Το πρωί της Πέμπτης το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ΚΥΣΕΑ) ενέκρινε διάφορα εξοπλιστικά προγράμματα, ανάμεσα στα οποία τα συστήματα που θα συνθέτουν σε περίπου τρία χρόνια το σύνολο της αεράμυνας της χώρας, με τρόπο απολύτως δικτυοκεντρικό. Τα συστήματα αυτά, διασυνδεδεμένα πια με τις φρεγάτες FDI, τα μαχητικά F-35 και τα Rafale, καθώς επίσης και μικροδορυφόρους και κάθε τι άλλο ενταχθεί στις αμυντικές δυνατότητες της χώρας, θα λειτουργούν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Λίγη ώρα πριν από τις ανακοινώσεις αυτές, η «Κ» υπήρξε το πρώτο μέσο ενημέρωσης που ξεναγήθηκε στο κτίριο της νέας Διεύθυνσης Πληροφορικής – Κυβερνοχώρου (ΔΙΠΛΗΚΥΒ), το οποίο αποτελεί δωρεά του Αθανάσιου Κ. Λασκαρίδη και εγκαινιάστηκε πριν από περίπου ένα μήνα στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Εκεί συναντήσαμε τον διοικητή της Διοίκησης Κυβερνοχώρου (ΔΚΥΒ) ταξίαρχο Γ.Γ., με τον οποίο συζητήσαμε για τη νέα Διεύθυνση και το έργο της. Τα δύο γεγονότα που προαναφέρθηκαν συνδυάζονται, καθώς έργο της ΔΚΥΒ είναι ουσιαστικά η θωράκιση του κλειστού δικτύου το οποίο διασυνδέει το σύνολο των λειτουργιών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Απόρθητος κλωβός
Η ξενάγησή μας στο κτίριο της ΔΙΠΛΗΚΥΒ ήταν μάλλον περιορισμένη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των χώρων (συνολικά 2.500 τ.μ. σε δύο επίπεδα) δεν είναι προσβάσιμο παρά μόνο σε στελέχη της υπηρεσίας, μάλιστα με την εξακρίβωση βιομετρικών στοιχείων. Το ίδιο το κτίριο είναι κατασκευασμένο στη λογική του κλωβού Faraday, προκειμένου δηλαδή να μπορεί να αποκλείσει οποιεσδήποτε ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές, προστατεύοντας τον εξοπλισμό που υπάρχει στο εσωτερικό. Το νέο κτίριο, σε συνδυασμό με το νέο οργανωτικό σχήμα (δηλαδή της δημιουργίας Διεύθυνσης που ταυτόχρονα διαχειρίζεται τις πληροφορίες, αλλά και την κυβερνοάμυνα), βοήθησε τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις να ανέβουν αρκετά, «πολύ πάνω από τη μέση», στην κατάταξη του ΝΑΤΟ στο συγκεκριμένο πεδίο.
Ποιο ακριβώς είναι όμως το έργο της ΔΙΠΛΗΚΥΒ, αλλά και της διοίκησης κυβερνοάμυνας πιο συγκεκριμένα, πέρα από το να διασφαλίζει ότι τα νέα, δικτυοκεντρικά, οπλικά συστήματα των Ενόπλων Δυνάμεων λειτουργούν χωρίς πρόβλημα;
Συνεχείς επιθέσεις – Οι απειλές που αντιμετωπίζει η Διοίκηση Κυβερνοχώρου είναι «ασύμμετρες, συνεχείς και συνήθως ανώνυμες», επισημαίνει ο διοικητής της. «Εκτείνονται από την κυβερνοκατασκοπεία και τις υποκλοπές δεδομένων μέχρι στοχευμένες δολιοφθορές σε κρίσιμα συστήματα και υποδομές».
