Στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς η κάποτε ποθητή Μπλανς ΝτιΜπουά αρνείται να αποδεχθεί ότι έχει χάσει τα πάντα. «Δεν θέλω ρεαλισμό. Θέλω μαγεία», μονολογεί ενώ αποκόπτεται από τη σκληρή πραγματικότητα. Θα άξιζε στη θρυλική ηρωίδα και την πτώση της να παραλληλιστούν με τα τεκταινόμενα στον ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες ημέρες;
Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Σαββάτου δεν φαίνεται να έχει κάποια προοπτική «ρεαλιστικής» εφαρμογής. Αυτό υποστηρίζουν, σχεδόν ευθέως, όσοι μειοψήφησαν στη διαδικασία. «Σωκράτη, φέρε σύντομα συμφωνία με τον Αλέξη, αλλιώς θα έχουμε θέμα», είπε τη Δευτέρα ο Νίκος Παππάς απευθυνόμενος στον πρόεδρο του κόμματος. Περίπου το ίδιο μήνυμα εξέπεμψε και ο Παύλος Πολάκης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με την απόφαση του καθοδηγητικού του οργάνου, (ξανα)δηλώνει την πρόθεσή του να συναντηθεί με τον Αλέξη Τσίπρα. Στην Αμαλίας είναι ανένδοτοι. «Καμία συζήτηση με κόμματα ή βουλευτές». Παραφράζοντας ξανά την Μπλανς, η πλειοψηφία της Κουμουνδούρου «εξαρτάται από την καλοσύνη ενός ξένου» –ως τέτοιος πλέον συστήνεται ο Αλέξης Τσίπρας απέναντι στους πρώην συντρόφους του– ο οποίος, προσώρας τουλάχιστον, προτάσσει μια νέα στελεχιακή βιτρίνα στη νεοσύστατη ΕΛΑΣ του.
Ρέκβιεμ
Ο ΣΥΡΙΖΑ που γνωρίζαμε έχει τελειώσει, έχει σημασία όμως πώς θα σφραγιστεί τυπικά αυτό το τέλος, σημείωνε μέσα στην εβδομάδα ο Γιάννης Δραγασάκης, ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του, στην πρώτη του παρέμβαση αφότου ορκίστηκε «ανεξάρτητος βουλευτής της Αριστεράς», αντικαθιστώντας την Εφη Αχτσιόγλου.
Τρία χρόνια μετά την εκλογική συντριβή του 2023, το «τέλος του ΣΥΡΙΖΑ» μοιάζει με ένα αργόσυρτο και βασανιστικό ρέκβιεμ. Πένθιμες, άλλωστε, ήταν οι πρώτες διαδικασίες διαδοχής ήδη από την παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα. Κι αν κάποιους τους ζωντάνεψε και τους ταρακούνησε ο «κομήτης» Κασσελάκης, οι περισσότεροι αντιλήφθηκαν –άλλοι συγκρουσιακά και φωναχτά, αλλοί σιωπηλά– ότι η εκλογή αυτή θα επικύρωνε τη ρευστοποίηση.
Η κασσελακική περιπέτεια –καθόλου τυχαία– εξακολουθεί να παρεισφρέει σε παραπολιτικά πηγαδάκια. Φταίει ο Παύλος Πολάκης που τον στήριξε, ο Νίκος Παππάς που τον αγκάλιαζε πανηγυρικά έξω από την Κουμουνδούρου μετά την επικράτησή του; Ο Αλέξης Τσίπρας που δεν αποσαφήνισε τη θέση του και έδωσε τροφή στο αφήγημα ότι ο Κασσελάκης ερχόταν για να κατατροπώσει εκείνους που τον «υπονόμευαν» την περίοδο 2019-2023; Η αδυναμία της «αριστερής ψυχής» του ΣΥΡΙΖΑ (υποψηφιότητες Αχτσιόγλου και Τσακαλώτου για την προεδρία) να υπερασπιστεί το κόμμα, πριν συστήσει άρον άρον ένα άλλο κόμμα, τη Νέα Αριστερά και εκκινήσει και εκεί ένα νέο κεφάλαιο εσωτερικού αλληλοσπαραγμού;
Οι εμφύλιοι που μαίνονταν και μαίνονται στη μετα-Τσίπρα εποχή στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι τοποθετημένοι σχεδόν εξ ολοκλήρου στη σκακιέρα του κομματικού μηχανισμού, με επίδικο τον έλεγχο αυτού του μηχανισμού. Πρώτος, ο Αλέξης Τσίπρας αμφισβήτησε τον Κασσελάκη, με την επιστολή του λίγο πριν από το συνέδριο του Φεβρουαρίου του 2024, ο διάδοχός του όμως «άντεξε» επειδή ένας άλλος «μηχανισμός», αυτός που μεταμελημένος αργότερα θα τον αμφισβητούσε και θα τον εκθρόνιζε, έκρινε πως τότε δεν έπρεπε να τον ρίξει.
