Διάλογοι στην «Κ»: Συνταγματική αναθεώρηση, θετικά σημεία και αδυναμίες

Διάλογοι στην «Κ»: Συνταγματική αναθεώρηση, θετικά σημεία και αδυναμίες

Γράφουν οι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος και Αλκης Δερβιτσιώτης

διάλογοι-στην-κ-συνταγματική-αναθε-564218431
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ενισχυμένη πλειοψηφία (180) δεν πρόκειται να εξασφαλιστεί ούτε για την αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων ως προς τις οποίες υπάρχει επί της ουσίας συναίνεση (π.χ. το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών). Η πόλωση που χαρακτηρίζει την ατμόσφαιρα στη δημόσια ζωή δεν αφήνει περιθώριο συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Αμφισβητώντας την αξιοπιστία του πρωθυπουργού και της Ν.Δ., τα κόμματα της αντιπολίτευσης στο σύνολό τους αρνούνται να δώσουν πράσινο φως για αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος με απλή πλειοψηφία (151) στην επόμενη Βουλή. Παρόλο που δεν υπάρχει προοπτική συγκλίσεων, η συζήτηση ξεκίνησε ήδη με την παρουσίαση της πρότασης του κυβερνώντος κόμματος από τον πρωθυπουργό στη συνεδρίαση της Κ.Ο. της Ν.Δ.

Οι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος και Αλκης Δερβιτσιώτης συμφωνούν ότι υπάρχουν θετικά σημεία, επισημαίνουν αδυναμίες, τονίζουν ότι επιχειρείται να ρυθμιστούν ζητήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο νομοθετικά και καταθέτουν τις δικές τους σκέψεις για μια θεσμική μεταρρύθμιση που θα λειτουργούσε εξυγιαντικά για την ποιότητα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόταση με συνέπεια

Του Aλκη Ν. Δερβιτσιώτη*

Υπό την οιανδήποτε εκδοχή, κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και εξ ορισμού αυξημένη σημασία. Το Σύνταγμα ως σύστημα κανόνων δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ δεν καθορίζει μόνο την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας και τα δημόσια δικαιώματα και τις δημόσιες υποχρεώσεις, αλλά πρέπει να συνοψίζει την ιστορική εμπειρία, τον εντοπισμό και τη λύση των παρόντων προβλημάτων καθώς και τη θεσμικά προβλεπόμενη αντιμετώπιση των μελλοντικών ζητημάτων που επιδέχονται θεσμική κατοχύρωση. Ενόψει των ανωτέρω, κάθε πρόταση αναθεώρησης οφείλει να κινείται σε τρεις άξονες: α) την αντιμετώπιση διαπιστευμένων παθογενειών, β) την αναγκαία συμπλήρωση με νέες διατάξεις, γ) την ενδυνάμωση υφιστάμενων ρυθμίσεων.

Η υποβληθείσα πρόταση ανταποκρίνεται στα ανωτέρω σημεία με ανάλογη συνέπεια. Ενδεικτικά να σημειωθεί ότι η πρόταση για την τροποποίηση του άρθρου 86 Συντ. για την ποινική ευθύνη των υπουργών κινείται στην απολύτως επιθυμητή κατεύθυνση. Επιτυχής είναι επίσης η πρόταση για τη μεταρρύθμιση του άρθρου 103 Συντ. και την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Ωστόσο, η εν λόγω πρόταση, πριν λάβει την τελική διατύπωσή της από την αναθεωρητική Βουλή, πρέπει να εξετάσει τη σχέση της μονιμότητας των υπαλλήλων με την ύπαρξη νομοθετημένων οργανικών θέσεων που παραμένουν κενές. Επιπλέον, τόσο η προτείνουσα όσο και η αναθεωρητική Βουλή πρέπει να εξετάσουν τη διατήρηση ικανού αριθμού μονίμων υπαλλήλων ώστε να υπάρχει «ραχοκοκαλιά» που θα μεταφέρει την υπηρεσιακή ετοιμότητα και τον υπηρεσιακό ιεραρχικά δομημένο επαγγελματισμό.

Κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και εξ ορισμού αυξημένη σημασία.

