Τα ολοένα περισσότερα και διαρκώς διευρυνόμενα πολιτικά μέτωπα που έχει ανοίξει ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ακόμα και με τους πιο στενούς συμμάχους της χώρας του, καθιστούν την κυβέρνησή του στην Ιερουσαλήμ έναν από τους λιγότερο ελκυστικούς διεθνείς συνομιλητές. Το διεθνές περιβάλλον είναι ρευστό, ωστόσο η κατάσταση στο Ισραήλ έχει εκ των πραγμάτων εγκατασταθεί ως σταθερή παράμετρος και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για μια σειρά από λόγους που πολλές φορές επικαλύπτονται.
Η Αθήνα έχει βρεθεί τα τελευταία τρία χρόνια ουκ ολίγες φορές σε εξαιρετικά δύσκολη θέση όχι μόνο έναντι των Ευρωπαίων εταίρων της, αλλά και των Αμερικανών, λόγω της ανθρωπιστικής καταστροφής στη Γάζα, καθώς επίσης και λόγω των γεωπολιτικών επιπλοκών που προκαλούν οι πολεμικές συρράξεις γύρω από το Ισραήλ. Ενας επιπρόσθετος λόγος συνδέεται και με τα εξοπλιστικά, καθώς οι προμήθειες που πραγματοποιούν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις τα τελευταία χρόνια από το Ισραήλ προκαλούν τη δυσαρέσκεια όσων θα επιθυμούσαν μερίδιο στα ελληνικά προγράμματα. Αν και η ελληνική διπλωματία έως αυτή τη στιγμή έχει κατορθώσει να κρατήσει ισορροπίες, κυρίως με τις χώρες της περιοχής, με τις οποίες διατηρεί εξαιρετικές διμερείς σχέσεις, πλέον έχει αρχίσει να κυριαρχεί το αφήγημα της αυξανόμενης εξάρτησης της Ελλάδας από το Ισραήλ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αφήγημα εξάρτησης – Αν και η ελληνική διπλωματία έχει κατορθώσει να κρατήσει ισορροπίες, αρχίζει να κυριαρχεί το αφήγημα της αυξανόμενης εξάρτησης από το Ισραήλ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας στην Αν. Μεσόγειο.
Η μεταβλητή του Λιβάνου
Η Αθήνα αντικρούει αυτή την κριτική αναδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, την επικριτική στάση την οποία έχει κρατήσει έναντι της κυβέρνησης Νετανιάχου στο ζήτημα των επιχειρήσεων των ισραηλινών δυνάμεων στον νότιο Λίβανο. Αλλωστε το ζήτημα του Λιβάνου ανέδειξε –για ακόμα μια φορά– πριν από λίγες ημέρες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος υπογράμμισε ακόμα ότι η σχέση με το Ισραήλ αφορά το συγκεκριμένο κράτος και όχι τη σημερινή κυβέρνησή του. Η στάση αυτή έχει κυρίως πολιτική στόχευση, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να αποδομήσει την κριτική περί σχέσης με το Ισραήλ που περιορίζεται στον Νετανιάχου και όχι συνολικότερα στο συγκεκριμένο κράτος. Πέρα από την παραπολιτική διάσταση που εξαντλείται στα κοινωνικά δίκτυα, η αντοχή της σχέσης Ελλάδας και Ισραήλ στην πραγματικότητα δεν έχει δοκιμαστεί δίχως τον Νετανιάχου στη θέση του πρωθυπουργού από το 2010 και μετά. Υπάρχει η εξαίρεση της παρένθεσης ανάμεσα στον Ιούνιο του 2021 και τον Δεκέμβριο του 2022, της συγκυβέρνησης Ναφτάλι Μπένετ – Γιαΐρ Λαπίντ, ωστόσο τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από εκείνη την περίοδο δεν είναι ασφαλή. Πράγματι, τότε σημειώθηκε κάποια επιβράδυνση στον ρυθμό των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, αλλά αυτή πιθανότατα οφείλεται στα εγγενή προβλήματα που είχε ο «αντι-Νετανιάχου» ετερόκλητος συνασπισμός εθνικιστών, δεξιών, αριστερών και Αράβων. Από την επιστροφή Νετανιάχου στο «τιμόνι» του Ισραήλ έχουν προχωρήσει με ταχύτητα πάρα πολλά εξοπλιστικά προγράμματα για τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις, με πλέον πρόσφατο την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους 3,5 δισ. ευρώ, αμιγώς ισραηλινής τεχνολογίας, που μάλιστα βρίσκεται λίγο πριν από το σκέλος της συμβασιοποίησης. Σήμερα (Κυριακή 14 Ιουνίου) αναμένεται να ολοκληρωθούν οι τελευταίες λεπτομέρειες, ώστε τις επόμενες εβδομάδες το πρόγραμμα να εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ και να προχωρήσουν οι υπογραφές. Μέχρι στιγμής, σκόπελος ήταν η συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και κάποια ζητήματα φορολογίας. Το προφανές επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής σχέσης που διατηρεί η Ελλάδα με το Ισραήλ αφορά, βεβαίως, την εξισορρόπηση της επιρροής της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ωστόσο η Αθήνα δεν θέλει να το επικαλείται. Στην Αγκυρα το γνωρίζουν αυτό. Και προσπαθούν να αναδεικνύουν διαρκώς τη συγκεκριμένη διάσταση. Πριν από λίγες ημέρες το υπουργείο Εθνικής Αμυνας της Τουρκίας περιέγραψε την Κυπριακή Δημοκρατία ως «προτεκτοράτο» του Ισραήλ. Η πολύ σκληρή αυτή επίθεση είχε ως αφορμή την ευρύτερη στρατηγική συνεργασία της Λευκωσίας με το Ισραήλ, αλλά και το Παρίσι, στο πλαίσιο της συμφωνίας για τη δυνατότητα μακροπρόθεσμης στάθμευσης γαλλικών δυνάμεων σε κυπριακό έδαφος.
Το γεγονός ότι η Αγκυρα επικεντρώνεται στην παρουσία του Ισραήλ στην Κύπρο, αλλά και στα εξοπλιστικά της Αθήνας, ουσιαστικά προδιαγράφει το πεδίο της επόμενης κρίσης στο ευρύτερο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Και για την Ελλάδα η πλοήγηση σε αυτά τα επικίνδυνα νερά προϋποθέτει την πολύ στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ, καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ο μόνος που διαθέτει δυνατότητα παρέμβασης τόσο στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Η αυξανόμενη επιρροή του Ισραήλ στην Κύπρο σε συνδυασμό με τις δυνατότητες ποιοτικού πλεονεκτήματος (qualitative edge) που δίνουν τα ισραηλινά όπλα στην Ελλάδα αποτελούν ένα πεδίο πιθανής μελλοντικής κρίσης, και η Αγκυρα το έχει μεταφέρει στην Αθήνα και μέσω αρμόδιων διαύλων.
Πέρα από το συγκεκριμένο τρίγωνο αστάθειας, με τις γνωστές ψυχολογικές μεταπτώσεις, στην Αθήνα επιστρέφουν ξανά τα δύσκολα ερωτήματα σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στις επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ μετά το τέλος του πολέμου, που φαίνεται να είναι κοντά. Η Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή την εν πλω διοίκηση της επιχείρησης της Ε.Ε. «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα (και το στρατηγείο στη Λάρισα). Εφόσον οι συμφωνίες για την ανακωχή στα Στενά του Ορμούζ προχωρήσουν, είναι πιθανόν να ξεκινήσουν οι εργασίες αποναρκοθέτησης, με την Ελλάδα επικεφαλής της επιχείρησης «Ασπίδες» με διευρυμένο ρόλο, όπως έχει ήδη συζητηθεί σε επίπεδο Ε.Ε. Πρόκειται, πάντως, για μια διαδικασία ιδιαίτερα αργόσυρτη. Η αποναρκοθέτηση των Στενών του Ορμούζ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την παρέλευση έξι μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει και την πλήρη κάλυψη του Ιράν.

