Της Δώρας Αντωνίου
«Ενα κόμμα με αυτοπεποίθηση δεν μπορεί να είναι σε άγχος και αγωνία τι θα κάνει ο καθένας». Αυτή ήταν η αντίδραση στελέχους του ΠΑΣΟΚ σε ερώτηση για τις κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα και την επίσπευση ίδρυσης νέου κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό. Είναι, όμως, το ΠΑΣΟΚ κόμμα με αυτοπεποίθηση; Οι πρώτες αντιδράσεις στελεχών του προκαλούν αμφιβολία. Τις τελευταίες μέρες, διαδοχικές συσκέψεις έγιναν με τη συμμετοχή της κομματικής ηγεσίας για να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα βάλει τέλος στην κακοφωνία, στις επιθέσεις για τις δημοσκοπήσεις, στις συζητήσεις για μαλλιά και βαφές, που δίνουν εικόνα άγχους παρά εκπέμπουν αυτοπεποίθηση.
Με δεδομένο ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει εδώ και καιρό προαναγγείλει την επιστροφή του με δημιουργία κόμματος, δεν είναι καλό σημάδι να εμφανίζεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σχεδόν αιφνιδιασμένο ή –σε κάθε περίπτωση– χωρίς επεξεργασμένη γραμμή απέναντι σε αυτή την εξέλιξη.
Δεν κατάφερε να εδραιωθεί – Εάν σήμερα γίνεται συζήτηση για το κατά πόσον ο Αλέξης Τσίπρας συνιστά απειλή για απώλεια της δημοσκοπικής δεύτερης θέσης, αυτή οφείλεται, κυρίως, στην αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να ισχυροποιηθεί και όχι τόσο στη δυναμική που ο πρώην πρωθυπουργός καταγράφει.
Περιμένοντας τα γκάλοπ
Η πρώτη δημοσκόπηση (της εταιρείας Interview για την Political) που έδειξε έστω και οριακό προβάδισμα του υπό διαμόρφωση «κόμματος Τσίπρα» έναντι του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα «καμπανάκι» για τη Χαριλάου Τρικούπη. Στο επιτελείο του Νίκου Ανδρουλάκη περιμένουν να δουν το επόμενο κύμα δημοσκοπήσεων, που θεωρούν ότι δεν θα επιβεβαιώσει αυτή την εικόνα. Υπάρχει, ωστόσο, ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε για αρκετούς μήνες μόνο του απέναντι στη Ν.Δ., σε ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε μια αντικειμενικά δύσκολη πολιτικά συγκυρία για την κυβέρνηση, και δεν κατάφερε να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα για να αυξήσει τα ποσοστά του. Εάν σήμερα γίνεται συζήτηση για το κατά πόσον η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα συνιστά απειλή για απώλεια της δημοσκοπικής δεύτερης θέσης, αυτή οφείλεται, κυρίως, στην αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να ισχυροποιηθεί δημοσκοπικά και όχι τόσο στη δυναμική που ο πρώην πρωθυπουργός καταγράφει.
Είναι δεδομένο ότι η είσοδος δύο νέων κομμάτων (από Αλέξη Τσίπρα και Μαρία Καρυστιανού) αλλάζει τον πολιτικό χάρτη και θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στη δημοσκοπική εικόνα. Στέλεχος του ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας «προφανώς απασχολεί», ενώ φαίνεται ότι στις αναλύσεις που γίνονται στη Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν ότι το κόμμα Καρυστιανού θα ασκήσει μεγαλύτερη πίεση σε άλλα κόμματα και όχι τόσο στο ΠΑΣΟΚ.