Ο πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας του πολιτεύματος ανισορροπεί λόγω της έλλειψης αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών. Eτσι, η σύσταση εξεταστικών επιτροπών έπειτα από πρόταση της μειοψηφίας (πρόταση 100 βουλευτών) είναι διαδικασία που ίσως θεράπευε τις υφιστάμενες αδυναμίες, διασφαλίζοντας συγχρόνως την αναγκαία ισορροπία μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας. Εξάλλου η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία του άρθρου 73 παρ. 6 Συντ. δυναμώνει ως θεσμός με την υποβολή μεγαλύτερου αριθμού προτάσεων νόμου από τις προβλεπόμενες δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο. Η σχετική συζήτηση πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου, η λειτουργία του οποίου θα εξορθολογικοποιήσει πολλά θέματα. Ενδεικτικά να σημειωθεί η επιδίκαση αναδρομικών λόγω της διαπίστωσης από τα δικαστήρια της αντισυνταγματικότητας διατάξεων νόμων έπειτα από πολλά χρόνια ισχύος τους. Επίσης, διερευνητέα είναι η ίδρυση δεύτερου αντιπροσωπευτικού Σώματος (Γερουσία), η λειτουργία του οποίου αφενός θα περιόριζε λειτουργικές ανισορροπίες και υπερβολές (μελών) της Βουλής και αφετέρου θα συμπεριελάμβανε ως ισότιμα μέλη εκπροσώπους των επαγγελματικών φορέων και οργανώσεων, ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερέβαινε το ένα τρίτο του όλου αριθμού των μελών του.

* O κ. Aλκης Ν. Δερβιτσιώτης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Η αναθεώρηση δεν αποτελεί πανάκεια

Του Σπύρου Βλαχόπουλου**

Στην πρόταση υπάρχουν αναμφίβολα θετικές προτάσεις, όπως ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, η κατάργηση διάλυσης της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, η αναθεώρηση των άρθρων 14 και 15 του Συντάγματος για τον Τύπο και τη Ραδιοτηλεόραση και ο περιορισμός του ρόλου της Βουλής στην αναζήτηση των ποινικών ευθυνών των υπουργών. Επίσης, υπάρχουν αρκετές προτάσεις οι οποίες ναι μεν δεν εισάγουν μια πραγματικά νέα ρύθμιση, αλλά παρ’ όλα αυτά θα ήταν θετική η θέσπισή τους λόγω του συμβολικού και παιδευτικού χαρακτήρα τους. Παράδειγμα, η καθιέρωση της διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, η εισαγωγή ρύθμισης για την τεχνητή νοημοσύνη, η λήψη μέτρων για την κλιματική αλλαγή. Μια πρόταση η οποία αναμφισβήτητα θα συζητηθεί αφορά το άρθρο 29, έτσι ώστε τα κόμματα να οργανώνονται και να λειτουργούν με δημοκρατικό τρόπο. Αυτό που είναι εξόχως προβληματικό είναι η πρόταση το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να ελέγχει τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή των κομμάτων στις εκλογές. Θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο το να εξαρτάται η κάθοδος ενός κόμματος και εντέλει η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας από την κρίση του ΑΕΔ.

Επίσης, θα μπορούσαν να προβλεφθούν πολλά άλλα στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης των θεσμικών αντιβάρων και της άμβλυνσης του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Ετσι, λ.χ., δεν διατυπώνονται προτάσεις για την ενίσχυση του ρόλου του ΠτΔ, όπως επίσης για την ενδυνάμωση του κοινοβουλίου και των δικαιωμάτων της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Προβληματική είναι η εισαγωγή διατάξεων για τη δημοσιονομική ισορροπία, αφού αντίστοιχες ρυθμίσεις στο γερμανικό Σύνταγμα δημιούργησαν μεγάλα νομικά και πολιτικά προβλήματα. Οσον αφορά την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρώ ότι τα όποια προβλήματα υπάρχουν στην πράξη δεν είναι θέμα συνταγματικής ρύθμισης, αλλά μη εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας, που επιτρέπει την απόλυση όταν αυτό είναι απαραίτητο.

Πολλά ζητήματα είναι προεχόντως θέμα κοινής νομοθεσίας και όχι συνταγματικής ρύθμισης.

Συνολικά, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολύ σοβαρή διαδικασία η οποία αφορά όλους και η οποία απαιτεί συναίνεση. Τη συναίνεση αυτή δεν την επιτρέπει το ισχύον άρθρο 110 του Συντάγματος και γι’ αυτό θα ήταν σκόπιμη η αναθεώρησή του. Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί πανάκεια. Πολλά ζητήματα είναι προεχόντως θέμα κοινής νομοθεσίας και όχι συνταγματικής ρύθμισης. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Με την αναθεώρηση του 2019 εισήχθη διάταξη για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Λύθηκαν τα οικονομικά προβλήματα; Ασφαλώς όχι. Επίσης, τότε, προβλέφθηκε ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Σήμερα, περίπου επτά χρόνια μετά, δεν έχει ψηφιστεί ακόμη ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, με αποτέλεσμα μια πολυδιαφημισθείσα θεσμική καινοτομία να μένει γράμμα κενό περιεχομένου. Αυτό είναι κάτι που δεν τιμά το πολιτικό σύστημα.

** Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT