και στη Βουλή. Μιας Αριστεράς που θα επιστρέψει στις αξίες της, στην ηθική της και στη μαχητικότητά της.

*Ο κ. Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής Νέας Αριστεράς.

Το δις εξαμαρτείν

Του Διονύση Τεμπονέρα*

Ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά αναδεικνύεται σε βασικό εκφραστή του αντιμνημονιακού πόλου, που τον οδηγεί στη διακυβέρνηση της χώρας (2015). Δώδεκα συνιστώσες και ο Συνασπισμός συναντιούνται στο αίτημα για «κυβέρνηση της Αριστεράς» που διατυπώνει εύστοχα ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο επώδυνος συμβιβασμός και η στροφή του 2015 καθιστά τη διαιρετική τομή μνημόνιο – αντιμνημόνιο «ατελή» και αφήνει τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά που εκφράζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να καταλάβει το κενό και κυρίως το Κέντρο, σχηματίζοντας το λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο».

Η συμφωνία του 2015 και η εφαρμογή του νέου προγράμματος έρχεται σε αντίθεση με τις ιδεολογικές και πολιτικές καταβολές του χώρου, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν διαδοχικές διασπάσεις. Η συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ μπορούσε να γίνει ανεκτή στο πλαίσιο του αντιμνημονιακού αγώνα, αλλά μετά το 2015 καθίσταται απολύτως αντιφατική και καταρρέει με την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Απόσταση με την κοινωνία
Το να χάνεις είναι λογικό και εξηγείται. Αυτό που δεν εξηγείται είναι να χάνεις με τέτοια διαφορά και να μην το έχεις πάρει χαμπάρι. Αυτό δείχνει πλήρη απόσταση κόμματος – κοινωνίας.
Διονύσης Τεμπονέρας

Η «επίθεση» στη μικροϊδιοκτησία (μεσαία τάξη), οι πλειστηριασμοί, το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου που καθίσταται «φορολογικό» και οι αμφισημίες στην εξωτερική πολιτική αναδεικνύουν τις εγγενείς αδυναμίες του χώρου και ενισχύουν το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, με αποτέλεσμα ένα σκληρό, μιντιακό-επιχειρηματικο-κοινωνικοπολιτικό μπλοκ δυνάμεων να θέτει τις βάσεις για μια επόμενη σχέση 1,5 ή κυρίαρχου κόμματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ «αντέχει» το 2019 παρά τις μεγάλες απώλειες και βγάζει τη χώρα και την κοινωνία όρθια, αλλά ενώ ήταν πιστός στις επιταγές του μνημονίου τις οποίες φέρνει εις πέρας με απόλυτη επιτυχία, αδυνατεί να εκφράσει αφήγημα και όραμα για τη μετά μνημόνιο εποχή.

Το 2023 έρχονται στο φως όλα τα ιδεολογικά, προγραμματικά και οργανωτικά ελλείμματα του ΣΥΡΙΖΑ, με συνέπεια να χάσει με 20 μονάδες διαφορά. Το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το να χάνεις είναι λογικό και εξηγείται. Αυτό που δεν εξηγείται είναι να χάνεις με τέτοια διαφορά και να μην το έχεις πάρει χαμπάρι. Αυτό δείχνει πλήρη απόσταση κόμματος – κοινωνίας.

Οργανωτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει λαϊκό «μαζικό» κόμμα με κοινωνική διείσδυση (συνδικάτα, νεολαία, αυτοδιοίκηση). Ιδεολογικά, οι διαφορετικές αφετηρίες δεν βρήκαν ποτέ κοινή περπατησιά για να αποκτήσουν «συνείδηση» μεγάλης παράταξης. Προγραμματικά, σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο ο ΣΥΡΙΖΑ πέφτει θύμα της παγκόσμιας αδυναμίας της Αριστεράς να αρθρώσει εναλλακτική πρόταση.

Μετά το 2023, τα παραπάνω προβλήματα αποτυπώνονται με την «εκλογή Κασσελάκη» και τις διαδοχικές διασπάσεις, που φτάνουν στο σημερινό δημοσκοπικό αποτέλεσμα του 1%. Οι ευθύνες είναι συλλογικές και επιμερίζονται αναλόγως.

Η «εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ», στη θετική και αρνητική της διάσταση, είναι απολύτως διδακτική και χρήσιμη για το σήμερα και κυρίως για το αύριο. Τα παθήματα του παρελθόντος πρέπει να γίνουν μαθήματα του μέλλοντος.

*Ο κ. Διονύσης Τεμπονέρας είναι τομεάρχης Εργασίας της ΕΛΑΣ.

