Το μελλοντικό κόμμα Καρυστιανού παράγει πολιτικό θόρυβο πριν υπάρξει και πυροδοτεί αντιφατικά σενάρια για το αποτύπωμα που θα αφήσει στην κάλπη. Η δυσκολία αξιόπιστων εκτιμήσεων είναι εγγενής, όταν το ποσοστό όσων δηλώνουν πιθανό (πολύ ή αρκετά) να ψηφίσουν κόμμα Καρυστιανού ή/και κόμμα Τσίπρα είναι περίπου 10%, σύμφωνα με τον Στράτο Φαναρά της Metron Analysis. Υπάρχει, δηλαδή, επικάλυψη στο κοινό το οποίο διεκδικούν, γιατί η κλωστή του αντισυστημισμού που απλώνει η Μαρία Καρυστιανού διατρέχει οριζόντια το πολιτικό φάσμα.
To επιβεβαιώνει ο αν. καθηγητής Εκλογικής Συμπεριφοράς στο ΠΑΜΑΚ Γιάννης Κωνσταντινίδης: «Το νέο κόμμα δείχνει ικανό να κερδίσει σημαντική στήριξη από όλο το μήκος των τοποθετημένων στον άξονα “Αριστερά – Δεξιά”, αλλά και ακόμη περισσότερη μεταξύ των ψηφοφόρων που αρνούνται να τοποθετηθούν στον άξονα. Οι τελευταίοι χαρακτηρίζονται αντισυστημικοί, παρότι συχνά πρόκειται για ψηφοφόρους με μειωμένο ή μηδενικό ιδεολογικό φορτίο. Κοντολογίς, το νέο κόμμα μοιάζει ελκυστικό σε πολλούς και διαφορετικούς ψηφοφόρους (ή και μη ψηφοφόρους)».
Εκτός άξονα
Στην ίδια «γραμμή σκέψης» κινείται ο γενικός διευθυντής της Pulse Γιώργος Αράπογλου: «Φαίνεται ότι ένα ενδεχόμενο κόμμα θα είχε ομοιόμορφη απήχηση από αριστερά μέχρι δεξιά, ακόμη περισσότερο σε όσους δεν τοποθετούν τον εαυτό τους σε κάποιο σημείο αυτού του άξονα».
Συναφής είναι η ανάλυση του επικεφαλής της Metron Analysis, Στράτου Φαναρά: «Η απήχησή της είναι περισσότερο ισχυρή στα άτομα που έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα (19% πολύ πιθανό, 19,5% αρκετά πιθανό)». Το κοινό στο οποίο απευθύνεται, κατά τον Στ. Φαναρά, είναι «οι αουτσάιντερ για τους οποίους το βασικό γνώρισμα δεν είναι ο προσδιορισμός στον άξονα “Αριστερά – Δεξιά” αλλά στο δίπολο σύστημα/αντισύστημα».
Με άλλα λόγια, το κόμμα Καρυστιανού «απειλεί όλο το αντισυστημικό αντικυβερνητικό μέτωπο. Δηλαδή, μόνο το ΠΑΣΟΚ δεν απειλείται».
Για τον διευθύνοντα σύμβουλο της Alco Κώστα Παναγόπουλο, «η θετική προσέγγιση στο πρόσωπό της έχει οριζόντια χαρακτηριστικά, καλύπτοντας όλο το πολιτικό φάσμα. Αλλά οι αποτυπώσεις αυτές, διευκρινίζει, κατά βάση αφορούν τη Μαρία Καρυστιανού ως φυσικό πρόσωπο όχι ως επικεφαλής κόμματος». Επομένως, πρέπει να διατηρείται επιφύλαξη «ως προς το αν η συμπάθεια θα μετατραπεί, τελικά, σε πολιτική επιλογή». Ο Κ. Παναγόπουλος εξηγεί ότι «δεν μπαίνουν σε κάλπη κόμματα που δεν υπάρχουν και ότι οι ερωτήσεις είναι περιφερειακές (concept test αντί για voting test) και αυτό σημαίνει ότι «είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα».
Ψήφος αντίδρασης – Ο Δημήτρης Κατσαντώνης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «To the point», σημειώνει πως, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, «δεν είναι διόλου απίθανο στις επόμενες εκλογές ένας στους τρεις Ελληνες να ψηφίσει τελικά όποιον του φανεί πιο “αντισυστημικός”».
Οι αποκλεισμένοι
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «To the point» στην Θεσσαλονίκη, Δ. Κατσαντώνης, σημειώνει ότι «ο μεγάλος όγκος του αντισυστημισμού, και εκ δεξιών και εξ αριστερών, εκπροσωπείται από προσωποπαγείς υπάρχοντες ή υπό διαμόρφωση σχηματισμούς οι οποίοι είτε θα καταγράψουν διψήφια ποσοστά είτε ισχυρά μονοψήφια». Και συνεχίζει: «Οπως δείχνουν σχεδόν όλες οι μετρήσεις, δεν είναι διόλου απίθανο, στις επόμενες εκλογές ένας στους τρεις Ελληνες να ψηφίσει τελικά όποιον/όποια του φανεί πιο «αντισυστημικός/ή».
Για τον επ. καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ Μάνο Τσατσάνη, πρόκειται για έναν «χώρο ετερογενή, ο οποίος τροφοδοτείται διαχρονικά από χαμηλή πολιτική εμπιστοσύνη, αίσθημα αποκλεισμού και μια μεγάλη δεξαμενή δυνητικής ψήφου διαμαρτυρίας. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών δεν είναι ανωμαλία, αλλά αναμενόμενο αποτέλεσμα».
Η βιβλιογραφία πολιτικής επιστήμης διακρίνει μεταξύ των αντικαθεστωτικών ή αντι-ελίτ (anti-establishment) δυνάμεων –που στρέφονται κυρίως κατά των κυβερνώντων– από τις γνήσια αντισυστημικές, οι οποίες αμφισβητούν ευρύτερα τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Η περίπτωση Καρυστιανού, εξηγεί ο Μ. Τσατσάνης, εντάσσεται στην πρώτη κατηγορία, «αντλώντας πολιτική δυναμική από τη γενικευμένη δυσπιστία και την κυβερνητική φθορά και όχι από ριζική θεσμική αμφισβήτηση».
Επενδύοντας στη δυσπιστία – Η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού αντλείται «από τη γενικευμένη δυσπιστία και την κυβερνητική φθορά και όχι από ριζική θεσμική αμφισβήτηση», κατά τον καθηγητή Μάνο Τσατσάνη, ο οποίος χαρακτηρίζει πλεονέκτημα την έλλειψη ξεκάθαρου πολιτικού στίγματος.
Και καταλήγει: «Το βασικό της πλεονέκτημα έναντι άλλων διεκδικητών της αντικυβερνητικής ψήφου –όπως η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση ή ένα πιθανό νέο κόμμα Τσίπρα– είναι κοινό με άλλους νέους πολιτικούς διεκδικητές (challengers) στις σύγχρονες δημοκρατίες: η απουσία πολιτικού παρελθόντος και το ακόμη ασαφές ιδεολογικό της στίγμα. Αυτή η ασάφεια επιτρέπει την προσέλκυση ψήφων από όλο το πολιτικό φάσμα, ακόμη και από ψηφοφόρους της Αριστεράς, παρά τη συντηρητική πολιτική και κοινωνική αφετηρία της ίδιας και των φημολογούμενων συνεργατών της».
Κομήτης και καταλύτης
Ο Γ. Κωνσταντινίδης επισημαίνει ότι το πλεονέκτημα ενός τέτοιου κόμματος «δεν είναι το πολιτικό του περιεχόμενο, αλλά το γεγονός ότι δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κομμάτων που συναπαρτίζουν το προσλαμβανόμενο από τους πολίτες αναξιόπιστο κομματικό σύστημα της χώρας. Αυτό από μόνο του είναι ένα ισχυρότατο πλεονέκτημα».
Και μετά; Ο Μ. Τσατσάνης διακινδυνεύει την πρόβλεψη ότι «ένα τέτοιο κόμμα θα μπορούσε, με βάση τη διεθνή εμπειρία, να εξελιχθεί σε κόμμα-κομήτη: έναν σχηματισμό ταχείας ανόδου αλλά περιορισμένης διάρκειας, ο οποίος όμως, έστω και πρόσκαιρα, θα λειτουργούσε ως καταλύτης περαιτέρω ρευστοποίησης του ελληνικού κομματικού συστήματος, οξύνοντας τον ανταγωνισμό για την αντικυβερνητική ψήφο και πιέζοντας πρωτίστως τις ήδη κατακερματισμένες αντιπολιτευτικές δυνάμεις».