Στην ερώτηση της «Κ» για το πώς μπορεί να περιγραφούν οι απειλές που αντιμετωπίζει η ΔΚΥΒ ο ταξίαρχος Γ.Γ. σημειώνει ότι αυτές είναι «ασύμμετρες, συνεχείς και συνήθως ανώνυμες». Οπως λέει, «εκτείνονται από την κυβερνοκατασκοπεία και τις υποκλοπές δεδομένων μέχρι στοχευμένες δολιοφθορές σε κρίσιμα συστήματα και υποδομές, με σκοπό τη διαταραχή της λειτουργίας και την υπονόμευση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτές οι επιθέσεις δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εντάσσονται σε οργανωμένες επιχειρήσεις από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες. Απαιτείται, επομένως, διαρκής επαγρύπνηση, έγκαιρος εντοπισμός των αναδυόμενων απειλών, ανταλλαγή πληροφοριών και δυνατότητα άμεσης αντίδρασης».

Προστασία υποδομών
Η ΔΚΥΒ, προσθέτει, μπορεί να συμβάλει και στην άμυνα από επιθέσεις έξω από το στενό στρατιωτικό πεδίο, όπως για παράδειγμα εναντίον κρίσιμων υποδομών, όπως οι εγκαταστάσεις ύδρευσης ή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. «Οι απειλές επεκτείνονται και στο πεδίο των υποδομών, διότι ο κυβερνοχώρος δεν έχει σύνορα. Η ΔΚΥΒ δύναται να συμβάλει ενεργά στη θωράκιση των κρίσιμων εθνικών υποδομών, όπως η ενέργεια, η ύδρευση και οι επικοινωνίες, συνδράμοντας έμπρακτα τους κατά περίπτωση αρμόδιους φορείς.
Οταν ένα περιστατικό αποκτά διαστάσεις απειλής προς την εθνική άμυνα, η διοίκηση είναι έτοιμη να συνεισφέρει στην αντιμετώπισή του με προσωπικό και μέσα, αξιοποιώντας τη στρατιωτική τεχνογνωσία, την επιχειρησιακή κατάρτιση και τις τεχνολογικές της δυνατότητες», προσθέτει. Aλλωστε, όπως εξηγεί, η διασύνδεση με άλλες κρατικές υπηρεσίες σε θέματα κυβερνοασφάλειας είναι δεδομένη, κυρίως με την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, τις ομάδες αντιμετώπισης περιστατικών, την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, τους φορείς των κρίσιμων υποδομών, την ακαδημαϊκή κοινότητα και το οικοσύστημα αμυντικής καινοτομίας.
Ταχείες αποφάσεις – Η Τ.Ν. «παρέχει τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης ανίχνευσης και αξιολόγησης απειλών σε πραγματικό χρόνο, επιταχύνοντας ουσιαστικά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων». Ωστόσο, «ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει στο επίκεντρο, φέροντας την ευθύνη για την τελική κυβερνοενέργεια».
Η συζήτηση μεταφέρεται στη συνέχεια στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία έχει επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές και στον τρόπο που μέχρι τώρα διεξάγονταν οι επιχειρήσεις κυβερνοάμυνας. Η αλλαγή, αναφέρει ο ταξίαρχος Γ.Γ., είναι θεμελιώδης, καθώς υποχρεώνει τον αμυνόμενο στον κυβερνοχώρο να επινοήσει τακτικές πρόληψης της απειλής και όχι αντίδρασης σε αυτήν. Η Τ.Ν., λέει, «παρέχει τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης ανίχνευσης και αξιολόγησης απειλών σε πραγματικό χρόνο, επιταχύνοντας ουσιαστικά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων». Σημειώνει, πάντως, ότι η τεχνολογία δεν υποκαθιστά τον άνθρωπο αλλά ενισχύει τον χρόνο δράσης. «Ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει στο επίκεντρο της διαδικασίας, φέροντας την ευθύνη για την τελική αμυντική ή, όπου απαιτηθεί, ενεργητική κυβερνοενέργεια».
Στην ερώτηση της «Κ» πόσο εύκολο είναι να αποδοθεί με βεβαιότητα η ευθύνη μιας κυβερνοεπίθεσης σε έναν εχθρικό δρώντα, ο ταξίαρχος Γ.Γ. περιγράφει ένα σύνθετο ζήτημα. «Η απόδοση ευθύνης αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα στον κυβερνοχώρο. Μια διεύθυνση IP από την οποία δεχθήκαμε επίθεση δεν συνιστά ταυτότητα και ένα τεχνικό εύρημα, από μόνο του, δεν αποτελεί απόδειξη. Οι επιτιθέμενοι χρησιμοποιούν ενδιάμεσα συστήματα, υποδομές τρίτων και τεχνικές παραπλάνησης ή μίμησης άλλων δρώντων» υπογραμμίζει. Και προσθέτει ότι «για την εξαγωγή βάσιμης εκτίμησης απαιτείται η σύνθεση πολλών στοιχείων, όπως ψηφιακή εγκληματολογική ανάλυση, εξέταση κακόβουλου λογισμικού, ανάλυση τακτικών – τεχνικών και διαδικασιών, επιλογή στόχων, καθώς και πληροφορίες από εθνικές υπηρεσίες και συμμάχους». Αλλά, όπως τονίζει, «ακόμη και τότε η εκτίμηση εκφράζεται με βαθμό πιθανότητας και όχι με απόλυτη μαθηματική βεβαιότητα».

Ο μετασχηματισμός
Η ύπαρξη μιας τέτοιας διοίκησης, όπως της ΔΚΥΒ εντός του ΓΕΕΘΑ, αποτελεί προϋπόθεση και για την ευρύτερη κατεύθυνση μετασχηματισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς ο κυβερνοχώρος δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό παράρτημα Εθνικής Αμυνας. Οπως εξηγεί ο ταξίαρχος Γ.Γ., «πρόκειται για ένα αναγνωρισμένο διακριτό επιχειρησιακό πεδίο (domain) και ταυτόχρονα ο συνδετικός κρίκος για όλα τα υπόλοιπα τέσσερα πεδία (ξηρά, θάλασσα, αέρα και Διάστημα). Σε μια σύγχρονη επιχείρηση πολλαπλών πεδίων (multi-domain operation – MDO), το πλοίο, το αεροσκάφος, ο αισθητήρας και ο μαχητής πρέπει να επικοινωνούν ανταλλάσσοντας δεδομένα μέσα σε ένα απόλυτα ασφαλές περιβάλλον. Διαφορετικά, ακόμη και η πλέον προηγμένη πλατφόρμα μένει απομονωμένη ή “τυφλή”. Γι’ αυτό η ΔΚΥΒ συνιστά βασικό πυλώνα της “Ατζέντας 2030” και του νέου δόγματος αποτροπής». Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «χωρίς ασφαλή δίκτυα και ελευθερία δράσης στον κυβερνοχώρο, η στρατιωτική μας ισχύς δεν μπορεί να εκδηλωθεί στο πλήρες εύρος των δυνατοτήτων της».
Η «ρουτίνα»
Τα «αντανακλαστικά» των στελεχών της ΔΙΠΛΗΚΥΒ δοκιμάζονται βεβαίως συνεχώς, καθώς οι απόπειρες εναντίον της κυβερνοασφάλειας της χώρας είναι διαρκείς. Στις «βάρδιες» των στελεχών υπάρχει και η ευθύνη «φρούρησης» του περιορισμένου σκέλους του αδιαβάθμητου δικτύου των Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή τις ιστοσελίδες των επιτελείων και του υπουργείου Εθνικής Αμυνας. Εκεί, οι επιχειρήσεις είναι περίπου ίδιες με εκείνες που γίνονται και σε ανοιχτές ιστοσελίδες άλλων οργανισμών με επιθέσεις DDoS, αποστολή phishing mail ή αλλοίωσης των χαρακτηριστικών μιας ιστοσελίδας (defacement).
Να προσπαθήσει δηλαδή κάποιος να μπει σε μια ιστοσελίδα και να αναρτήσει τη σημαία μιας άλλης χώρας ή να «ρίξει» την ιστοσελίδα μέσω επιθέσεων DDoS. Πέρα από την καθημερινότητα, κάθε χρόνο γίνεται και η μεγάλη διακλαδική άσκηση «Πανόπτης» που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του ΓΕΕΘΑ, με τη συμμετοχή, όχι μόνο των στελεχών της ΔΙΠΛΗΚΥΒ, αλλά και ακαδημαϊκών κέντρων, καθώς επίσης και του οικοσυστήματος καινοτομίας.
Δεδομένης της συμμετοχής της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. σε μια σειρά πεδίων, και στην κυβερνοασφάλεια, η συνεργασία είναι διαρκής. «Στον κυβερνοχώρο», υπογραμμίζει ο ταξίαρχος Γ.Γ., «η ασφάλεια κάθε συμμάχου ενισχύει πολλαπλασιαστικά την ασφάλεια του συνόλου. Για τον λόγο αυτό, η συνεχής ενίσχυση των εθνικών μας δυνατοτήτων αποτελεί ταυτόχρονα ουσιαστική επένδυση στη συλλογική αποτρεπτική ισχύ και ανθεκτικότητα». Βέβαια, στη συζήτηση που εξελίσσεται καθίσταται απολύτως σαφές ότι εκείνο που προέχει είναι το εθνικό συμφέρον, κάτι που σημαίνει ότι πληροφορίες και τακτικές είναι προσβάσιμες μόνο κατά περίπτωση και όχι σε όποιον συμμετέχει στην ίδια συμμαχία με την Ελλάδα.
Με εξειδικευμένους αξιωματικούς, αλλά και στρατευσίμους
Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι βέβαια κρίσιμος. Κατ’ αρχάς οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί που υπηρετούν στη ΔΙΠΛΗΚΥΒ προέρχονται από το νέο Κοινό Σώμα Πληροφορικής (ΚΣΠΛΗ), το οποίο ιδρύθηκε με τον νόμο 5110 του 2024, με σκοπό ακριβώς τη στελέχωση αυτών των υπηρεσιών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι Ενοπλες Δυνάμεις απέκτησαν έναν κοινό, ευέλικτο μηχανισμό, ικανό να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις σε αυτό το πεδίο είτε σε περίοδο ειρήνης είτε σε περίοδο κρίσης – πολέμου.
Τα στελέχη του ΚΣΠΛΗ, πριν από το 2024 προέρχονταν και από τους τρεις Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, που συνήθως μετεκπαιδεύονταν στο αντικείμενο. Πλέον η διαδικασία περνάει σε μια μόνιμη και σταθερή βάση, καθώς τα νέα στελέχη προέρχονται απευθείας από τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων και τις παραγωγικές σχολές Υπαξιωματικών. Με στόχο τη συγκρότηση ενός ενιαίου Σώματος με κοινή εκπαίδευση, κοινή φιλοσοφία και ξεκάθαρο επιχειρησιακό προσανατολισμό.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι στη νέα Διεύθυνση υπηρετούν τη θητεία τους και στρατεύσιμοι που προέρχονται από πανεπιστήμια ή εταιρείες σχετικές με το αντικείμενο της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Μάλιστα, στο πλαίσιο της ενεργού εφεδρείας, οι συγκεκριμένοι στρατεύσιμοι θα κληθούν αργότερα στη ζωή τους να υπηρετήσουν (είτε στο πλαίσιο της επανεκπαίδευσης είτε σε εκείνο πιθανής επιστράτευσης) ακριβώς σε αυτό το πεδίο. Οι στρατεύσιμοι, λέει ο ταξίαρχος Γ.Γ., φέρνουν φρέσκια τεχνολογική γνώση, «θέλουμε διαρκή επαφή μαζί τους και την επιδιώκουμε».

