Στην αναπόφευκτη επανέναρξη των συζητήσεων για τη συγκρότηση ναυτικής δύναμης, η οποία θα διαχειριστεί τη διέλευση εμπορικών πλοίων και τάνκερ διά μέσου των Στενών του Ορμούζ, οδηγεί η εκεχειρία των δύο εβδομάδων που ανακοινώθηκε από τις ΗΠΑ και το Ιράν. Η εξέλιξη αφορά, βεβαίως, και την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται ούτως ή άλλως σε διαρκείς διαβουλεύσεις με τη Γαλλία για το ενδεχόμενο συμμετοχής σε ναυτική δύναμη με σκοπό τη συνοδεία των πλοίων που παραμένουν εντός του Περσικού Κόλπου. Οι συζητήσεις αυτές εξελίσσονται παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις που έχουν ξεκινήσει από την περασμένη Τετάρτη με κεντρικό διαμεσολαβητή το Πακιστάν.
Πιέσεις
H εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την εκεχειρία μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και ΗΠΑ θα κρίνει αν υπάρχει λόγος να προχωρήσουν οι συζητήσεις και για τη ναυτική δύναμη. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα δέχεται πιέσεις από το Παρίσι αλλά και την Ουάσιγκτον για συμμετοχή στη δύναμη, εφόσον υπάρξουν τελικές αποφάσεις. Πρόκειται, πάντως, για ένα συνολικότερα δύσκολο παζλ, ιδιαίτερα καθώς η συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών της Ε.Ε. έχει αντιταχθεί στον πόλεμο. Θα υπάρχει, όπως φαίνεται, σε μια τέτοια επιχείρηση και αεροπορική υποστήριξη από χώρες της περιοχής, και κυρίως των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
«Συνταγή» Μιλόσεβιτς; Ενα σενάριο που το Ριάντ θεωρεί πιθανό αλλά σε διεθνείς κύκλους αμφισβητείται, αναφέρει ότι το καθεστώς του Ιράν ίσως να έχει την τύχη του Μιλόσεβιτς. Να αποτύχει δηλαδή να διαχειριστεί τις καταστροφές από τους βομβαρδισμούς και να καταρρεύσει.
Ως προς τη συνολικότερη κατάσταση στην περιοχή η Αθήνα ζυγίζει όλες τις πληροφορίες που φθάνουν από διαφόρους διαύλους. Αρκετοί στην περιοχή, κυρίως οι Σαουδάραβες οι οποίοι έχουν την πλέον κακή σχέση με το καθεστώς της Τεχεράνης, εκτιμούν ότι ένα σενάριο τύπου Μιλόσεβιτς δεν θα πρέπει να αποκλείεται. Να αποτύχει δηλαδή το καθεστώς να διαχειριστεί τις καταστροφές που έχει υποστεί το Ιράν και να τρωθεί εκ των έσω η σταθερότητά του. Αυτό το σενάριο τελεί, βεβαίως, υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Αντιθέτως, αν κάτι ενώνει το σύνολο των Αράβων του Κόλπου είναι η εκτίμηση ότι δεν αποκλείεται οι Αμερικανοί να αποχωρήσουν από την περιοχή και να τους αφήσουν να μαζέψουν «τα σπασμένα».
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο φαίνεται ότι υπάρχουν διακυμάνσεις στην αντιμετώπιση. Για το Κατάρ, που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Ιράν, παρά την ψύχρανση των σχέσεων με την Τεχεράνη (το πρώτο χτύπημα στην Ντόχα ήλθε μόλις δύο ώρες μετά το πρώτο αμερικανικό πλήγμα στο Ιράν), είναι προτιμητέα μια πιο ρεαλιστική αντίληψη. Αντιθέτως, η Σαουδική Αραβία φαίνεται ότι έχει υπογραμμίσει αρμοδίως στην Τεχεράνη πως αν η κατάσταση επιδεινωθεί έτι περαιτέρω, θα ζητήσει την ενεργοποίηση της αμυντικής συμφωνίας με το Πακιστάν, το οποίο –όπως είναι γνωστό– αποτελεί πυρηνική δύναμη. Αλλωστε, ήδη το Ριάντ χτυπάει στρατιωτικές εγκαταστάσεις εντός του Ιράν, κατ’ αναλογία των πληγμάτων που δέχεται από την Τεχεράνη, χωρίς να ανακοινώνει αυτές τις επιχειρήσεις.
Η Αθήνα ταυτόχρονα ασχολείται με τον τρόπο που θα οικοδομήσει τις σχέσεις της με τις χώρες του Περσικού Κόλπου, ιδιαίτερα καθώς στις περιπτώσεις της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει χορηγήσει βοήθεια για την άμυνά τους. Μάλιστα στην περίπτωση της πυροβολαρχίας του κινητού αντιαεροπορικού συστήματος Patriot της Πολεμικής Αεροπορίας (Π.Α.) που έχει ενεργοποιηθεί δύο φορές (μία καταρρίπτοντας δύο βαλλιστικούς πυραύλους από το Ιράν αλλά και ένα UAV τύπου Shahed 136), στην Αθήνα έχουν ήδη αντληθεί σημαντικά διδάγματα.
Στην περίπτωση της πυροβολαρχίας των Patriot, υπενθυμίζεται ότι το κόστος παραμονής των περίπου 100 στελεχών της Π.Α. που βρίσκονται στο λιμάνι Γιανμπού της Ερυθράς Θάλασσας καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τη Σαουδική Αραβία, ενώ τα βλήματα που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί (από το απόθεμα PAC-2 και PAC-2 GEM) βρίσκονταν κοντά στο επιχειρησιακό όριο λήξης της πιστοποίησής τους. Η Αθήνα φαίνεται ότι έχει εξαγάγει και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα για την κατάσταση στην περιοχή, ειδικά σε σχέση με τους Χούθι, κάτι που έχει και ελληνικό ενδιαφέρον καθώς η Ελλάδα συμμετέχει επί σχεδόν δύο έτη με φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού στην επιχείρηση «Ασπίδες» της Ε.Ε. για την προστασία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα από τους αντάρτες που καταλαμβάνουν σημαντικό τμήμα της Υεμένης.
«Γέφυρες» στον Περσικό – Η Αθήνα, ενώ δέχεται πιέσεις να συμμετάσχει στη ναυτική δύναμη που θα συνοδεύσει τα εμπορικά πλοία εκτός Περσικού Κόλπου, ασχολείται και με τις σχέσεις της με χώρες της περιοχής, ιδιαίτερα με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία.
Οι Χούθι δεν λειτουργούν όπως, για παράδειγμα, η Χεζμπολάχ η οποία αποτελεί παρακλάδι του ιρανικού καθεστώτος στον Λίβανο. Δρουν ανεξάρτητα από το Ιράν, αν και είναι αρκετά εξαρτημένοι από τα εφόδια και τον οπλισμό που προμηθεύονται από την Τεχεράνη. Υπό αυτή την έννοια εξηγείται ότι η ενεργοποίηση των Χούθι καταγράφηκε προς το τέλος του πολέμου, καθώς προφανώς ήθελαν να αποφύγουν να εμπλακούν ανοιχτά στη σύγκρουση του Ιράν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Με τα Εμιράτα
Στα ΗΑΕ η Ελλάδα έχει, βεβαίως, σημαντικά συμφέροντα, καθώς εκτός από τη συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής του 2020 που οδήγησε στην παροχή κάποιων πυρομαχικών για την αεράμυνα των Εμιράτων, υπάρχουν αρκετά ισχυροί οικονομικοί δεσμοί ειδικά στον τομέα της ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο στην Αθήνα τείνουν ευήκοα ώτα στην απόφαση της κυβέρνησης των ΗΑΕ να αναπτύξει το λιμάνι της Φουτζέιρα, ανατολικά των Στενών του Ορμούζ, με σκοπό να διοχετεύουν από εκεί το φυσικό αέριο που εξάγεται και από τις υπόλοιπες χώρες του Περσικού Κόλπου (Μπαχρέιν, Κατάρ κ.λπ.).
Ενα στοιχείο που υπολογίζεται στην ανάλυση της Αθήνας στην παρούσα φάση είναι και η περαιτέρω ψύχρανση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας – ΗΑΕ, καθώς στο Αμπου Ντάμπι θεωρούν ότι το Ριάντ δεν κινήθηκε προκειμένου να βοηθήσει στην άμυνα της χώρας από τα χτυπήματα των Ιρανών (το 60% των πυραύλων που εκτοξεύθηκαν από τις 28 Φεβρουαρίου και έπειτα στόχευαν στα ΗΑΕ).

