Τίποτα δεν έδειχνε ότι θα γίνει εκπρόσωπος του Ινστιτούτου Τσίπρα, με προοπτική να αναλάβει τα ίδια καθήκοντα στο μελλοντικό κόμμα του πρώην πρωθυπουργού: ούτε οι οικογενειακές καταβολές (κόρη συντηρητικών δημοσίων υπαλλήλων), ούτε η απόστασή της από τα κόμματα (δεν υπήρξε ποτέ μέλος), ούτε η απόφασή της να σταδιοδρομήσει ως νομικός επενδύοντας στον εμπλουτισμό του επιστημονικού της βιογραφικού.
Το βάπτισμα του πυρός στην τηλεοπτική αρένα έδειξε σε έμπειρους παρατηρητές ότι έρχεται από αλλού και δεν αναμασάει το ιδίωμα των επαγγελματιών της πολιτικής. Eχει το πλεονέκτημα μιας ασυνήθιστης και ωραίας εικόνας, που υποστηρίζεται από έναν καθόλου στερεοτυπικό και γι’ αυτό ενδιαφέροντα λόγο. Για την ώρα, όμως, δοκιμάζεται σε σχετικά προστατευμένες συνθήκες, με την έννοια ότι δεν αντιπαρατίθεται με πολιτικούς αντιπάλους, επιλέγει πότε και πού θα μιλήσει, δεν καλείται να υπερασπιστεί στελέχη και επιλογές που δεν είναι υπερασπίσιμα.
Πόσο θα της στοιχίσει η απειρία της όταν θα αναγκαστεί να πέσει στη φωτιά για να σώσει, επικοινωνιακά, τον πρώην πρωθυπουργό; Η απάντηση θα δοθεί στην πράξη και την περιμένουν πολλοί σύντροφοί της – όχι όλοι καλόπιστα. Για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που δεν μπορούν να κλείσουν ραντεβού με τον Αλέξη Τσίπρα και δεν ξέρουν αν το πολιτικό του σχέδιο τους περιλαμβάνει, η προβολή της Θεώνης Κουφονικολάκου είναι από δυσάρεστη έως ενοχλητική. Aλλοι αναρωτιούνται πώς κέρδισε τόσο γρήγορα την εμπιστοσύνη του Αλέξη Τσίπρα και άλλοι θυμίζουν, ειρωνικά, πόσο γρήγορα θάμπωσε το άστρο της Πόπης Τσαπανίδου («με φόρα»…), που επίσης είχε ξαφνιάσει ως επιλογή του για την εκπροσώπηση, τότε, του ΣΥΡΙΖΑ.
Το «βάπτισμα» στην πολιτική
Oλα ξεκίνησαν όταν, το 2015, ανέλαβε διευθύντρια του γραφείου του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα, Γιώργου Χουλιαράκη. Oσο απίστευτο και αν φαίνεται με δεδομένο τον κλειστό «χαρακτήρα» τού τότε συστήματος εξουσίας, κέρδισε αυτή τη θέση χάρη στο βιογραφικό της. Eνα πρόσωπο που βρισκόταν κοντά και στους δύο και ήξερε τις πολιτικές της ανησυχίες τής μετέφερε ότι ο Χουλιαράκης έψαχνε συνεργάτη, ενδιαφέρθηκε και έγινε δεκτή με την πρώτη συνέντευξη. Κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη του, παρά τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές, με την ίδια να είναι πολύ περισσότερο εξωστρεφής και θορυβώδης από εκείνον.
Hταν πολιτικοποιημένη, είχε ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, είχε παρουσία στην κάτω πλατεία των «Αγανακτισμένων», με έντονη αντιμνημονιακή διάθεση, αλλά χωρίς κομματική ένταξη. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε κοντά στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές το δεύτερο εξάμηνο του 2015.