Η μεταμνημονιακή αυταπάτη

Του Γιάννη Ραγκούση*

Εάν κάποιος άλλος πολιτικός φορέας από τον προοδευτικό χώρο τα είχε καταφέρει να αναδειχθεί ως μια ισχυρή εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης, θα μας ήταν πιο εύκολο να προσεγγίσουμε την απάντηση. Επειδή όμως τα τελευταία χρόνια κανείς από τον προοδευτικό χώρο δεν τα κατάφερε, το ερώτημα στην πραγματικότητα δεν αφορά μόνον τον ΣΥΡΙΖΑ. Στη δική μου ματιά, οι βασικότεροι λόγοι για τον ΣΥΡΙΖΑ έχουν κοινό παρονομαστή την απόλυτη αδυναμία που επέδειξε να κατανοήσει τις μεγάλες αλλαγές που επέφερε στην ελληνική κοινωνία η είσοδος στη μεταμνημονιακή εποχή, για την οποία μάλιστα –και αυτό είναι το παράδοξο– και ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά. Ενώ για τον ΣΥΡΙΖΑ η έναρξη της μεταμνημονιακής εποχής ήταν η ευκαιρία για επιστροφή στις ιδεολογικές ρίζες, για την ελληνική κοινωνία σήμαινε την έναρξη μιας νέας φάσης, όπου περίοπτη πλέον θέση δεν έχουν μόνο τα προβλήματα των πολιτών, αλλά και τα όνειρά τους. Ονειρα όχι μόνο για κοινωνική πρόοδο, αλλά όνειρα και για ατομική προκοπή. Ιδίως έπειτα από 10 χρόνια στερήσεων και ραγδαίων περικοπών στο βιοτικό τους επίπεδο. Μάλιστα, σε ένα σημαντικό μέρος του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ του 2023 ακόμη και σήμερα επικρατεί η αυταπάτη ότι μετά τη λήξη του μνημονίου θα μπορούσαν, επιστρέφοντας στις «εργοστασιακές ιδεολογικές τους ρυθμίσεις», να γίνουν ξανά αντιληπτοί από την ελληνική κοινωνία ως οι αριστεροί του 2012. Σαν να μην έκαναν ποτέ την επιλογή να εφαρμόσουν μνημόνιο ή σαν να μην τους επηρέασε καθόλου το γεγονός αυτό. Επιδίωξη απολύτως ανέφικτη. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνακολούθως ξέχασε ότι η δημοκρατική προοδευτική παράταξη και η Αριστερά απέκτησαν το ιστορικό ηθικό πλεονέκτημα στη συνείδηση γενεών και γενεών όταν πήραν στην πλάτη τους, ηγήθηκαν και θυσιάστηκαν στους μεγάλους εθνικούς και πατριωτικούς αγώνες για τις αξίες της εθνικής απελευθέρωσης στη δεκαετία του 1940 και της δημοκρατίας στις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970. Στη μεταμνημονιακή φάση της Μεταπολίτευσης, μεγάλες πολιτικές που σε καθιστούν κόμμα εξουσίας και όχι κόμμα διαμαρτυρίας είναι εκείνες που τοποθετούν στο επίκεντρο τα θεμελιώδη ζητήματα του μέλλοντος, τον σκληρό πυρήνα των εθνικών μας προκλήσεων:

• Την ανάγκη για αλλαγή του μεταπολεμικού μοντέλου οικονομικής μεγέθυνσης μέσω της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων, το οποίο αναπαράγει συστηματικά ελλείμματα και δημοσιονομικές κρίσεις.

• Την εθνική άμυνα και ασφάλεια στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

• Την αντιμετώπιση της ασφυκτικής και καταθλιπτικής καθημερινότητας στην Αττική και στα μεγάλα αστικά κέντρα, με οξυμένα προβλήματα όπως η στέγη και το κυκλοφοριακό.

• Το δραματικό δημογραφικό πρόβλημα.

• Τη διαμόρφωση μιας εθνικά σχεδιασμένης μεταναστευτικής πολιτικής, συμβατής με το διεθνές δίκαιο, η οποία θα καθορίζει όχι μόνο τον μέγιστο αριθμό νομίμως διαμενόντων μεταναστών, αλλά και τις χώρες προέλευσής τους.

Προφανώς οι λόγοι που ο ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε τον κύκλο του ως κόμμα εξουσίας είναι πολλοί και όχι μονοσήμαντοι. Σίγουρα θα γραφτούν πολλές αναλύσεις. Ωστόσο, το εάν θα τα καταφέρει στο μέλλον να υπάρξει, τουλάχιστον, ως κοινοβουλευτικό κόμμα, θα το μάθουμε το βράδυ των επικείμενων εθνικών εκλογών.

*Ο κ. Γιάννης Ραγκούσης είναι πρώην βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT