Η έννοια των παροχών στη χώρα μας είναι κακοποιημένη όσο και εκείνη της μεταρρύθμισης. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση εγκαλεί ήδη την αντιπολίτευση για λαϊκιστική έξαρση ακοστολόγητων προεκλογικών υποσχέσεων, ενώ –παράλληλα– εξαγγέλλονται θηριώδεις αυξήσεις στις αποδοχές των μητροπολιτών και κατάργηση των περικοπών στις συντάξεις χηρείας. «Τζάμπα 1» και «Τζάμπα 2» χαρακτήρισε τους Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Ανδρουλάκη ο Κυριάκος Μητσοτάκης την ώρα που γίνονται διαρροές ότι εξετάζεται, στο πλαίσιο των πρωθυπουργικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ, η σταδιακή κατάργηση του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες που διαφημίστηκε το 2023 ως μεταρρύθμιση για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και δεν υποστηρίχθηκε –για προφανείς ψηφοθηρικούς λόγους– από κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης.
Είναι μπερδεμένο. Η κυβέρνηση θεωρεί τα επιδόματα που μοιράζει (από το fuel pass έως το market pass) ορθολογική δράση κοινωνικής πολιτικής και οποιαδήποτε εξαγγελία των πολιτικών της αντιπάλων ως τεκμήριο κινδύνου δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Στην απέναντι πλευρά, στα επιτελεία των πολιτικών αρχηγών που διεκδικούν διακηρυκτικά την πρωθυπουργία και ουσιαστικά τη δεύτερη θέση, το άγχος για την παρουσίαση ενός πειστικού οικονομικού προγράμματος είναι έντονο και πολυεπίπεδο, αφού ξέρουν ότι τον Σεπτέμβριο, στη ΔΕΘ, θα δημιουργηθούν εντυπώσεις που μπορεί να καθορίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ανταγωνισμός και πλειοδοσία
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχουν μια κοινή αγωνία: να μη συμπέσουν στα βασικά, αλλά και να μην υστερεί ο ένας έναντι του άλλου σε κοινωνική ευαισθησία, σύγχρονη αντίληψη για την αναδιανομή ούτε και σε δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Ο πρώην πρωθυπουργός έχει να παλέψει με το φάντασμα του προμνημονιακού εαυτού του, που αδιαφορούσε για τη μακροοικονομική ισορροπία, τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και την παραγωγή πλούτου. Πολύ

πριν ανέβει στη Θεσσαλονίκη (με αφορμή κάποιο συνέδριο, την παραμονή της παρουσίας του Κυρ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ) διακήρυξε μέσω TikTok ότι «δεν αρκεί να έχεις το δίκιο, αλλά και το ρεαλιστικό σχέδιο ώστε να το επιβάλεις». Αυτή είναι μια έμμεση παραδοχή ότι στο παρελθόν, παρά τις όποιες καλές προθέσεις, του έλειψε ο πραγματισμός, που πλέον (θεωρεί ότι) τον έχει κατακτήσει.
Για να το αποδείξει ότι η δεύτερη φορά θα είναι αλλιώς, δόθηκε οδηγία στα στελέχη της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης να πάψουν να μοιράζουν φόρους (σε σκάφη, πισίνες, αυτοκίνητα κ.ο.κ.) για να μη δημιουργείται σύγχυση, αλλά και για να μην αναζωπυρώνεται το συλλογικό τραύμα της φορολογικής αφαίμαξης της μεσαίας τάξης επί πρωθυπουργίας Τσίπρα.
Υπάρχει τόση αγωνία πρόληψης της κριτικής για άγριες φορολογικές διαθέσεις, που τη συζήτηση προσπάθησε να κλείσει ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας μιλώντας για μια υποχρεωτική πατριωτική εισφορά που θα επιβληθεί στο 1% των πιο πλούσιων Ελλήνων. Δεν εξήγησε ούτε πόσοι είναι οι υπόχρεοι ούτε πόσα θα κληθούν να καταβάλουν, αν πρόκειται για εφάπαξ ή για μόνιμη επιβάρυνση, αν θα είναι κλιμακωτή ή ενιαία – και αυτή η ασάφεια προφανώς συνδέεται με τη δυσκολία που υπάρχει στο επιτελείο του να καταλήξουν σε μια σαφή και συγκεκριμένη, κατά το δυνατόν αποτελεσματική, πρόταση. Ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ Φραγκίσκος Κουτεντάκης δεν δίνει πληροφορίες όταν του ζητείται να εξειδικεύσει τις αυξήσεις που έχουν προαναγγελθεί στις αποδοχές των εκπαιδευτικών και των υγειονομικών. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στο τραπέζι των εσωτερικών συζητήσεων του κόμματος 13ος μισθός και 13η σύνταξη, αλλά ο πειρασμός είναι μεγάλος. Η οδηγία είναι να μην ποσοτικοποιείται καμία πρόταση από όσες έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί από τον Αλέξη Τσίπρα και να μη γίνονται διαρροές για τις ιδέες που εξετάζονται στις συσκέψεις.