Με σπουδές στη Νομική Κομοτηνής και μεταπτυχιακό στην πολιτική επιστήμη και στην κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν είχε εμπειρία στα οικονομικά. Μέσα σε λίγους μήνες και με πολλά ξενύχτια εξοικειώθηκε με αριθμούς και ποσοστά, ασχολούμενη κυρίως με τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία.
Εμεινε δίπλα στον Γιώργο Χουλιαράκη, διακριτικά, για σχεδόν τρία χρόνια, χωρίς το πρόσωπό της να γίνει γνωστό, χωρίς η ίδια να γίνει μέλος του ΣΥΡΙΖΑ ή να δικτυωθεί στο κυβερνών τότε κόμμα. Είτε συνειδητά είτε χωρίς να το σκεφτεί, φαίνεται πως υιοθέτησε τον τρόπο του Χουλιαράκη – απόσταση από τα ΜΜΕ και την κομματική φασαρία.
Η εμπειρία της στο υπουργείο Οικονομικών την καθόρισε. «Η κατασκευή του κανόνα δικαίου στο τρίτο μνημόνιο» είναι το αντικείμενο της διατριβής της ως υποψήφιας διδάκτορος στη Νομική Αθηνών. Στο δημοψήφισμα του 2015 ψήφισε «όχι» και δεν ξεχνάει ότι υπήρχαν διαφωνίες ακόμη και μεταξύ των συνεργατών της. Καταλαβαίνει γιατί ήταν τραυματική εμπειρία για πολλούς το δημοψήφισμα, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί ότι «ήταν αναγκαία συνθήκη για μια καλύτερη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές». Οταν μιλάει γι’ αυτά παθιάζεται: «Αναλάβαμε με τα ταμεία άδεια και τους δημοσιονομικούς στόχους ανέφικτους – δεν γινόταν να ξεφύγουμε διαφορετικά».
Για την «πρώτη φορά Αριστερά» κάνει κριτική σε «ζητήματα διαχείρισης και αισθητικής λόγου» με τα οποία δεν συμφώνησε ποτέ. Αλλά «το ισοζύγιο θα είναι πάντα θετικό», κατά την κρίση της, χάρη στη «συλλογική προσπάθεια, η οποία επέτρεψε την υποστήριξη ευάλωτων πληθυσμών, την αναδιοργάνωση των δημόσιων οικονομικών και την παροχή εγγυήσεων ότι η χώρα δεν θα ξαναβρεθεί στην εξευτελιστική θέση διεθνούς στοχοποίησης».
Το 2018 ανέλαβε Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού, κατόπιν πρότασης του επικεφαλής της Αρχής Ανδρέα Ποττάκη. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 2025, καταφέρνοντας να γίνει πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Συνηγόρων του Παιδιού (ENOC). Hταν όνειρο ζωής να ασχοληθεί με την παιδική προστασία. Ως δικηγόρος είχε ειδικευθεί, στο πεδίο, σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας και συνεργάστηκε με μια ΜΚΟ που προσέφερε δωρεάν νομική υποστήριξη σε ευάλωτους πληθυσμούς.
Ως Συνήγορος του Παιδιού είχε θετική αλληλεπίδραση με πολιτικούς από όλο το δημοκρατικό τόξο (με την Ελενα Ράπτη της Ν.Δ., τον Μιχάλη Κατρίνη και τη Νάντια Γιαννακοπούλου του ΠΑΣΟΚ, τον Σωκράτη Φάμελλο και την Ελενα Ακρίτα του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ηρακλή Μοσκώφ, γενικό γραμματέα στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, για τον οποίο φροντίζει όποτε της δίνεται η ευκαιρία να διευκρινίζει ότι κάνει εξαιρετική δουλειά), ενώ το έργο της αναγνωρίστηκε από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος.
Η πορεία της
Γεννήθηκε στο Μαρούσι και μεγάλωσε στη Γλυφάδα. Τελείωσε το λύκειο στις Κροκεές Λακωνίας, όπου αποφάσισαν να ζήσουν για ένα χρόνο οι γονείς της, που ψήφιζαν Δεξιά χωρίς φανατισμό. Η αδερφή της, εννέα χρόνια μεγαλύτερη, ψυχολόγος-ψυχαναλύτρια, ήταν η πρώτη που γοητεύθηκε από τις ιδέες της Αριστεράς και την ακολούθησε η Θεώνη.
