Η διαμάχη και ο παρασκηνιακός πόλεμος μεταξύ των στελεχών τού υπό σύσταση κόμματος του Αλέξη Τσίπρα και του ΠΑΣΟΚ όσο περνάει ο καιρός φουντώνουν, με φόντο τις δημοσκοπήσεις που θα γίνουν στο τέλος του μήνα και θα δώσουν τα πρώτα δείγματα για το ποιος παίρνει κεφάλι για την κρίσιμη δεύτερη θέση. Ενώ τα δύο κόμματα βρίσκονται σε έντονη διαμάχη, που πλέον είναι φανερή και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, ταυτόχρονα κατηγορούν το ένα το άλλο ότι αποτελούν τον «εκλεκτό» της κυβέρνησης για τη δεύτερη θέση. Ποια είναι η πραγματικότητα;
Κριτική
Χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ερωτηθείς σχετικά στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, είπε ότι «αν μπούμε σε αυτή τη λογική προτίμησης, τότε έχουμε χάσει από τώρα το στοίχημά μας για μία νέα επιδοκιμασία από την κοινωνία», θυμίζοντας ότι ούτε το 2019 ούτε το 2023 η Ν.Δ. είχε προτίμηση στον κ. Τσίπρα, αλλά επικεντρώθηκε στο πώς θα κερδίσει τις εκλογές. Ο κ. Μαρινάκης, πάντως, δεν έκρυψε ότι η Ν.Δ. παρακολουθεί στενά το ποιος θα είναι δεύτερος, καθώς «έχει σημασία», αλλά αυτό είναι κάτι «που ούτε θα το επηρεάσουμε ούτε θα το καθορίσουμε εμείς». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μάλιστα, εστίασε –δίνοντας και το περίγραμμα μίας βασικής στρατηγικής– στο πώς θα πεισθούν οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της Ν.Δ. να ψηφίσουν ξανά το κυβερνών κόμμα.
Στο ίδιο θέμα επικέντρωσε λίγο μετά και η Αλεξάνδρα Σδούκου, δείχνοντας ότι τα στελέχη της Ν.Δ. θέλουν να επιστρέψουν συνολικά σε ένα θετικό αφήγημα και να απευθυνθούν στο 41% που τους ψήφισε το 2023, επιχειρώντας τον επαναπατρισμό όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στην κυβέρνηση δεν κοιτάνε, όπως παραδέχτηκε ο κ. Μαρινάκης, τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Ορισμένοι εκτιμούν ότι συμφέρει το κυβερνών κόμμα να είναι ο Αλέξης Τσίπρας στη δεύτερη θέση δημοσκοπικά, καθώς έχει ηττηθεί κατ’ επανάληψιν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Οι δύο πλευρές
Αρκετοί εντός της κυβέρνησης θεωρούν πράγματι ότι ο ιδανικός αντίπαλος για τη Ν.Δ. θα ήταν ο Αλέξης Τσίπρας, καθώς η συνταγή έχει δοκιμαστεί και έχει αποδειχτεί πως δεν μπορεί να κερδίσει τη Ν.Δ., ενώ η αποδοχή του στο ευρύ κοινό παραμένει πολύ χαμηλά. Αλλοι πάλι θεωρούν καλύτερο αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, καθώς πιστεύουν ότι ο πρόεδρος έχει χαμηλότερο προφίλ «πρωθυπουργησιμότητας» από τον Αλέξη Τσίπρα. Θεωρούν, δηλαδή, ότι το δεύτερο ΠΑΣΟΚ δεν θα απειλήσει ποτέ τη Ν.Δ., ενώ ο δεύτερος Τσίπρας ίσως το κάνει.
Την ίδια ώρα, στην εξίσωση πρέπει να μπει και το σενάριο των συνεργασιών. Το δεύτερο ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί ποτέ με τη Ν.Δ. Το τρίτο όμως; Πολλοί λένε ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχει άλλη επιλογή από τη συνεργασία και αν όχι κεντρικά, τουλάχιστον ένα βασικό κομμάτι του θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας λύση σε πιθανό κυβερνητικό αδιέξοδο. Οπως γίνεται αντιληπτό, οι απόψεις και εσωτερικά στο Μέγαρο Μαξίμου διίστανται, με αποτέλεσμα να επιλέγεται η σολομώντειος λύση, που είναι αποστάσεις –αλλά και επιθέσεις– και από τους δύο. Και όποιον φέρουν οριστικά δεύτερο οι πολίτες να αποτελέσει και επίσημα τον κεντρικό αντίπαλο της κυβέρνησης. Εξ ου και η κυβέρνηση επιχειρεί διαρκώς να ταυτίσει το ΠΑΣΟΚ με τον Τσίπρα, ώστε όποιος και να πάρει κεφάλι να έχει φτιάξει το πολιτικό υπόστρωμα να τον αντιμετωπίσει. Σε αυτή τη λογική, από την κυβέρνηση λένε ότι το ΠΑΣΟΚ «του κ. Ανδρουλάκη» –έχει σημασία που το τονίζουν αυτό– έχει επιλέξει να «παίξει» με τους όρους που έπαιζε όλα αυτά τα χρόνια ο κ. Τσίπρας και τα κόμματα του λαϊκισμού. Συνεπώς, είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Το θέμα των εκλογών
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση έπειτα από μία εβδομάδα που φούντωσαν τα σενάρια για εκλογές το φθινόπωρο, επιχειρεί να υποβαθμίσει το θέμα. Χθες ο Παύλος Μαρινάκης τόνισε ότι «ο πρωθυπουργός δεν είπε ότι θα γίνουν πρόωρες εκλογές, είπε, αστειευόμενος, σε ένα πηγαδάκι μετά την κοινοβουλευτική ομάδα που τον ρώτησαν, ότι σίγουρα θα γίνουν μετά τη ΔΕΘ», προσθέτοντας ότι και ο Μάρτιος του 2027 μετά τη ΔΕΘ είναι, σημειώνοντας ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας.

