Επίθεση στην αξιωματική αντιπολίτευση και σε όσους έκαναν λόγο για «κυβέρνηση υποδίκων» εξαπέλυσε ο Παύλος Μαρινάκης, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να αρχειοθετήσει τις υποθέσεις επτά από τους έντεκα βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οσον αφορά τους τέσσερις «γαλάζιους» βουλευτές στους οποίους ασκήθηκε δίωξη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογραμμίζει «ότι ισχύει απολύτως το τεκμήριο της αθωότητας, όπως αναφέρει ρητά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία».
«Η Δικαιοσύνη είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει, αφού αξιολογήσει το σύνολο των δεδομένων, μεταξύ των οποίων και εκθέσεις με τις οποίες προσδιορίστηκαν εκ νέου τα ποσά της ενδεχόμενης ζημίας», προσθέτει.
Η δήλωση Μαρινάκη
«Πριν από λίγη ώρα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε την αρχειοθέτηση των υποθέσεων που αφορούν στον ΟΠΕΚΕΠΕ για επτά από τους έντεκα βουλευτές της Νέας Δημοκρατία, των οποίων είχε αρθεί η ασυλία, κατόπιν και δικού τους αιτήματος.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε συνέχεια της προηγούμενης αρχειοθέτησης των υποθέσεων του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου και του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Χαράλαμπου Αθανασίου.
Για τους τέσσερις βουλευτές που παραπέμπονται να δικαστούν για αδικήματα σε βαθμό πλημμελήματος ισχύει, αυτονόητα, το τεκμήριο της αθωότητας, όπως ρητά επισημαίνει και η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ούτως ή άλλως η Δικαιοσύνη και μόνο θα αποφασίσει, αφού αξιολογήσει όλα τα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων και εκθέσεων που προσδιόρισαν εκ νέου τα ποσά ενδεχόμενης ζημίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και όσοι έσπευσαν να μιλήσουν για “κυβέρνηση υποδίκων”, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αυτόκλητου δικαστή και προδικάζοντας την ενοχή βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, οφείλουν σήμερα να ζητήσουν συγγνώμη.
Ισως, έστω και τώρα, αντιληφθούν ότι η συστηματική ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής και η προσπάθεια μετατροπής κάθε δημόσιας συζήτησης σε ένα απέραντο δικαστήριο δεν πλήττει μόνο τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Πλήττει πρωτίστως τη Δικαιοσύνη, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και τελικά ζημιώνει την ίδια τη Δημοκρατία».