Λεφτά υπάρχουν αλλά πού;
Ακόμη πιο δύσκολη γίνεται η συζήτηση σε σχέση με την κοστολόγηση των παροχών. Η ερώτηση «πού θα βρείτε τα λεφτά;» απορρίπτεται ως υποκριτική και έχει ήδη συμφωνηθεί ότι δεν θα δηλώνεται πηγή χρηματοδότησης για κάθε ευρώ που θα μοιράζεται, αλλά θα γίνεται παραπομπή στα δημοσιονομικά περιθώρια που υπάρχουν χωρίς να παραβιαστούν οι ευρωπαϊκοί κανόνες. Η αναφορά του Αλ. Τσίπρα στην υπεραπόδοση της οικονομίας φαίνεται πως εγκαταλείπεται, γιατί δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι εμμέσως παραδέχθηκε καλές κυβερνητικές επιδόσεις στην οικονομική πολιτική.
Μια κριτική που ασκείται από αριστερά στον Φραγκίσκο Κουτεντάκη είναι ότι στις λίγες δημόσιες παρεμβάσεις του δεν έχει ταχθεί υπέρ της μείωσης των έμμεσων φόρων, ούτε καν του ΕΦΚ στα καύσιμα ή του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα. Παλιοί σύντροφοί του υποπτεύονται ότι ο επίκουρος καθηγητής Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής στο ΥΠΟΙΚ επί Ευκλείδη Τσακαλώτου και εν συνεχεία (από το 2018) επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, έχει εγκαταλείψει κάθε ριζοσπαστισμό και ρέπει στον συστημισμό. Περισσότερες υποψίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του πρώην αναπλ. ΥΠΟΙΚ Γιώργου Χουλιαράκη, που διατηρεί σημαντική επιρροή στον Αλ. Τσίπρα παρόλο που δεν έχει κάποιο θεσμικό ρόλο λόγω της απασχόλησής του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ισως εξαιτίας αυτής της ιδιότητάς του θεωρείται από παλιούς συντρόφους του σχεδόν εκσυγχρονιστής.
Σχηματικά, μπορεί να πει κανείς ότι και η ΕΛΑΣ έχει δύο ψυχές (όπως είπε πρόσφατα για το ΠΑΣΟΚ ο Γιάννης Σγουρός), αν και ο άκρως αρχηγικός χαρακτήρας του νέου κόμματος επιβάλλει τη συγκέντρωση των όποιων αντιφάσεων στην ίδια την ηγεσία.
Το ΠΑΣΟΚ σε αναζήτηση
Στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχουν ακόμη συνεδριάσει οι συναρμόδιοι τομείς για να προετοιμαστεί το «πακέτο της ΔΕΘ» που θα

ανακοινώσει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης. Σε μεγάλο βαθμό θα επαναληφθούν οι εξαγγελίες της προηγούμενης χρονιάς, επικαιροποιημένες, περισσότερο επεξεργασμένες και εμπλουτισμένες.
Σίγουρα, στο ΠΑΣΟΚ δεν θέλουν να ταυτίζονται με το κόμμα Τσίπρα, ούτε καν να υπενθυμίζεται ότι απευθύνονται σε συναφή κοινά. Αν σε κάτι ο Ν. Ανδρουλάκης έχει ξεκάθαρα ξεπεράσει τον Αλ. Τσίπρα είναι στη γενναιοδωρία απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους και στους συνταξιούχους. Η πρότασή του για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο, που έχει κοστολογηθεί από το ΠΑΣΟΚ και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στο 1,27 δισ. ετησίως, είχε κατατεθεί στην περυσινή ΔΕΘ και τώρα η πιο θεαματική εξαγγελία του αφορά την επαναφορά της 13ης σύνταξης, σε δύο φάσεις, τον πρώτο (κόστος 420 εκατ. πλέον του κυβερνητικού επιδόματος των 300 ευρώ) και τον τρίτο χρόνο (κόστος 840 εκατ. ευρώ).
