Τα μηνύματα είχαν σταλεί σχεδόν από τις αρχές του καλοκαιριού. Ωστόσο, η ανάγνωσή τους στην Αθήνα, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, δεν έγινε σωστά. Και κάπως έτσι φθάσαμε από το success story στη διαπραγμάτευση-θρίλερ, μέσα σε λιγότερο από 8 μήνες.
Το προφανές σημείο καμπής θα πρέπει να αναζητηθεί στις 23 Σεπτεμβρίου, όταν αμέσως μετά τη συνάντησή του με την καγκελάριο της Γερμανίας Αγκελα Μέρκελ, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς δήλωνε πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα οικονομική βοήθεια, ενώ το πρόγραμμα του ΔΝΤ μπορεί να ολοκληρωθεί στο τέλος του έτους, αντί του 2016, μαζί με το ευρωπαϊκό. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε και το σχέδιο της κυβέρνησης για έξοδο από το Μνημόνιο. Επρόκειτο για ένα σχέδιο καθαρής εξόδου, όπως της Πορτογαλίας, το οποίο βασιζόταν σε δύο παραδοχές:
1. Η Ελλάδα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές.
2. Οι πιστωτές προτιμούν να συνδιαλέγονται με την παρούσα κυβέρνηση αντί μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και συνεπώς θα διευκόλυναν την υλοποίηση του σχεδίου.
Και οι δύο παραδοχές δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι αγορές δεν έδειξαν να υποδέχονται μια Ελλάδα αποδεσμευμένη από πρόγραμμα. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια, κυρίως από τις Ευρωεκλογές και μετά. Γιατί τον Απρίλιο τίποτα δεν προοιωνιζόταν τις σημερινές εξελίξεις. Τότε, η Ελλάδα είχε κάνει την πρώτη έκδοση ομολόγων μετά τον Απρίλιο του 2010. Οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων υποχωρούσαν κάτω από το 6%. Η καγκελάριος Μέρκελ είχε επισκεφθεί την Αθήνα και είχε απονείμει εύσημα στην κυβέρνηση για την πρόοδο που είχε συντελεστεί. Σ’ εκείνο το κλίμα κανένας δεν θυμόταν ότι σποραδικά ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επαναλάμβανε, προκαλώντας ρίγη στην Αθήνα, αυτό που είχε πει για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2013, ότι δηλαδή η Ελλάδα ενδεχομένως χρειαστεί νέο δάνειο.
Μετά τις ευρωεκλογές, το κλίμα άρχισε σταδιακά να αντιστρέφεται. Πρώτο σημείο καμπής στις σχέσεις με την τρόικα φαίνεται πως ήταν η απομάκρυνση του κ. Χάρη Θεοχάρη από τη θέση του γενικού γραμματέα Δημόσιων Εσόδων. Κατά πάσα πιθανότητα ποτέ στο παρελθόν οι 18 υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης δεν ασχολήθηκαν τόσο με την απομάκρυνση ενός κρατικού υπαλλήλου κάποιου κράτους-μέλους. Η περίπτωση Θεοχάρη, ωστόσο, προκάλεσε τρικυμία, καθώς για την τρόικα η απομάκρυνση σηματοδοτούσε επιστροφή σε πρακτικές πολιτικών παρεμβάσεων στον φοροελεγκτικό μηχανισμό. Η Αθήνα άργησε να καταλάβει τις επιπτώσεις εκείνης της απόφασης, που υφίστανται ακόμη και σήμερα.
Τέσσερις ημέρες μετά την απομάκρυνση Θεοχάρη, η τρόικα εισπράττει ως δεύτερο αρνητικό μήνυμα από την Αθήνα τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Η αντικατάσταση υπουργών που είχαν υποστηρίξει και εφαρμόσει μέτρα που προέβλεπε το Μνημόνιο, ερμηνεύτηκαν από τους πιστωτές ως στροφή της κυβέρνησης, ενόψει πιθανών πολιτικών εξελίξεων λόγω της επερχόμενης εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τρίτο κατά σειρά «καμπανάκι» που χτυπάει η τρόικα αποτελεί η «άτυπη» επίσκεψή της στην Αθήνα τον Ιούλιο. Υπουργός Οικονομικών έχει αναλάβει ο κ. Γκίκας Χαρδούβελης, ο οποίος αντιλαμβανόμενος το κλίμα αμφισβήτησης της ελληνικής κυβέρνησης, φροντίζει να προωθήσει άμεσα τις προαπαιτούμενες δράσεις για την εκταμίευση των δόσεων του καλοκαιριού. Οι δράσεις υλοποιούνται και στις 27 Αυγούστου ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας προχωράει σε μία δήλωση περί «success story», η οποία από πολλούς ερμηνεύτηκε ως πολύ θετική για το σχέδιο απεμπλοκής από το Μνημόνιο.
Ωστόσο, το τέταρτο χτύπημα -που φαίνεται να είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι- έρχεται λίγες ημέρες αργότερα, στο Παρίσι Ι. Εκεί η κυβέρνηση παρουσιάζει στην τρόικα το σχέδιο φοροελαφρύνσεων που ανακοινώνει επισήμως από το βήμα της ΔΕΘ ο κ. Σαμαράς στις 6 του μήνα. Η αντίδραση των δανειστών ήταν άμεση. Οι κινήσεις της κυβέρνησης στην πολιτική σκακιέρα κατά τους προηγούμενους μήνες, η ανακοπή της ταχύτητας εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και η πρόθεση για δημοσιονομική χαλάρωση οδηγούν την τρόικα στις 12 Σεπτεμβρίου να ενημερώσει το Eurogroup ότι η αξιολόγηση που θα ξεκινήσει επισήμως τις επόμενες ημέρες δεν θα ολοκληρωθεί φέτος, αλλά τον Μάρτιο του 2015. Αφορμή –αλλά και πραγματικός λόγος– είναι το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα, λόγω της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στις αρχές του 2015.
Λίγες ημέρες αργότερα και πριν από την έλευση της τρόικας στην Αθήνα για την έναρξη του κανονικού ελέγχου, ο κ. Σαμαράς μεταβαίνει στο Βερολίνο και δηλώνει, μετά τη συνάντηση με την κ. Μέρκελ, ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα οικονομική βοήθεια και το πρόγραμμα του ΔΝΤ μπορεί να ολοκληρωθεί νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Στελέχη με γνώση της συζήτησης αναφέρουν πως η κυρία Μέρκελ προέτρεψε την ελληνική πλευρά να συζητήσει τις λεπτομέρειες με τον κ. Σόιμπλε, κάτι που δεν έγινε ουσιαστικά ποτέ.
Η τρόικα έρχεται στην Αθήνα, αλλά οι συζητήσεις δεν καταλήγουν και η κυβέρνηση προχωράει στη κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού του 2015 στη Βουλή με τις φοροελαφρύνσεις που είχε δεσμευτεί να προωθήσει. Το ρήγμα με την τρόικα στο θέμα του δημοσιονομικού κενού έχει επιβεβαιωθεί. Θέμα το οποίο μέχρι και σήμερα αποτελεί τον βασικό λόγο που δεν κλείνει η συμφωνία.
Το ΔΝΤ στέλνει πρώτο το μήνυμα προς την κυβέρνηση ότι στην επόμενη ημέρα της Ελλάδας θα πρέπει να υπάρχει ένα «μαξιλάρι ασφαλείας». Η κυρία Λαγκάρντ το δηλώνει δημόσια και τρεις ημέρες μετά το επαναλαμβάνει στην κατ’ ιδίαν συνάντησή της με την ελληνική αντιπροσωπεία που βρέθηκε στην Ουάσιγκτον στις 12 Οκτωβρίου, η οποία δεν ήταν και τόσο «ζεστή». Τη σκυτάλη παίρνει ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ. Μία ημέρα μετά κάνει λόγο για προληπτική πιστωτική γραμμή. Οι αγορές αντιδρούν οδηγώντας σχεδόν σε διπλασιασμό των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων. Κάποιοι από τότε αναφέρονται στο 15th October effect.
Ο κ. Χαρδούβελης συναντάται με τον κ. Σόιμπλε στις 29 Οκτωβρίου σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει τις διαφορές των δύο πλευρών. Στις 3 Νοεμβρίου η κυβέρνηση στέλνει το πρώτο πακέτο προτάσεων προς την τρόικα. Ωστόσο, η πίεση από την Ευρωζώνη εντείνεται. Μετά το Eurogroup της 6ης Νοεμβρίου, ο κ. Ντάισελμπλουμ δηλώνει ότι στην «επόμενη ημέρα» της Ελλάδας θα υπάρχει ένα πρόγραμμα προληπτικής πιστωτικής γραμμής (ECCL) και το παζλ συμπληρώνεται την επομένη με την αποστολή επιστολής προς την κυβέρνηση, στην οποία ορίζονται τα 19 μέτωπα που θα πρέπει να αναλάβει δράση η Αθήνα για να κλείσει ο έλεγχος.
Τελευταίος σταθμός η Σύνοδος Κορυφής
Aπό τις αρχές Νοεμβρίου και μετά η πίεση στην Ελλάδα συνεχώς εντείνεται. Στις 20 Νοεμβρίου πραγματοποιείται τηλεδιάσκεψη μεταξύ τρόικας και υπουργού Οικονομικών, αλλά νωρίτερα Ευρωπαίος αξιωματούχος έχει φροντίσει να στείλει μήνυμα ότι στο τραπέζι υπάρχει και το σενάριο παράτασης του υφιστάμενου προγράμματος ακόμα και για ένα χρόνο. Στις 23 Νοεμβρίου αποφασίζεται το Παρίσι ΙΙ. Το αποτέλεσμα είναι «κακό», με την τρόικα να ζητεί την άμεση νομοθέτηση όλων των μέτρων. Ακόμα κι εκείνων που θα εφαρμοστούν στα μέσα του 2015, εφόσον χρειαστεί.
Στο Euroworking Group (EWG) της 27ης Νοεμβρίου η κυβέρνηση αντικρούει τις πιέσεις για 6μηνη παράταση του υφιστάμενου προγράμματος. Την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στέλνει τις προτάσεις της σ’ ένα κείμενο 43 σελίδων, αλλά η τρόικα δεν πείθεται και ζητεί περαιτέρω δεσμεύσεις. Στις 4 Δεκεμβρίου συνεδριάζει εκ νέου το EWG και δίνει περιθώριο έως τις 14 Δεκεμβρίου για να κλείσει ο έλεγχος.
Η τρόικα, όμως, θεωρεί ότι τεχνική συμφωνία δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί άμεσα και η Αθήνα ετοιμάζεται πλέον για μία πολιτική διαπραγμάτευση. Κάτι που θα συμβεί στη συνάντηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Ευ. Βενιζέλου, με τον κ. Σόιμπλε στις 10-11 Δεκεμβρίου, ενώ τελευταίος σταθμός, αν δεν κλείσει ο έλεγχος μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου, είναι η Σύνοδος Κορυφής στις 18-19 του μήνα.