Το απρόσμενα υψηλό 15% του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές μετέθεσε εκ των πραγμάτων το κέντρο βάρους της εσωκομματικής αντιπαράθεσης. Το μέτωπο πλέον έγινε «τσιπροκεντρικό». Κύρια αφορμή, άλλωστε, για την καθαίρεση Κασσελάκη ήταν κάποιες αμφίσημες δηλώσεις του περί ύπαρξης «μαύρων ταμείων» στο κόμμα πριν αναλάβει εκείνος την ηγεσία του. Η «φρουρά Τσίπρα» ανέλαβε δράση και συνασπίστηκε –εξ ανάγκης– με τον Παύλο Πολάκη που για τους δικούς του λόγους και από τη δική του σκοπιά, θέλησε να «εκδικηθεί» το πρώην πουλέν του και να μπει στο παιχνίδι διεκδίκησης του κόμματος.
Μονόδρομοι
Το συνέδριο στο Gazi Live ήταν η κορύφωση της κωμικοτραγωδίας Κασσελάκη, αλλά και ένα ακόμη πλήγμα στην αξιοπιστία του «brand» ΣΥΡΙΖΑ. Ποιος μπορούσε να πιστέψει τον Σωκράτη Φάμελλο ότι θα επέστρεφαν τα χαμόγελα στα γραφεία του κόμματος με την εκλογή του; Τα γραφεία των οργανώσεων μελών είχαν ήδη αδειάσει ή απονευρωθεί. Τι προσδοκίες μπορούσε κανείς να έχει από έναν πρόεδρο που σχεδόν άμα τη εκλογή του θεωρήθηκε «μεταβατικός»; Ηδη ο Αλέξης Τσίπρας ξεδίπλωνε –αυτοτελώς από τα δράματα των συντρόφων του– το δικό του σχέδιο επιστροφής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Παράλληλα η πλειονότητα της Νέας Αριστεράς επέλεγε την αυτόνομη, αριστερόστροφη πορεία, ενώ ο Παύλος Πολάκης άνοιγε ξανά μέτωπα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ρίχνοντας σταθερά «βέλη» και κατά του Αλέξη Τσίπρα.
Και ύστερα ήρθε ο εξώστης του «Παλλάς», ως τέλεια σημειολογική δήλωση των προθέσεων Τσίπρα, που προοικονομούσε την ίδια στιγμή τον χαρακτήρα του τελευταίου (;) κεφαλαίου του δράματος της Κουμουνδούρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έμπαινε σε μια συνθήκη εξάρτησης από τον πρώην ηγέτη του. Οσο πλησιάζαμε στα αποκαλυπτήρια της ΕΛΑΣ, η δημοσκοπική συρρίκνωση ήταν αναπόφευκτη. Οσο η μεταγραφολογία στελεχών κυριαρχούσε στα ΜΜΕ, τόσο μάταιη ήταν κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός κόμματος –ήδη– απομαζικοποιημένου.
Στην Κεντρική Επιτροπή του Σαββάτου (6 Ιουνίου) εμφανίστηκε ένα στελεχιακό δυναμικό κουρασμένο και αμήχανο. Η πλειονότητα έχει στρέψει προ πολλού το βλέμμα οριστικά στην ΕΛΑΣ. Το ερώτημα είναι αν θα αφήσει ο Αλέξης Τσίπρας κάποια χαραμάδα συνεννόησης – συντεταγμένης ή κατά μόνας – με το πρώην κόμμα του. Θα βρεθεί λύση για τα «περιουσιακά» του ΣΥΡΙΖΑ (τους εργαζομένους, τα γραφεία, το «Κόκκινο» και την «Αυγή», το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς), πριν ληφθεί η όποια οριστική απόφαση για το μέλλον του κόμματος; Υπάρχει χώρος, χρόνος και τρόπος για τους θιασώτες της «αυτόνομης» πορείας να πάρουν εκείνοι τα ηνία και να οδηγήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ –μόνο ή μέσα από κάποιον μικρό εκλογικό συνασπισμό– στις εκλογές αντιπαραθετικά με τον Αλέξη Τσίπρα;
«Και οι κηδείες είναι όμορφες σε σύγκριση με τον θάνατο», θα ξαναπαρατηρούσε η Μπλανς.

