Ενα πολυπαραγοντικό γεωπολιτικό παιχνίδι επιχειρεί να παίξει η Αθήνα, εν μέσω της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, που εμφανίζεται να καρκινοβατεί και ενώ η στρόφιγγα της ρευστότητας προς την ελληνική οικονομία παραμένει κλειστή.
Η σημερινή συνάντηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα με τον Ρώσο πρόεδρο Βλ. Πούτιν αποτελεί μία μόνο από τις κινήσεις της Αθήνας στη διεθνή σκακιέρα, τους δυόμισι μήνες που μεσολάβησαν από τις εκλογές και έφεραν στην εξουσία την κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: είχαν προηγηθεί η επίσκεψη του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκη στο Πεκίνο, αλλά και τα «ανοίγματα» προς την Ουάσιγκτον.
Τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων κινήσεων είναι προφανώς πρόωρο να αποτιμηθούν. Πάντως, είναι σαφές πως οι προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν το τελευταίο διάστημα από κυβερνητικά στελέχη ότι η Ρωσία ή η Κίνα θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση του χρηματοδοτικού προβλήματος της χώρας μέσω της αγοράς εντόκων, για παράδειγμα, δεν επιβεβαιώνονται. Το Πεκίνο το έπραξε, αλλά σε τόσο περιορισμένο βαθμό, που η κυβέρνηση αναγκάστηκε, ως γνωστόν, να στραφεί στα αποθεματικά των Ταμείων και σε άλλα παρεμφερή εργαλεία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές και διεθνείς υποχρεώσεις της, ενώ είναι σαφές πως ακόμη και εάν η Ρωσία και η Κίνα μεταβάλουν άρδην τη στάση τους, δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσουν τις χρηματοδοτικές ροές που έχει ανάγκη η Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΔΝΤ. Οπως δεν φαίνεται να επαληθεύεται και το «σενάριο», που επίσης καλλιεργήθηκε από κυβερνητικά στελέχη, ότι η κυβέρνηση Ομπάμα θα παρενέβαινε προκειμένου να υπάρξει «πολιτική λύση» στην εν εξελίξει διαπραγμάτευση με τους εταίρους.
Η αποτύπωση της ανωτέρω πραγματικότητας δεν σημαίνει, βεβαίως, πως η προσπάθεια προσέγγισης της Αθήνας με «παγκόσμιους παίκτες» στερείται σημασίας. Μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, ειδικά εάν η κυβέρνηση απεγκλωβιστεί από τις αντιφάσεις και αγκυλώσεις που την διακρίνουν, κυρίως στα θέματα των αποκρατικοποιήσεων. Ομως, επί του παρόντος, φαίνεται πως η κινητικότητα του τελευταίου διαστήματος εξυπηρετεί πρωτίστως ανάγκες εσωτερικής κατανάλωσης, ενώ μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια, εάν εκληφθεί από την Ε.Ε. και την Ουάσιγκτον ως προσπάθεια γενικότερου αναπροσανατολισμού της στρατηγικής της Αθήνας ή κάνει την κυβέρνηση να «διαβάσει» με λάθος τρόπο τους διεθνείς συσχετισμούς.
