Αρθρο του Α.Ν. Χατζή στην «Κ»: Με ποιο κριτήριο κρίνεται η Δικαιοσύνη

Αρθρο του Α.Ν. Χατζή στην «Κ»: Με ποιο κριτήριο κρίνεται η Δικαιοσύνη

Σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις αλλά και σε πρόσφατη έρευνα της Eurostat (φθινόπωρο 2025) παρατηρούμε κάτι πολύ ανησυχητικό: οι Ελληνίδες και οι Ελληνες εμπιστεύονται τον θεσμό της Δικαιοσύνης λιγότερο από άλλους Ευρωπαίους

3' 24" χρόνος ανάγνωσης

Σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις αλλά και σε πρόσφατη έρευνα της Eurostat (φθινόπωρο 2025) παρατηρούμε κάτι πολύ ανησυχητικό: οι Ελληνίδες και οι Ελληνες εμπιστεύονται τον θεσμό της Δικαιοσύνης λιγότερο από άλλους Ευρωπαίους. Οι λόγοι είναι πολλοί και σε ορισμένες περιπτώσεις άδικοι: οι αιτίες της δυσπιστίας συχνά δεν οφείλονται στην ίδια τη Δικαιοσύνη, αλλά στην αδυναμία πολλών πολιτών να αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο αυτή λειτουργεί.

Ειδικά όμως για την ελληνική Δικαιοσύνη, υπάρχουν άλλες αιτίες που θα πρέπει να μας προβληματίσουν. Η σημαντικότερη έχει να κάνει με μια ενδογενή θεσμική παθογένεια: το ελληνικό Σύνταγμα και η συνταγματική πρακτική δεν εξασφαλίζουν πλήρως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το θεσμικό πλαίσιο δεν ελαχιστοποιεί τα κίνητρα και τις ευκαιρίες άσκησης αθέμιτης πολιτικής επιρροής. Το πρόβλημα αυτό έχει πολλές πτυχές, αλλά μπορεί να αποδοθεί απλά: Πόσο εύκολο είναι για έναν δικαστή, σε οποιοδήποτε κράτος, ακόμη και στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, να εκδώσει μια απόφαση που θα δυσαρεστήσει την εκάστοτε κυβέρνηση; Το δικαστικό σώμα σε μια χώρα είναι πραγματικά ανεξάρτητο όταν βλέπουμε πως δεν διστάζει, όταν χρειαστεί, να έρθει σε σύγκρουση με την εκτελεστική εξουσία για να υπερασπίσει το Σύνταγμα, το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Η ελληνική Δικαιοσύνη θα πρέπει και αυτή να κριθεί κυρίως με αυτό το κριτήριο.

Εάν υπάρχει σήμερα έλλειμμα εμπιστοσύνης, μεγάλη ευθύνη φέρει και η ίδια η Δικαιοσύνη. Διότι σε μια σειρά αποφάσεών της σε πολλές από τις υποθέσεις με πολιτικές προεκτάσεις, έχει προκαλέσει εύλογο προβληματισμό. Ας δούμε την πρόσφατη απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει λόγος επανεξέτασης της υπόθεσης των υποκλοπών, καθώς δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Θυμίζω ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών είχε διατάξει τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ευθυνών και άλλων προσώπων, καθώς και για ενδεχόμενα αδικήματα, όπως κατασκοπεία και παράνομη διακίνηση λογισμικού παρακολούθησης.

Το πρόβλημα δεν είναι η αρχειοθέτηση καθαυτή, ούτε απαραιτήτως η άρνηση διερεύνησης σε μια υπόθεση τόσο μεγάλου πολιτικού και θεσμικού μεγέθους. Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όμως, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στο αυξημένο βάρος αιτιολόγησης που επιβάλλει η φύση αυτής της υπόθεσης. Δεδομένου ότι ο σεβασμός στον θεσμό της Δικαιοσύνης προϋποθέτει δημόσιο έλεγχο, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική Δικαιοσύνη είναι ένα έλλειμμα πειθούς που αρχίζει να λαμβάνει θεσμικές διαστάσεις, καθώς στην περίπτωση αυτή διαπιστώνουμε μια ρήξη με τη συνήθη εγγυητική λειτουργία της Εισαγγελίας: σε περιπτώσεις αμφιβολίας, η πρακτική τείνει προς τη διερεύνηση και όχι προς την οριστική παύση. Οταν συμβαίνει το αντίθετο, το βάρος της ευθύνης για πλήρη και πειστική αιτιολόγηση αυξάνεται. Η μη διερεύνηση απαιτεί ισχυρότερη αιτιολόγηση από τη διερεύνηση, ενώ η ασθενέστερη αιτιολόγηση θα κριθεί με αυστηρότητα.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά απλώς επιμέρους ποινικές ευθύνες. Αγγίζει ταυτόχρονα το απόρρητο των επικοινωνιών και την εθνική ασφάλεια, δηλαδή δύο από τα πλέον ευαίσθητα έννομα αγαθά σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία.

Το βασικό ερώτημα είναι απλό: Εάν τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου ήταν άγνωστα, γιατί δεν θεωρούνται επαρκή για να ξεκινήσει νέα διερεύνηση; Εάν πάλι είναι γνωστά, ακόμη χειρότερα, διότι καθίσταται δυσχερής η κατανόηση της λογικής της αρχειοθέτησης από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η επιβεβαίωσή της τώρα.

Σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί. Οι εισαγγελικές κρίσεις πρέπει να είναι σεβαστές, αλλά ο σεβασμός αυτός δεν επιτρέπεται να είναι άκριτος. Το θεσμικό διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο. Η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά απλώς επιμέρους ποινικές ευθύνες. Αγγίζει ταυτόχρονα το απόρρητο των επικοινωνιών και την εθνική ασφάλεια, δηλαδή δύο από τα πλέον ευαίσθητα έννομα αγαθά σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Αποφάσεις με αδύναμη αιτιολόγηση δεν μπορούν να πείσουν έναν καλόπιστο παρατηρητή, ιδίως αν είναι και νομικός με κάποια πείρα. Υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, που δεν απαιτείται, αλλά κερδίζεται.

Η εμπιστοσύνη αυτή δεν είναι δεδομένη. Σε ένα κράτος δικαίου δοκιμάζεται ακριβώς στις υποθέσεις όπου διακυβεύονται τα περισσότερα. Επιπροσθέτως, ας μην ξεχνούν οι δικαστικοί λειτουργοί πως η Δικαιοσύνη δεν αποδυναμώνεται από την κριτική. Αποδυναμώνεται όταν δεν μπορεί να αντέξει αυτήν την κριτική.

*Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT