Αντιμέτωπη με το ορατό πλέον ενδεχόμενο ακόμη και άμεσης ανατροπής των ισορροπιών στους αιθέρες του Αιγαίου βρίσκεται η Αθήνα, καθώς φαίνεται ότι ανοίγει ο δρόμος για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Αν και το πρόγραμμα προμήθειας των πρώτων 20 F-35 για την Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) προχωρεί, με τα πρώτα να αναμένεται να προσγειωθούν στην Ανδραβίδα το 2028-29, για την Αθήνα το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν η Αγκυρα θα παραλάβει άμεσα τα έξι F-35 που είχαν κατασκευαστεί έως το 2019 (σε τρεις δόσεις των δύο) για την τουρκική Αεροπορία.
Σε αυτή την περίπτωση η Τουρκία θα βρεθεί να διαθέτει έξι F-35 ακόμη και πριν παραλάβει η Ελλάδα τα δικά της. Για τα υπόλοιπα θα χρειαστεί να περιμένει, όπως οι άλλοι πελάτες του μαχητικού πέμπτης γενιάς, για τη σειρά της, που θα αργήσει ακόμη. Στο επιχειρησιακό πεδίο η Ελλάδα προφανώς δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, παρά να αναμένει την εξέλιξη του χρονοδιαγράμματος, αν και είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η προοπτική εντείνει την ανάγκη να τελειώνουν σύντομα οι διεργασίες για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», την πολυστρωματική αεράμυνα.
Σε πολιτικό επίπεδο, όπως φάνηκε ήδη από τις πρώτες δημόσιες αντιδράσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη αλλά και του υπουργού Εθνικής Αμυνας Νίκου Δένδια, η Ελλάδα θα επενδύσει στο πολιτικό σκέλος των συζητήσεων, εν ολίγοις στην επίκληση κάποιων εγγυήσεων ότι ο οπλισμός αυτός δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Βέβαια, όπως είναι γνωστό, τέτοιου είδους διασφαλίσεις δεν αξίζουν και πολλά, καθώς Ελλάδα και Τουρκία είναι τυπικά συμμαχικές χώρες, ενώ το ΝΑΤΟ και κατά την κρίση του 2020 δημιούργησε έναν μηχανισμό «αποσυμπίεσης», που θεωρητικά πάντα μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία των δύο μελών. Εν ολίγοις η Ελλάδα δεν μπορεί να λάβει κάποιες ουσιαστικές εγγυήσεις.
Σαφές σήμα από τον Λευκό Οίκο
Το δεύτερο και πιο σημαντικό μήνυμα που δίνει η υπόθεση των F-35 είναι η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να στείλει ένα σαφές σήμα για την κεντρική θέση που έχει η Τουρκία στην αμερικανική περιφερειακή πολιτική. Το γεγονός, μάλιστα, ότι φαίνεται πως στο παζάρι για τα F-35 και τους S-400 έχουν μπει ευρύτερες στοχεύσεις, οι οποίες φτάνουν έως το μέλλον της Ουκρανίας, όπου η Τουρκία ενδέχεται να κληθεί να παίξει κομβικό ρόλο, αναδεικνύει ακόμη πιο εμφατικά την κατάσταση.
Ο ρόλος του Μπάρακ – Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, στενός φίλος του Τραμπ, έκανε τις τριγωνικές επαφές ανάμεσα στις χώρες του Κόλπου, την Αγκυρα και την Ουάσιγκτον, ώστε να επιτευχθεί η διαφαινόμενη συμφωνία πώλησης των ρωσικών πυραύλων S-400 στο Κατάρ.
Η ήττα του εβραϊκού λόμπι στο συγκεκριμένο ζήτημα καταδεικνύει, επίσης, σε όλους όσοι είχαν επαναπαυθεί στη φόρμουλα «το Ισραήλ θα τα λύσει για εμάς» ότι η εξωτερική πολιτική είναι ένα σπορ που δεν συγχωρεί ολιγωρίες και θεωρητικές βεβαιότητες. Μάλιστα, σε όλους όσοι βρέθηκαν τις τελευταίες ημέρες στην Αγκυρα και είχαν τη δυνατότητα να παρατηρήσουν τη χορογραφία των συναντήσεων του κ. Τραμπ με την τουρκική ηγεσία, ήταν απολύτως σαφές ότι την μπαγκέτα του μαέστρου κρατούσε ο Τομ Μπάρακ, στενός φίλος του προέδρου των ΗΠΑ και εκ των διαμορφωτών της αμερικανικής πολιτικής όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και στη Συρία και στον Λίβανο. Ο κ. Μπάρακ είναι, άλλωστε, το πρόσωπο που έκανε τις τριγωνικές επαφές ανάμεσα στις χώρες του Κόλπου (Ντόχα και Αμπου Ντάμπι), την Αγκυρα και την Ουάσιγκτον, ώστε να επιτευχθεί η διαφαινόμενη συμφωνία πώλησης των ρωσικών πυραύλων S-400 στο Κατάρ, για να απεμπλακεί η εξαγωγή των F-35 στην Τουρκία.
Το τρίτο στοιχείο που κρατούν οι αρμόδιοι στην Αθήνα από όλη αυτή την ταχύτατα εξελισσόμενη υπόθεση είναι η –πέραν του Τραμπ– προσπάθεια της αμερικανικής διοίκησης να κρατήσει την Τουρκία δεσμευμένη στο δυτικό στρατόπεδο, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε βιομηχανικό. Και σε αυτό το πεδίο, μέρος του σχεδιασμού είναι όχι μόνο η κλίση της Αγκυρας υπέρ της Ουάσιγκτον στα περιφερειακά ζητήματα, αλλά και η πρόσδεσή της στο βιομηχανικό άρμα της Δύσης, σε μια συγκυρία ακόμη μεγαλύτερου ανταγωνισμού, κυρίως ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα.
«Κλειδί» η συντήρηση των μαχητικών
Πέρα από την απόκτηση αυτών των F-35, είτε των έξι που ήδη έχει πληρώσει η Τουρκία πριν από το 2019, είτε περισσοτέρων εφόσον επανέλθει κανονικά στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ιερουσαλήμ καταφθάνουν πληροφορίες σχετικά και με το ζήτημα της συντήρησης των αεροσκαφών. Αυτή τη στιγμή στον χώρο της Ευρώπης βαριά συντήρηση στα F-35 γίνεται στο Λάκενχιθ (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Βουνστρέχτ (Ολλανδία), στο Κάμερι (Ιταλία) και στο Ρίγκε (Νορβηγία). Ωστόσο, επιστροφή της Αγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 θα σημάνει ταυτόχρονα και την ενεργοποίηση του Κέντρου Βαριάς Συντήρησης Κινητήρων που ήδη είχε ανεγερθεί στην Τουρκία πριν από το 2018.
Στη γραμμή παραγωγής – Η σκέψη του προέδρου Τραμπ για επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 υπηρετεί το ακόμη μεγαλύτερο αφήγημα που επικρατεί σε νατοϊκές πρωτεύουσες, για αξιοποίηση της τουρκικής αμυντικής
βιομηχανίας ως βραχίονα αναπλήρωσης της παραγωγής.
Εν ολίγοις η σκέψη του κ. Τραμπ και των στενών συνεργατών του για επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν περιορίζεται στην απλή πώληση ή αποδέσμευση κάποιων αεροσκαφών, αλλά υπηρετεί το ακόμη μεγαλύτερο αφήγημα που επικρατεί σε πολλές νατοϊκές πρωτεύουσες της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια για αξιοποίηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας ως βραχίονα αναπλήρωσης παραγωγής των δυτικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί πως η Ελλάδα ή το Ισραήλ στο μέλλον μπορεί να επιλέξουν να στείλουν ένα F-35 με προβλήματα στην Τουρκία για αντιμετώπιση πιθανών βλαβών, ωστόσο το πολύ σαφές νεύμα της αμερικανικής κυβέρνησης στην Αγκυρα σε ακόμη μία κρίσιμη συγκυρία δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες. Ομως αρμόδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι ούτως ή άλλως οι Αμερικανοί επιθυμούν τη διάχυση του F-35 σε μεγαλύτερες και ευρύτερες αγορές, διότι αντιλαμβάνονται ότι το JF-17 (FC-1 Xiaolong) των Κινέζων (σε συνεργασία με το Πακιστάν) είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικό και θα μπορούσε να απειλήσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά πολεμικών αεροσκαφών.
Αλλωστε οι Αμερικανοί ήδη είχαν παρατηρήσει ότι μεγάλο μέρος των ηλεκτρονικών τού υπό ανάπτυξη τουρκικού μαχητικού Kaan είναι κινεζικής προέλευσης, ως εκ τούτου η επιστροφή της Αγκυρας στο F-35 θα συνοδευθεί και από όρους για τροποποίηση της κατασκευής του. Περιττό να υπογραμμιστεί ότι όλος αυτός ο σχεδιασμός βρίσκει σύμφωνη τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, καθώς άπαντες συμφωνούν ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία είναι αναντικατάστατος εταίρος για την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια.
Κοινοί στόχοι Αθήνας – Ιερουσαλήμ
Σε αυτόν τον αγώνα με τον χρόνο η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν προφανώς κοινούς στόχους, αν και με κάποιες διαφορές οι οποίες ξεκινούν από το τοπικό επίπεδο και φθάνουν έως την Ουάσιγκτον, όπου ακόμη και το πάλαι ποτέ πανίσχυρο εβραϊκό λόμπι φαίνεται να έχει βρει κλειστές τις πόρτες των Ρεπουμπλικανών. Για την Ελλάδα μπορεί το πρόβλημα να είναι εξ όψεως σοβαρότερο, καθώς η Τουρκία είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, ως εκ τούτου μάλλον δύσκολα θα βρει συμπαραστάτες στις αγωνίες της ανάμεσα στις υπόλοιπες 30 χώρες του Βορειοατλαντικού Συμφώνου που ήδη κάνουν σοβαρές μπίζνες με την Αγκυρα στο πεδίο της άμυνας.
Αρκετοί έμπειροι παρατηρητές εκτιμούν ότι η Αθήνα θα πρέπει να υπενθυμίσει στην Ουάσιγκτον ότι τα τελευταία χρόνια η τεράστια συγκέντρωση πολεμικών αεροσκαφών και πλοίων στη Σούδα, μάλιστα εν μέσω συνεχών πολέμων και συγκρούσεων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, έχει καταστεί δυνατή λόγω της γενναιόδωρης πολυετούς Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) που διέπει το καθεστώς των βάσεων που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι, όπως και παλαιότερα, οι Αμερικανοί είχαν αρνηθεί να ενταχθούν στις βάσεις και τοποθεσίες όπως η Σκύρος.
Η στάση του Ισραήλ και η Κύπρος
Για το Ισραήλ το πρόβλημα είναι ακόμη πιο περίπλοκο, καθώς από τη μια πλευρά η ενίσχυση της Αγκυρας από τις ΗΠΑ θα δημιουργήσει ένα σοβαρό αντίβαρο στην ισραηλινή ισχύ στη Μέση Ανατολή, από την άλλη η Τουρκία είναι ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, ως εκ τούτου τα όρια της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο ανταγωνιστικές χώρες είναι περιορισμένα. Ακόμη και ο ανταγωνισμός στη Συρία δεν μπορεί να ξεφύγει από κάποιο ορισμένο πλαίσιο, και αυτό στη διοίκηση του Ισραήλ το γνωρίζουν πολύ καλά.
Είναι μια εντελώς διαφορετική κατάσταση η σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων και ενός άλλου επιπέδου σενάριο η σύγκρουση Τουρκίας – Ισραήλ. Τις εξαιρετικά παράδοξες δυναμικές αυτής της σχέσης υπογραμμίζει και το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο το νατοϊκό ραντάρ του Κιούρετσικ στην Τουρκία αξιοποιείτο και από τους Ισραηλινούς για την αντιμετώπιση απειλών που προέρχονταν από το Ιράν. Η κατάσταση που επικρατεί στο τρίγωνο Ελλάδας – Ισραήλ – Τουρκίας επηρεάζει δομικά και την Κύπρο. Ηδη ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στην προσπάθειά του να τονίσει τη συμπεριφορά της Τουρκίας στην περιοχή, κατήγγειλε την εισβολή του 1974 στην Κύπρο, κάτι που σπάνια διεθνείς ηγέτες επισημαίνουν.
Βέβαια, τα προβλήματα των «ελληνικών κρατών» βρίσκονται πλέον ολοένα και πιο συχνά στην κορυφή της ισραηλινής ατζέντας ακριβώς επειδή ενοχλούν την Αγκυρα. Η ολοένα και στενότερη σχέση Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ επηρεάζει εκ των πραγμάτων και την προοπτική των συζητήσεων για τον ΟΗΕ, η οποία για ακόμη μιία φορά έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες. Αλλωστε κάτι τέτοιο προδίδει και η δημόσια συζήτηση γύρω από το θέμα, που είναι –στην καλύτερη περίπτωση– παρελκυστική. Για την Κύπρο η κατάσταση αυτή είναι διπλά προβληματική, καθώς στην πράξη η Τουρκία κερδίζει μια σημαντική παρτίδα πόκερ, ενώ η Λευκωσία δεν έχει πρακτικά καμία δυνατότητα παρέμβασης, καθώς ο κ. Ερντογάν κάθεται σε αυτή τη φάση εκ δεξιών του κ. Τραμπ. Είναι πρόδηλο ότι στην παρούσα φάση τα περί ενεργειακής διπλωματίας είναι προφάσεις –τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία– προκειμένου να καταστεί διαχειρίσιμη διπλωματικά η κατάσταση.

