Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, τον Ιούλιο, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να έχει προαναγγείλει την παρουσία του, θεωρείται από διπλωματικές πηγές κρίσιμη στιγμή για τα ελληνοτουρκικά την επόμενη περίοδο. Με φόντο το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» που προγραμματίζεται να εγκριθεί από την τουρκική Εθνοσυνέλευση το φθινόπωρο, στη διάρκεια του καλοκαιριού θα φανούν οι δυνατότητες επιστροφής στο κλίμα των «ήρεμων νερών», την οποία επιδιώκει η Αθήνα, όπως φάνηκε με τη συνάντηση Γεραπετρίτη – Φιντάν στη Σόφια, παρά τον εκνευρισμό της Αγκυρας που έχει σύνθετη αιτιολογία. Ο διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας πιστεύει στην ανάγκη «εμβάθυνσης του διαλόγου» για να αγγίξει τον «σκληρό πυρήνα των διαφορών», ενώ ο πανεπιστημιακός Ανδρέας Στεργίου σημειώνει ότι «η (τουρκική) πολιτική των απειλών και των παρενοχλήσεων» δεν επιτρέπει «σε καμία σοβαρή χώρα να δείξει πνεύμα συνεννόησης».
Επιμέλεια: Αγγελική Σπανού
Ο «σκληρός πυρήνας» των διαφορών
Του Θόδωρου Τσίκα*
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» μοιάζει να δοκιμάζεται, αλλά η χρησιμότητά της δεν εξαντλήθηκε. Η Διακήρυξη των Αθηνών αποτέλεσε σημαντική προσπάθεια διαμόρφωσης πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης Ελλάδας – Τουρκίας. Για να αποκτήσει όμως στρατηγικό βάθος και διάρκεια απαιτείτο πολιτική βούληση των δύο ηγεσιών να προχωρήσουν πέρα από τη διαχείριση εντάσεων, προς την ουσιαστική αντιμετώπιση των εκκρεμών διαφορών. Αυτό δεν συνέβη.
Παράλληλα, ο διάλογος ατόνησε. Αρνητική εξέλιξη, καθώς ακόμη και όταν δεν οδηγεί άμεσα σε συμφωνίες, λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοσυγκράτησης. Η απουσία του αυξάνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων και περιορίζει τη δυνατότητα πρόληψης κρίσεων.
Η Διακήρυξη των Αθηνών περιλαμβάνει δέσμευση αποφυγής ενεργειών που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προκλητικές από την άλλη πλευρά. Αργότερα, τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα προχώρησαν σε κινήσεις που η απέναντι πλευρά θεώρησε επιβαρυντικές, με αποτέλεσμα αλληλοκατηγορίες και φθορά του θετικού κλίματος.
Η επιλογή δεν είναι «σύγκρουση ή ήρεμα νερά». Είναι μεταξύ ενός αέναου κύκλου περιοδικών εντάσεων και της επίτευξης αμοιβαίως επωφελών λύσεων.
Καμία από τις δύο χώρες δεν πρόκειται να μεταβάλει θέσεις επισήμως, προτού ο διάλογος αγγίξει τον «σκληρό πυρήνα» των διαφορών. Μέχρι τότε, Αθήνα και Αγκυρα θα ενισχύουν νομικά, πολιτικά και διπλωματικά τα επιχειρήματά τους. Εκεί εντάσσεται το φημολογούμενο τουρκικό νομοσχέδιο περί θαλασσίων ζωνών, που εμφανίζεται να αποσκοπεί κυρίως στην κωδικοποίηση ήδη γνωστών τουρκικών απόψεων.
Ωστόσο, κανένα κράτος δεν μπορεί, μέσω μονομερών νομοθετικών πράξεων (π.χ. ένας τουρκικός νόμος, αλλά και ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός), να μεταβάλει το νομικό καθεστώς διεθνών υδάτων ή να επιβάλει οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών. Αυτές προϋποθέτουν συμφωνία μεταξύ των παράκτιων κρατών. Κίνδυνος κρίσης θα προέκυπτε μόνο εάν κάποια πλευρά επιχειρούσε να εφαρμόσει μονομερώς διεκδικήσεις της επί του πεδίου, που δεν φαίνεται ως η πιθανότερη εκδοχή.
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψη του διαλόγου. Βρίσκεται στην εμβάθυνσή του. Η εμπειρία δείχνει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν αρκούν. Οσο παραμένουν άλυτες εκκρεμότητες, επανέρχονται τριβές. Μόνο μέσω ουσιαστικών διαπραγματεύσεων και Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης μπορεί να διαμορφωθεί σταθερό, βιώσιμο πλαίσιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επιλογή δεν είναι «σύγκρουση ή ήρεμα νερά». Είναι μεταξύ ενός αέναου κύκλου περιοδικών εντάσεων και της επίτευξης αμοιβαίως επωφελών λύσεων.
* Ο κ. Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).
Σχέσεις σε σταυροδρόμι
Του Ανδρέα Στεργίου*
Η πρόσφατη σκλήρυνση της τουρκικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα, η οποία υπονομεύει το status των «ήρεμων νερών» που ωφελούν τόσο την Τουρκία όσο και την Ελλάδα, παρά τις εθνικιστικές φανφάρες που ακούγονται κατά καιρούς, οφείλεται σε μια σειρά εσωτερικών και διεθνών παραγόντων.
Στους διεθνείς συγκαταλέγεται η προσπάθεια του Ερντογάν να αναστηλώσει το προφίλ του «ισχυρού άνδρα» μετά την προφανή αδυναμία του να διαδραματίσει κάποιο σημαίνοντα ρόλο στη Μέση Ανατολή παρά τις προσπάθειές του εδώ και δεκαετίες να εμφανιστεί ως ο προστάτης των απανταχού μουσουλμάνων.
Κομβικής σημασίας ζήτημα αποτελεί, ωστόσο, η αναζωπύρωση στο εσωτερικό της Τουρκίας του γεωπολιτικού συνδρόμου της περικύκλωσης (fear of encirclement) που κατατρύχει την Τουρκία για πάνω από 100 χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, η συμμαχία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα, σε μια περίοδο ακραίου αντιαμερικανισμού στην τουρκική κοινωνία, ενεργοποιεί φόβους ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει όχημα «ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων» ξένων δυνάμεων εναντίον της Τουρκίας.
Η σκλήρυνση της τουρκικής πολιτικής οφείλεται και στο γεγονός ότι στην Αγκυρα θεωρούν ότι η Ελλάδα νέμεται προνομιακά το Αιγαίο και τους πόρους του.
Σε αυτό έρχεται να προστεθεί η πεποίθηση ότι η Ελλάδα νέμεται προνομιακά το Αιγαίο και τους πόρους του. Αν και κατά τη γνώμη μας η πολιτική του Κάθετου Διαδρόμου, όπως και οι πρόσφατες συμφωνίες εξορύξεων υδρογονανθράκων δεν πρόκειται να έχουν ούτε τα πολυδιαφημιζόμενα οικονομικά οφέλη ούτε και θα σημάνουν κάποια γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας (οι ίδιες εταιρείες υπέγραψαν πρόσφατα αντίστοιχες συμφωνίες με την τουρκική κυβέρνηση), ενώ συνεπάγονται ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές συνέπειες για το ευαίσθητο οικοσύστημα του Αιγαίου, η Αγκυρα εμφανίζεται ιδιαίτερα ενοχλημένη. Ο λόγος είναι ότι πιστεύει ότι τα κυριαρχικά δικαιώματά της στο Αιγαίο αγνοούνται. Είναι αλήθεια ότι η Τουρκία λόγω της μεγάλης ηπειρωτικής ακτογραμμής της, που έχει σημαίνοντα ρόλο στη νομολογία διεθνών δικαστηρίων για τη χάραξη θαλασσίων ζωνών, έχει συγκεκριμένα δικαιώματα στο Αιγαίο. Η πολιτική των απειλών και των παρενοχλήσεων κάθε είδους, την οποία, όμως, έχει επιλέξει για να τα διεκδικήσει, πέραν του ότι αντιστρατεύεται το διεθνές δίκαιο και τις υποχρεώσεις της στους διεθνείς οργανισμούς, δεν επιτρέπει σε καμία σοβαρή χώρα να δείξει πνεύμα συνεννόησης.
Ο τελευταίος λόγος είναι φυσικά ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης από τα εσωτερικά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι ο πατριωτισμός πουλάει, γι’ αυτό και θεωρείται το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος…
* Ο κ. Ανδρέας Στεργίου είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, κάτοχος της έδρας Jean Monnet.

