Παρότι περιέχει αρκετή δόση αλήθειας, δεν θα ενδώσω και εγώ στον πειρασμό να καταλογίσω στον πρωθυπουργό πρόθεση εργαλειοποίησης της αναθεώρησης του Συντάγματος. Διότι, όσο και αν είναι ηλίου φαεινότερο ότι προσπαθεί να μεταθέσει την πολιτική αντιπαράθεση σε ένα ευνοϊκότερο γι’ αυτόν πεδίο, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι, όταν ανοίγει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, πολλά αναπάντεχα –για να μην πω και θετικά!– μπορεί να συμβούν. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι ουδείς γνωρίζει σήμερα ποια θα είναι η σύνθεση της προσεχούς Βουλής η οποία, ως γνωστόν, ελέω άρθρου 110, θα έχει και το μαχαίρι και το καρπούζι.
Αναθεωρητικοί νεολογισμοί – Τι να υποδεικνύει άραγε η απίθανη λέξη «αποκάθαρση» όταν χρησιμοποιείται για να εξαγγείλει τον επιδιωκόμενο «εξορθολογισμό» του Τύπου, της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του Διαδικτύου; Και τι η υιοθέτηση κανόνων για την «καλή κυβερνητική λειτουργία»;
Αυτό που εντυπωσιάζει στην εξαγγελία του πρωθυπουργού είναι η απουσία οποιασδήποτε ιεράρχησης των προτάσεων που υπέβαλε. Λες και είναι όλες εξίσου σημαντικές. Κάτι που προσδίδει στο όλο εγχείρημα έλλειψη νεύρου –για να μην πω και πλαδαρότητα–, αφού ακόμη και ο υποψιασμένος αναγνώστης δυσκολεύεται να ξεχωρίσει ποιες από αυτές είναι σημαντικές, ποιες αδιάφορες και ποιες επικίνδυνες. Τόσο μάλλον που οι περισσότερες είναι τόσο γενικόλογες που δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι είχε στο μυαλό του ο ποιητής. Για παράδειγμα, τι να υποδεικνύει άραγε η απίθανη λέξη «αποκάθαρση» όταν χρησιμοποιείται για να εξαγγείλει τον επιδιωκόμενο «εξορθολογισμό» του Τύπου, της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του Διαδικτύου; Και τι η υιοθέτηση κανόνων για την «καλή κυβερνητική λειτουργία»;
Χωρίς αιχμές, και χωρίς να διαχωρίζουν το κύριο από το δευτερεύον, οι κυβερνητικές προτάσεις είναι σαν να αδιαφορούν για τις σημερινές προσδοκίες του ελληνικού λαού και σαν να αγνοούν πού χωλαίνει σήμερα η λειτουργία του πολιτεύματος. Γιατί, μετά τις υποκλοπές, τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι τόσο κραυγαλέα η απουσία ενσυναίσθησης σε αυτές που είναι να απορεί κανείς για το μέγεθος της αλαζονείας που υποβόσκει. Δεν αντιλαμβάνονται οι κυβερνώντες ότι, μαζί με την ακρίβεια και τα προβλήματα της καθημερινότητας, ζητούμενο σήμερα στη χώρα μας είναι ο έλεγχος και η λογοδοσία των κυβερνώντων; Οτι έχοντας προσλάβει διαστάσεις που θυμίζουν την εποχή του σκανδάλου Κοσκωτά, η συρρίκνωση των ελεγκτικών μηχανισμών είναι η κύρια αιτία της απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών που βιώνουμε; Πότε επιτέλους η κυβέρνηση θα αντιληφθεί ότι η εποχή τού «πιάνουμε τους 151 και μετά κάνουμε ό,τι θέλουμε» έχει οριστικά περάσει; Και ότι χωρίς πραγματικά ανεξάρτητους και αμερόληπτους δικαστές, οι κυβερνώντες οδηγούνται μοιραία στην ανυποληψία;
Τρία είναι τα άρθρα του Συντάγματος που η αλλαγή τους έχει τόσο ωριμάσει ώστε η αναθεώρησή τους να έχει γίνει σχεδόν πάνδημο αίτημα:
Πρώτο είναι βέβαια το άρθρο 86, για το οποίο η κυβέρνηση προτείνει περιορισμό και όχι κατάργηση της εμπλοκής της Βουλής. Η διαγραφή του ολέθριου «μόνο η Βουλή έχει αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη» και η προτεινόμενη «προ-αξιολόγηση» της ποινικής ευθύνης των υπουργών «από μεικτό δικαστικοπολιτικό όργανο» είναι δίχως άλλο θετικό βήμα. Δεν αντιλαμβάνεται, ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης ότι η διατήρηση του τελευταίου λόγου από την Ολομέλεια της Βουλής –έστω και με ονομαστική ψηφοφορία– κινδυνεύει να αφυδατώσει πλήρως τη νέα ρύθμιση;
Δεύτερο άρθρο είναι το 90 παράγραφος 5. Και εδώ, η κατάργηση της κυβερνητικής εμπλοκής είναι θετική. Αν όμως στην προτεινόμενη «ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή», που θα έχει τον τελικό λόγο, η κυβέρνηση διαθέτει, όπως είναι αναμενόμενο, την πλειοψηφία, τότε πολύ φοβούμαι ότι θα πρόκειται για τρύπα στο νερό.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές – Γιατί όμως την αποφασιστική αρμοδιότητα για την επιλογή της ηγεσίας των Ανεξάρτητων Αρχών να την έχει πάλι μια κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία, μοιραία, η εκάστοτε κυβέρνηση θα έχει την πλειοψηφία;
Το ίδιο ισχύει και για τους προέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών. Το προβλεπόμενο Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων, που θα προτείνει τρεις υποψηφίους για κάθε θέση, ύστερα από δημόσια πρόσκληση, έχει ενδιαφέρον. Γιατί όμως την αποφασιστική αρμοδιότητα να την έχει πάλι μια κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία, μοιραία, η εκάστοτε κυβέρνηση θα έχει την πλειοψηφία;
Αφησα ασχολίαστες μερικές προτάσεις, είτε γιατί αυτές είναι πολύ τεχνικές (τέτοια είναι η θετική, κατ’ αρχήν, ιδέα του προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων) είτε γιατί είναι τόσο ιδεολογικά φορτισμένες (όπως η προστασία της ελληνικής σημαίας «ως συμβόλου του ελληνικού έθνους και του ελληνικού πολιτισμού»), που ο σχολιασμός τους θα κινδύνευε να μεταθέσει τη συζήτηση σε εποχές που θα νόμιζε κανείς οριστικά παρωχημένες.
Το σημαντικό πάντως είναι να ανοίξει ο σχετικός διάλογος, για την έναρξη του οποίου η αποστροφή του κ. Μητσοτάκη περί «αφωνίας» της αντιπολίτευσης δεν βοηθά. Δεν βρέθηκε ένας σύμβουλός του να του πει ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας και ένα τουλάχιστον κόμμα της αντιπολίτευσης έχουν από καιρό διατυπώσει συγκεκριμένες και προπαντός εμπεριστατωμένες προτάσεις;
*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