Οι γονείς της ήταν πάντα υποστηρικτικοί στις επιλογές της. Aλλωστε, από ένα σημείο και μετά, έχοντας απογοητευθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, έβλεπαν με θαυμασμό τον Αλέξη Τσίπρα. Για την ίδια, αυτό δεν ήταν έκπληξη. Πιστεύει ότι «ένα κομμάτι της Δεξιάς ιεραρχεί ψηλά τα ζητήματα της εντιμότητας και της αποτελεσματικότητας» και σε αυτήν την κατηγορία εντάσσει τους γονείς της.
Στα social media δεν είναι ιδιαιτέρως ενεργή. Εμφανίζεται σίγουρη ότι δεν πρόκειται να εμπλακεί σε τοξικούς καβγάδες – «η αισθητική του λόγου αποτελεί στοιχείο της ηθικής» είναι το μότο της.
Δεν τσακώνεται για τα πολιτικά ούτε με τον σύζυγό της, που κινείται πιο αριστερά από την ίδια, στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο. Και δεν καταλαβαίνει γιατί να συμβεί κάτι τέτοιο «όταν υπάρχει αγάπη και κοινή ευαισθησία για κοινωνική δικαιοσύνη».
Αν και ανήκει στους millennials, στα social media δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερα ενεργή, δεν αναρτά ποτέ τίποτα για την προσωπική της ζωή και είναι σίγουρη ότι ούτε τώρα ούτε αργότερα πρόκειται να εμπλακεί σε τοξικούς καβγάδες («η αισθητική του λόγου αποτελεί στοιχείο της ηθικής» είναι το μότο της).
Διακοπές κάνει στο οικογενειακό εξοχικό έξω από τη Μάνη, στον Στεφανιά Λακωνίας. Ξέρει ότι το φετινό καλοκαίρι θα είναι έντονο, αλλά έχει συνηθίσει να δουλεύει στη διάρκεια των διακοπών και η ανθεκτικότητά της, γενικά, είναι αποδεδειγμένα μεγάλη.
Τι είναι αυτό που τη θυμώνει
Τη διαδρομή από τα Εξάρχεια, όπου κατοικεί, μέχρι την Αμαλίας, όπου είναι η έδρα του Ινστιτούτου Τσίπρα, την κάνει με τα πόδια. Χαίρεται που συναντά καθημερινά στα γραφεία νέους ανθρώπους οι οποίοι «προσπαθούν για τη σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με την κοινωνική εμπειρία και το κάνουν αφιλοκερδώς». Θυμώνει όταν τη ρωτούν για τη χρηματοδότηση του Ινστιτούτου, γιατί «υπάρχει ασυμμετρία με το ενδιαφέρον για τα οικονομικά καταχρεωμένων κομμάτων», σημειώνοντας ότι είναι μη κερδοσκοπικό, δεν έχει κρατική χρηματοδότηση, ενώ οι εκδηλώσεις και οι δράσεις του υποστηρίζονται από χορηγίες και εισφορές μελών, που δηλώνονται όλες.
Προσωπική σχέση με τον Αλέξη Τσίπρα δεν έχει. Στην πραγματικότητα, τον ξέρει μόνο μέσα από τη σύντομη συνεργασία τους. Ούτε έχει γίνει, ακόμη, εξ απορρήτων του. Πολλά φαίνεται πως τα μαθαίνει εκ των υστέρων. Για παράδειγμα, δεν συμμετείχε στην απόφαση για την οξύτατη επίθεση του πρώην πρωθυπουργού στις δημοσιογράφους Ελένη Βαρβιτσιώτη και Βικτώρια Δενδρινού για το ντοκιμαντέρ σχετικά με τα γεγονότα του πρώτου εξαμήνου 2015 (ΣΚΑΪ), αλλά καταλαβαίνει «την αίσθηση της αδικίας και την αντίδραση».