Σκελετοί
Απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό, που «προφανώς απασχολεί», η προτεραιότητα του ΠΑΣΟΚ είναι να ενισχύσει τα μηνύματά του προς τους κεντρώους ψηφοφόρους. Οπως αναφέρεται για τον κ. Τσίπρα, «έχει σκελετούς στην ντουλάπα του, που δεν μπορεί να τους κρύψει». Υπάρχει, δηλαδή, καταγεγραμμένη η θητεία του στη διακυβέρνηση της χώρας, «το κλείσιμο των τραπεζών και η επαναφορά τώρα σε εκείνη την επιλογή, ο τρόπος που χειρίστηκε η κυβέρνησή του τα κόκκινα δάνεια, το πώς αντιμετώπισε τα funds, οι επιλογές που έγιναν στη φορολογία κ.λπ.», τα οποία στο ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι «έχουν γίνει βίωμα στη συνείδηση του κόσμου, το οποίο δεν μπορεί να διαγραφεί ούτε να ωραιοποιηθεί μέσα από rebranding».
Στη Χαριλάου Τρικούπη μιλούν για ένα «διάδρομο» διάρκειας δύο μηνών, διάστημα στο οποίο θα κριθεί το ποιος πραγματικά θα ισχυροποιηθεί και θα παγιωθεί στη δεύτερη θέση. Υπάρχει, βεβαίως, το ενδεχόμενο μια εναλλαγή θέσεων, ακόμα και αν είναι πρόσκαιρη, να επαναφέρει το κόμμα σε κρίση εσωστρέφειας, με αμφισβήτηση της στρατηγικής που η ηγεσία επιλέγει. Φαίνεται ότι στην ηγετική ομάδα είναι ενισχυμένη η άποψη ότι κανένας δεν θα θελήσει να υπονομεύσει την προσπάθεια του κόμματος μέσα σε προεκλογική περίοδο.
Μόνο ήττες – Από το επιτελείο του Νίκου Ανδρουλάκη επισημαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο μόνος που μπορεί να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει ηττηθεί από τον πρόεδρο της Ν.Δ. σε όσες εκλογικές αναμετρήσεις βρέθηκαν αντίπαλοι.
Προτεραιότητα για το αμέσως επόμενο διάστημα είναι να καταγραφεί ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ο βασικός αντίπαλος πόλος απέναντι στη Ν.Δ. Ο Αλέξης Τσίπρας με την ομιλία του στο Χαλάνδρι έδειξε ότι θέτει ως πρωταρχικό στόχο να εμφανίζει εαυτόν ως τον μόνο που μπορεί να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη στις εκλογές. Για το επιτελείο του Νίκου Ανδρουλάκη αυτό αναιρείται από την εκλογική προϊστορία, που δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει ηττηθεί από τον κ. Μητσοτάκη σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες βρέθηκαν αντίπαλοι.
Σαν σκιάχτρο
Θεωρούν, ωστόσο, στο ΠΑΣΟΚ ότι από την πλευρά της κυβέρνησης θα επιδιώξουν να συντηρήσουν ένα δίπολο απέναντι στον κ. Τσίπρα. Για μια σειρά από λόγους. Κατ’ αρχάς, όπως λένε, διότι είναι πολύ πιο εύκολο να θέσουν διαχωριστικές γραμμές απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό και να τον αξιοποιήσουν ως αντίπαλον δέος για να επανασυσπειρώσουν στη Ν.Δ. κεντρώους ψηφοφόρους, που ψήφισαν το κυβερνών κόμμα το 2019 και το 2023. Κατά δεύτερον διότι, όπως πιστεύουν στη Χαριλάου Τρικούπη, η στρατηγική της Ν.Δ. για να καταφέρει να εξασφαλίσει τρίτη θητεία διευκολύνεται αν στις πρώτες εκλογές έρθει δεύτερος ο πρώην πρωθυπουργός.
Οπως λένε, αυτό σημαίνει ότι στις επαναληπτικές εκλογές –μια και προεξοφλείται ότι αυτοδυναμία δεν θα προκύψει στην πρώτη κάλπη– η Ν.Δ. μπορεί να διεκδικήσει ένα μέρος από τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, κάτι το οποίο δεν θα μπορεί να κάνει αν το ΠΑΣΟΚ είναι δεύτερο. Αντίθετα, σε μια τέτοια περίπτωση, το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε με μεγαλύτερες αξιώσεις να συσπειρώσει ψηφοφόρους που την πρώτη Κυριακή θα επιλέξουν το κόμμα Τσίπρα.
Επιπλέον, πιστεύουν ότι η στρατηγική επιλογή της Ν.Δ. να περιορίσει το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση έχει και έναν άλλο στόχο: μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή εσωκομματική κρίση στο σημερινό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να το οδηγήσει ακόμα και σε διάσπαση, από την οποία η Ν.Δ. θα επιδίωκε να επωφεληθεί, προσελκύοντας βουλευτές ώστε να εξασφαλίσει την τρίτη θητεία.
Ο θάνατός σου, η ζωή μου
Της Αγγελικής Σπανού
Στις επόμενες εκλογές ο δεύτερος θα είναι δεύτερος και ο τρίτος δεν θα είναι τίποτα. Το διακύβευμα αφορά την ηγεσία αλλά και τη συνοχή των κομμάτων που ανταγωνίζονται για την ηγεμονία στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το ξέρουν στα επιτελεία Ανδρουλάκη και Τσίπρα και γι’ αυτό επιμένουν στο ανέφικτο, ότι στόχος τους είναι η εκλογική νίκη, και μοναδικός αντίπαλός τους η Ν.Δ., παρόλο που η κατάκτηση της δεύτερης θέσης είναι γι’ αυτούς «ζήτημα ζωής ή θανάτου», όπως σημειώνει ο αν. καθηγητής εκλογικής συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Γ. Κωνσταντινίδης, εξηγώντας γιατί: «Η τιμωρητική διάθεση της κοινής γνώμης εις βάρος της Ν.Δ. είναι κυρίαρχη. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί, γιατί η τιμωρία κάθε κυβέρνησης έρχεται μέσα από τη στήριξη του αντιπάλου της, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αρα, όποιος εκληφθεί ως βασικός αντίπαλος της Ν.Δ. θα ευνοηθεί αυτομάτως από τη διάχυτη απέχθεια της κοινής γνώμης για την κυβέρνηση της Ν.Δ. Οποιος βρεθεί τρίτος θα θεωρηθεί μη χρήσιμος για τον στόχο της τιμωρίας της Ν.Δ.».
Ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse Γιώργος Αράπογλου προσθέτει ότι σημασία θα έχει και η διαφορά μεταξύ των κομμάτων. Αν δηλαδή η διαφορά πρώτου και δεύτερου είναι διψήφια και η διαφορά δεύτερου και τρίτου μια-δύο μονάδες, τότε «δεν θα μπορεί να γίνει λόγος ούτε για θρίαμβο του δεύτερου ούτε για καταστροφή του τρίτου».
«Πριν φτάσουμε στην κάλπη, εξαιρετικά σημαντικές και για τους δύο θα είναι οι πρώτες ολοκληρωμένες δημοσκοπικές καταγραφές με την παρουσία των κομμάτων τόσο του κ. Τσίπρα αλλά και εκείνου της κ. Καρυστιανού». Την επισήμανση αυτή κάνει ο Π. Α. Τεμεκενίδης, διευθυντής Ερευνών της Palmos Analysis, υπογραμμίζοντας ότι «αυτές θα δημιουργήσουν νέες δυναμικές που μπορεί να είναι σήμερα εντελώς απρόβλεπτες».
Ο Γιώργος Τράπαλης, αναλυτής δεδομένων της εταιρείας ερευνών Good Affairs, προχωράει ένα βήμα παραπέρα: «Η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού αλλά και η σταθερότητα του Κυριάκου Βελόπουλου δείχνουν ότι σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αναζητά πλέον πολιτική εκπροσώπηση στον αντισυστημικό χώρο. Σε αυτό το περιβάλλον, μια ενδεχόμενη εκλογική υποχώρηση στην τρίτη ή ακόμη και στην τέταρτη θέση για Τσίπρα και Ανδρουλάκη θα αποτελέσει στρατηγική απονομιμοποίηση ολόκληρου του μεταπολιτευτικού προοδευτικού χώρου, ο οποίος δείχνει να υποτιμά το βάθος της
αναδιάταξης που συντελείται».
«Για το ΠΑΣΟΚ και το υπό διαμόρφωση κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, η δεύτερη θέση είναι το ελάχιστο που πρέπει να πετύχουν», διαπιστώνει ο Ηλίας Τσαουσάκης, σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας: «Χωρίς αυτήν, συνεχίζει, η αμφισβήτηση γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Για τον Ν. Ανδρουλάκη, η απώλειά της θα σήμαινε ότι το ΠΑΣΟΚ απέτυχε να γίνει ο φυσικός υποδοχέας των απωλειών στον ΣΥΡΙΖΑ και της κυβερνητικής φθοράς, μπαίνοντας σε βαθιά στρατηγική κρίση. Για τον Τσίπρα, η μη κατάκτησή της θα έδειχνε ότι η επιστροφή του ανακυκλώνει ένα ηττημένο παρελθόν. Και οι δύο, όμως, έχουν ένα επιπλέον πρόβλημα. Να αποδείξουν ότι μπορούν να ηγεμονεύσουν στον χώρο τους και, κυρίως, να σταθούν ανταγωνιστικά απέναντι στη Ν.Δ. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα βγει δεύτερος, αλλά ποιος μπορεί να ξαναγίνει πολιτικά αξιόπιστος και να αναδειχθεί σε εναλλακτικό πόλο εξουσίας».
Συναφής είναι η εκτίμηση του αν. καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Μ. Παπάζογλου που θεωρεί «μοιραίο τον εσωτερικό διχασμό και τον κλονισμό της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ», σε περίπτωση «καθήλωσης των ποσοστών του στα επίπεδα 2019-2023 και τρίτης δύναμης». Κατά την ίδια ανάλυση, «για το κόμμα Τσίπρα η δεύτερη θέση θα είναι σαφής νομιμοποίηση της τακτικής για την επανίδρυση του ιστορικού ΣΥΡΙΖΑ μέσω ενός νέου κομματικού φορέα, με νέα στελέχη, προγραμματικές θέσεις, καθώς και τον επαναπροσδιορισμό της ηγετικής φυσιογνωμίας του.
Με αυτό το δεδομένο, σε διαδοχικές εκλογές θα προβάλλει αυτό ως κόμμα συσπείρωσης και απορρόφησης των προοδευτικών δυνάμεων (εκτός ΚΚΕ) και θα μετασχηματιστεί σε ένα εναλλακτικό κόμμα εξουσίας (αυτό που απέτυχε μετά το 2019)».
Ο Π.Α. Τεμεκενίδης σημειώνει ότι «όποιος χάσει στη μάχη (για τη 2η θέση) θα έχει υποστεί ένα πολύ σημαντικό προσωπικό πλήγμα. Ο κ. Ανδρουλάκης έχει βάλει τον πήχυ ψηλά (πρώτη θέση με έστω και μία ψήφο διαφορά), οπότε αν χάσει και τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μετά τις επόμενες εκλογές, δύσκολα θα μπορεί να συνεχίσει να κρατάει τα ηνία του κόμματος. Από την άλλη, η επανεμφάνιση του κ. Τσίπρα και μάλιστα με νέο σχήμα, στοχεύει, σύμφωνα με τις δικές του διακηρύξεις, στη δημιουργία ενός εναλλακτικού πόλου που θα μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντι στον κ. Μητσοτάκη και τη Ν.Δ. Αν βρεθεί κάτω από το ΠΑΣΟΚ το αφήγημα αυτό, σε μεγάλο βαθμό, αδυνατίζει αν δεν ακυρώνεται».