Ο Ν. Ανδρουλάκης επιμένει επίσης στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών σε βάθος 4ετίας με εκτιμώμενο κόστος 400 εκατ. ευρώ ετησίως κατά την πλήρη εφαρμογή του μέτρου. Για τους συνταξιούχους έχει και άλλα «δώρα», όπως ένα νέο ΕΚΑΣ για 380.000 χαμηλοσυνταξιούχους, αποκατάσταση των συντάξεων αναπηρίας, ξεπάγωμα των επικουρικών κ.ο.κ.
Πέρα από τους αρμόδιους τομεάρχες (Κουκουλόπουλο, Γερουλάνο, Παλαιοδήμο) επιρροή στη Χαριλάου Τρικούπη έχει ο πρώην ΥΠΟΙΚ Νίκος Χριστοδουλάκης, ο οποίος με άρθρο του στην «Καθημερινή» (10/2025) είχε παρουσιάσει μια πρόταση φορολόγησης του μεγάλου πλούτου που, κατά τις εκτιμήσεις του, θα μπορούσε να φέρνει μισό δισ. ευρώ στο δημόσιο ταμείο ετησίως, στη βάση του μοντέλου Ζουκμάν, του Γάλλου οικονομολόγου που επικαλείται συχνά ο Αλέξης Τσίπρας. Για λόγους που ποτέ δεν εξηγήθηκαν, η πρόταση Χριστοδουλάκη δεν υιοθετήθηκε επισήμως από τη Χαριλάου Τρικούπη.
Η ερώτηση «πού θα βρείτε τα λεφτά;» φαίνεται πως απορρίπτεται και από το ΠΑΣΟΚ. Ο Παύλος Γερουλάνος δήλωσε δημοσίως ότι αρνείται να ανταποκριθεί μέχρι τις εκλογές στο αίτημα για κοστολόγηση όταν διατυπώνεται από μια κυβέρνηση που είχε υποσχεθεί αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου που δεν συντελέστηκε ποτέ. Δεδομένου ότι από τη Χαριλάου Τρικούπη δεν εκφράστηκε κάποια διαφοροποίηση, πόσο μάλλον αποδοκιμασία, εύλογο είναι το συμπέρασμα ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν σκοπεύει να αναμετρηθεί με την κυβέρνηση για την αλήθεια των αριθμών που θα παρουσιαστούν από το βήμα της ΔΕΘ.
Στον στρόβιλο του λαϊκισμού
Τα συνθήματα είναι δεδομένα: μείωση των ανισοτήτων, στήριξη των ευάλωτων, αναδιανομή του εισοδήματος, κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης θα επιλέξουν λέξεις μέσα από το ίδιο σύμπαν της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που βρίσκεται σε φάση παρακμής αλλά παραμένει γοητευτική ως προς το αξιακό της περιεχόμενο και την ικανότητα διέγερσης του συλλογικού φαντασιακού.
Ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ έχει ήδη προειδοποιήσει την κυβέρνηση να μη συγχέει τον λαϊκισμό με τη λαϊκότητα μιας πολιτικής αφήγησης, ενώ ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προβάλλει τη θεσμικότητά του, που δεν του επιτρέπει να υπερβάλλει. Και οι δύο βλέπουν πόρους για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους στην καταπολέμηση της διαφθοράς που καταλογίζουν στην κυβέρνηση (από τις απευθείας αναθέσεις μέχρι τα σκάνδαλα) και στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Στην πραγματικότητα, δεν διαφωνούν σε πολλά και σημαντικά, αλλά θα δουλέψουν για να μην αφήσουν να φανεί η σύγκλιση στη θεωρία για την προοδευτική οικονομική πολιτική και στην πράξη των συγκεκριμένων παροχών που θα μοχλευτούν στην προεκλογική χοάνη μαζί με τα κυβερνητικά φιλοδωρήματα.