Το ντύσιμο, οι συνήθειες, τα στέκια της δεν θυμίζουν επαγγελματία της Αριστεράς. Ούτε το βιβλίο του Πολ Οστερ στην τσάντα της ή ο Τζέιμς Μπλέικ και η Κέιτ Μπους που ακούει στο αυτοκίνητο.
Το πότε θα ανακοινωθεί το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα «είναι μια δυναμική διαδικασία εν εξελίξει», απαντάει στις σχετικές ερωτήσεις και ασκείται ήδη στην ασάφεια στην οποία καταφεύγουν οι εκπρόσωποι των κομμάτων όταν θέλουν να θολώσουν τα νερά. Το κόμμα θα συγκροτηθεί με «συγκλίσεις από τα κάτω», «δεν υπάρχουν εξασφαλισμένες θέσεις για κανέναν», «δεν προβλέπονται συνιστώσες», «δεν συζητάμε για τις μετεκλογικές συνεργασίες», «η πρόθεση είναι να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις» και «ο εκλογικός στόχος είναι ο υψηλότερος δυνατός».
Δεν έχει κάνει καμία συζήτηση για το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς της στις επόμενες εκλογές και λέει πως είναι πολύ μακριά από το μυαλό της κάτι τέτοιο, παρόλο που, αντικειμενικά, δεν είναι.
Στην πρώτη της επαφή με τη δημοσιότητα προσπαθεί να χαρτογραφήσει τα όριά της και τα όρια των άλλων και εκτίθεται «προσεκτικά, όχι φοβικά».
Με το βλέμμα στραμμένο στον κόσμο
Είναι πολύ σίγουρη για την απόφασή της να ασχοληθεί με την πολιτική. Πιστεύει ότι διανύουμε μια «περίοδο βαθιάς παρακμής, με διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης των πολιτών με τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, απώλειας της πίστης στους συλλογικούς αγώνες, την κοινωνική και πολιτική οργάνωση και δράση». Και συνεχίζει: «Οι διαδοχικές ματαιώσεις που απαξιώνουν την πολιτική ευνοούν την Ακροδεξιά. Καθένας στο μέτρο των δυνάμεών του οφείλει να προσφέρει κάτι στη βάση ρεαλιστικών προσδοκιών». Δίνει έμφαση στον «ρεαλισμό» «γιατί η εξιδανίκευση προηγείται της αποκαθήλωσης» – ίσως το έμαθε κάνοντας ψυχοθεραπεία.
Την ενδιέφεραν πάντα οι διεθνείς εξελίξεις. Παρακολουθούσε τις ειδήσεις του εξωτερικού δελτίου πριν από την εσωτερική επικαιρότητα. Μιλάει για τη «γενοκτονία που γίνεται από το Ισραήλ και την κατάλυση του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ μπροστά στα μάτια μας», για να καταλήξει ότι «χάνουμε αργά αλλά σταθερά τις πολιτισμικές μας κατακτήσεις. Και δεν κάνουμε αρκετά για να το αποτρέψουμε».
«Αν δεν είναι τώρα εποχή για μια Αριστερά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολιτικής οικολογίας, τότε πότε;», αναρωτιέται και κάπως έτσι θυμίζει την εν δυνάμει κομματική της ταυτότητα, την πρώτη της ζωής της, γιατί κατά τα άλλα το ντύσιμο, οι συνήθειες, τα στέκια της δεν θυμίζουν επαγγελματία της Αριστεράς. Ούτε το βιβλίο του Πολ Οστερ στην τσάντα της ή ο Τζέιμς Μπλέικ και η Κέιτ Μπους που ακούει στο αυτοκίνητό της. «Ξέρει, άραγε, πού έμπλεξε;», ρωτούν φίλοι της και αυτή τους χαμογελάει.
