ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχείρησε να δώσει πραγματικό επιχειρησιακό περιεχόμενο στο άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, που προβλέπει ότι όλα τα κράτη-μέλη οφείλουν να βοηθήσουν ένα κράτος-μέλος σε περίπτωση επίθεσης. Λίγες μόνο ημέρες μετά την αναγνώριση από τους Ευρωπαίους ηγέτες της ανάγκης να προχωρήσει η επιχειρησιακή ετοιμότητα της ρήτρας, στο άτυπο συμβούλιο στην Κύπρο, οι πρέσβεις των 27 κρατών-μελών αυτή την εβδομάδα συμμετείχαν σε τρίωρη άσκηση προσομοίωσης στο πλαίσιο της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας, εξετάζοντας πώς θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί στην πράξη η ρήτρα, ποιος θα είχε τον συντονισμό και τι είδους βοήθεια θα μπορούσε να προσφερθεί.
Η άσκηση
Το σενάριο, που επιλέχθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) με επικεφαλής την Κάγια Κάλας, μόνο τυχαίο δεν ήταν. Οι Βρυξέλλες απέφυγαν συνειδητά τις πιο «βαριές» εκδοχές, δηλαδή μια συμβατική στρατιωτική επίθεση εναντίον κράτους-μέλους ή μια κρίση, που θα απαιτούσε ταυτόχρονη ενεργοποίηση του άρθρου 5 του NATO. Αντ’ αυτού, η άσκηση περιορίστηκε σε ένα σενάριο υβριδικής επίθεσης, στο οποίο, πράγματι, χρειάστηκε ενεργοποίηση του άρθρου 42.7, όπως επιβεβαίωσε στην «Κ» αρμόδια πηγή.
Πάντως, αρκετά κράτη-μέλη επιθυμούν μια πιο διακριτική διαχείριση του όλου ζητήματος, λόγω ανησυχιών μήπως σταλεί λάθος μήνυμα στην Ουάσιγκτον ότι οι Ευρωπαίοι προετοιμάζονται να κινηθούν αυτόνομα στον τομέα της συλλογικής άμυνας, προσφέροντας στον Ντόναλντ Τραμπ ένα ακόμα πολιτικό επιχείρημα για περαιτέρω αμερικανική απεμπλοκή από την ευρωπαϊκή ασφάλεια, μετά και την πρόσφατη ανακοίνωση περί αποχώρησης 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία και μη αποστολής πυραύλων τύπου Tomahawk. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας έχει άλλωστε δώσει αρκετές φορές έμφαση στη διαφορά της ρήτρας «συνδρομής», που προβλέπει το ευρωπαϊκό άρθρο, από τη ρήτρα «συλλογικής άμυνας», που προσφέρει το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Πολλά κράτη-μέλη δεν επιθυμούν να δοθούν στην Ουάσιγκτον επιχειρήματα για περαιτέρω αμερικανική απεμπλοκή από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση περί «ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς τις ΗΠΑ» θα μπορούσε τελικά να αποδυναμώσει τη νατοϊκή αποτροπή αντί να την ενισχύσει. Οπως αναφέρουν στην «Κ» Ευρωπαίοι διπλωμάτες, η σημασία του άρθρου 5 δεν βρίσκεται τόσο στο νομικό κείμενο όσο στη στρατιωτική δομή που το υποστηρίζει: την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, τη διοικητική αλυσίδα, τις κοινές επιχειρησιακές δυνατότητες και, κυρίως, την αξιοπιστία της αποτροπής.
Η εξάρτηση
Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα της Ε.Ε.: ότι δηλαδή, παρά τις σημαντικές οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες, δεν διαθέτει ενιαία στρατιωτική διοίκηση ούτε επαρκείς αντίστοιχες δυνατότητες για αυτόνομη αποτροπή. Η εξάρτηση από τις ΗΠΑ παραμένει κρίσιμη, ιδιαίτερα σε τομείς όπως πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, δορυφορικές πληροφορίες και διοίκηση.
Παρά τις επιφυλάξεις, πάντως, η προσπάθεια για επιχειρησιακή ετοιμότητα της ρήτρας έχει ήδη ξεκινήσει. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Κ», άλλωστε, ο επίτροπος Αμυνας Αντριους Κουμπίλιους εξήγησε ακριβώς τη λογική πίσω από τις ασκήσεις ενεργοποίησης του άρθρου 42.7, ενώ προανήγγειλε ειδικό «εγχειρίδιο» όπου θα καταγράφονται όλες οι διαθέσιμες επιλογές αντίδρασης σε περίπτωση κρίσης.
Μετά την αξιολόγηση της πρώτης άσκησης «επί χάρτου», στο τραπέζι θα έρθει σειρά σεναρίων, ένα εκ των οποίων θα αφορά συμβατική επίθεση εναντίον μιας από τις τέσσερις χώρες που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ, Κύπρο, Αυστρία, Ιρλανδία, Μάλτα, καθώς σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί η συνδρομή της Ε.Ε. και όχι της Συμμαχίας.

