Η ιδιαίτερη μεταχείριση της Τουρκίας από τον Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί έκπληξη. Ηδη από την πρώτη του προεδρική θητεία είχε αναπτυχθεί μια ιδιόμορφη προσωπική σχέση ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο και στον Ταγίπ Ερντογάν. Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τον Τούρκο ομόλογό του ως έναν ισχυρό ηγέτη με τον οποίο μπορεί να συνεννοηθεί απευθείας, έξω από τα στενά όρια της παραδοσιακής διπλωματίας και της αμερικανικής γραφειοκρατίας.
Η προσωπική σχέση δεν αρκεί για να εξηγήσει όλα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ των δύο ηγετών στην Αγκυρα. Υπάρχουν και αντικειμενικά δεδομένα που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η Τουρκία διαθέτει ιδιαίτερη γεωστρατηγική βαρύτητα. Ελέγχει τα Στενά, διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της Μαύρης Θάλασσας, της Ανατ. Μεσογείου, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να συνομιλεί με τη Ρωσία, να επηρεάζει τις εξελίξεις στη Συρία και να παρεμβαίνει σε σειρά περιφερειακών κρίσεων. Σε μια εποχή πολλαπλών συγκρούσεων, η Ουάσιγκτον δύσκολα μπορεί να αγνοήσει αυτή τη χρησιμότητα.
Πάγιος στόχος των ΗΠΑ, ανεξαρτήτως προέδρου, παραμένει η διατήρηση της Τουρκίας εντός του δυτικού συστήματος ασφαλείας. Η Ουάσιγκτον ανησυχεί ότι η αποξένωση της Αγκυρας θα την ωθούσε σε στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα ή σε μια περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική που δεν θα εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει ότι οι κυρώσεις και οι πιέσεις δεν επαρκούν και ότι η Τουρκία μπορεί να συγκρατηθεί αποτελεσματικότερα μέσω υποσχέσεων για ανταλλάγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι υποσχέσεις του μπορούν εύκολα να υλοποιηθούν. Η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 συναντά σοβαρά εμπόδια. Η διατήρηση των ρωσικών πυραύλων S-400 προκαλεί προβληματισμό για την ασφάλεια της τεχνολογίας των αμερικανικών αεροσκαφών σε περίπτωση που βρεθούν σε τουρκικά χέρια, ενώ το νομοθετικό πλαίσιο των κυρώσεων και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων του προέδρου.
Ισχυρές είναι και οι αντιρρήσεις του Ισραήλ, το οποίο δεν ανησυχεί μόνο για το ενδεχόμενο ανατροπής της περιφερειακής στρατιωτικής ισορροπίας. Αντιμετωπίζει με καχυποψία τις ηγεμονικές τάσεις της Τουρκίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόκτηση F-35 από την Αγκυρα θα ενίσχυε σημαντικά τις δυνατότητες μιας περιφερειακής δύναμης την οποία το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει ως στρατηγικό ανταγωνιστή. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει τις εξελίξεις ούτε με πανικό ούτε με εφησυχασμό. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να εξακολουθήσει να κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι η αμυντική ενίσχυση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού. Το δεύτερο είναι η διαρκής διεύρυνση των διπλωματικών ερεισμάτων της χώρας προς κάθε διαθέσιμη κατεύθυνση. Ο συνδυασμός σκληρής ισχύος και διπλωματίας αποτελεί τον αποτελεσματικότερο και ασφαλέστερο τρόπο μεγιστοποίησης της ελληνικής αποτροπής.
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

