Το καλοκαίρι του 2024 είχε σχεδόν προεξοφληθεί μια δεύτερη θητεία του ως επιτρόπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ομως, το απογοητευτικό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές και οι εισηγήσεις στον πρωθυπουργό για στροφή στα νάματα της παράταξης, τον άφησαν εκτός Βρυξελλών. Λίγο πριν από το Πάσχα, κλήθηκε αιφνιδίως να αφήσει τη χαλαρή ζωή στη συμπρωτεύουσα και να αναλάβει το διαχρονικά άχαρο, αλλά στην παρούσα φάση δύσκολο, υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.
Και μόνο το γεγονός ότι ο Μαργαρίτης Σχοινάς είναι ο έβδομος κατά σειράν υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης από το 2019 που μεταβαίνει στις Βρυξέλλες για να εκπροσωπήσει την ελληνική κυβέρνηση, είναι λόγος καχυποψίας. Αν προσθέσει κανείς στην εξίσωση τα χαμένα βοσκοτόπια και πρόβατα, τις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, τις δικογραφίες, τους «Φραπέδες» και τις Ferrari, η δυνατότητα ανάκτησης της εμπιστοσύνης στη χώρα γίνεται ηράκλειος άθλος.
Ο κ. Σχοινάς θεωρεί ότι μπορεί να κερδηθεί και είναι πρόθυμος να δανείσει το καλό του όνομα και τη βαριά προϋπηρεσία του στην Επιτροπή προκειμένου να το επιτύχει. Αρνείται ότι είναι ένα εξωτικό βρυξελλιώτικο πουλί και θεωρεί ότι μπορεί με την ίδια ευκολία να μιλήσει με αγροτικές και κτηνοτροφικές ενώσεις και να καθαρίσει το στίγμα των βοσκοτόπων. Αλλωστε, αν υποτίθεται ότι οι προκάτοχοί του, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αγροτικών καταβολών, τα είχαν καταφέρει, δεν θα χρειαζόταν αυτός.
Ο κύκλος των κρίσεων
Τον Αύγουστο του 2024 έκλεισε για τον ίδιο ένας κύκλος 35 χρόνων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού πρώτα διήνυσε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, μπαίνοντας στην Κομισιόν με τον εισαγωγικό βαθμό και φτάνοντας έως το Κολέγιο των Επιτρόπων, στη θέση του αντιπροέδρου. Την τελευταία δεκαετία του στην πλατεία Σουμάν, όπου βρίσκονται τα γραφεία της Κομισιόν, αρχικά ως εκπρόσωπος του πρώην προέδρου Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και στη συνέχεια ως αντιπρόεδρος της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έζησε από την πρώτη γραμμή τις πολυκρίσεις της Ευρώπης: το Brexit, τη δεκαετή ελληνική κρίση, την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το μεταναστευτικό. Ο ίδιος έχει πει ότι, ως εκπρόσωπος της Κομισιόν κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, ο χειρότερός εφιάλτης του ήταν ότι θα χρειαζόταν να ανακοινώσει την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. Στη χειρότερη στιγμή των διαπραγματεύσεων, είχε τηλεφωνήσει η μητέρα του και του είχε πει ότι κάθε φορά που βλέπει στην τηλεόραση να μιλάει ο ίδιος έμενε ήσυχη, «γιατί αν το πράγμα πήγαινε λάθος, θα έβαζε κάποιον άλλον να το πει».
Πριν από τις ευρωεκλογές ήταν γνωστό ότι η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιθυμούσε ανανέωση της θητείας του, όμως το αποτέλεσμα της κάλπης οδήγησε τον πρωθυπουργό να αλλάξει ρότα. Ο ίδιος λέει ότι δεν τον πείραξε, όμως εξέπληξε αρνητικά πολλούς εντός και εκτός Ελλάδος, ενώ αρκετοί ήταν αυτοί που τον παρότρυναν να γκρινιάξει ή τέλος πάντων να πάρει δημοσίως θέση. Ο κ. Σχοινάς αποφάσισε ότι τελικά μάλλον είχε κλείσει ένας μεγάλος κύκλος και θεώρησε ότι ίσως είναι καλύτερα να φεύγεις στα ψηλά. Αν είχε θυμώσει, ίσως να είχε κλείσει όλες τις πόρτες. Αλλωστε, κανένας επίτροπος από κανένα κόμμα, από την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε., δεν έκανε δεύτερη θητεία. Ακολουθήθηκε και στην περίπτωσή του το εθιμικό «δίκαιο». Πάντως, εκτιμά ότι εκείνη η στροφή της κυβέρνησης δεν απέδωσε. Θεωρεί την Ακροδεξιά στην Ελλάδα αυτοκαταστροφική και όποια προσπάθεια προσέγγισης ή εξευμενισμού της μάλλον ελλειπτική, αλλά και ανούσια.
Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κατά καιρούς το όνομά του έπαιζε σε διάφορα σενάρια που τον έφερναν ξανά στην ενεργό πολιτική.
Τελικά, η υπουργοποίησή του ήρθε μάλλον στην πιο δύσκολη κυβερνητική φάση, εν μέσω δικογραφιών που εμπλέκουν βουλευτές και υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, και ο ίδιος κλήθηκε να αναλάβει το υπουργείο με το μεγαλύτερο ρίσκο. Οταν ο πρωθυπουργός του είπε ότι τον χρειάζεται, έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα αν η απάντηση θα ήταν «ΟΚ… βάζω πλάτη» ή «όχι, συνεχίζω στην εφεδρεία ή στην αγρανάπαυση». Ο ίδιος λέει στους δικούς του ότι θεώρησε καθήκον του να κάνει το πρώτο. Αλλωστε πιστεύει ότι το κόστος τού «όχι» θα ήταν εξίσου σημαντικό με αυτό τού «ναι», ο πρωθυπουργός ενδεχομένως θα θεωρούσε ότι είναι μόνο για τα σίγουρα.
Σε συνεργάτες του αναφέρει ότι ο υφυπουργός του έχει έναν «street fight» χαρακτήρα, που στην πολιτική αρέσει. Μοιάζουν αταίριαστοι, όμως ο ίδιος θεωρεί ότι αυτός ήταν ο σχεδιασμός του πρωθυπουργού.
Δανείζοντας το καλό όνομα
Σε όσους λένε ότι δανείζει το καλό του όνομα σε μια δύσκολη και μάλλον σκοτεινή υπόθεση, ο ίδιος αναφέρει ότι δεν τον κορόιδεψε κανείς και το κάνει συνειδητά. Αλλωστε, λέει, δεν πεθαίνει για αξιώματα και καρέκλες και δεν χρειάζεται να φτιάξει τώρα το όνομα ή την επαγγελματική προίκα του. Θεωρεί ότι αυτή η προσπάθεια ξεπερνά την κυβέρνηση, είναι συλλογική και εθνική. Μάλιστα του θυμίζει την περίοδο που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για το μεταναστευτικό στις Βρυξέλλες και συνάδελφοι εντός και εκτός Ελλάδας του έλεγαν ότι είναι αφελής που προσπαθεί να λύσει αυτό το περίπλοκο θέμα. Ομως τελικά προέκυψε το σύμφωνο για τη μετανάστευση. Αυτή τη φορά, έχει τη φιλοδοξία να συνδέσει την παραμονή του στο υπουργείο με την ολιστική αναμόρφωση του πρωτογενούς τομέα.
Πολλοί χαρακτηρίζουν την τοποθέτησή του υποβάθμιση, με τον ίδιο να λέει ότι ακούει τα σχόλια με συμπάθεια. Τι θα ήταν, αναρωτιέται, ισοδύναμο με την αντιπροεδρία της Κομισιόν; Μόνο να γίνεις πρόεδρος. Δεν το είδε ποτέ με όρους κλίμακας ή ιεραρχίας, αλλά ως μια στιγμή όπου έρχονται και σου ζητούν βοήθεια. Ο ίδιος είχε περισσότερους λόγους να πει «ναι» από «όχι». Διαφωνεί ακόμη με τον χαρακτηρισμό του ως τεχνοκράτη. Οπως λέει, έχει αφιερώσει δεκαετίες στις δομές και στους θεσμούς, αλλά είναι στην πολιτική από τα 17 του, ξεκινώντας από φοιτητικό συνδικαλισμό. Εχει διατελέσει ευρωβουλευτής, ενώ θεωρεί ότι έχει λάβει ρίσκα στην πορεία του. Δεν θεωρεί τον εαυτό του υπουργό Βρυξελλών, αλλά υπουργό με τεχνοκρατικό υπόβαθρο και πολιτική δράση. Είναι σίγουρος ότι μπορεί άνετα να κυκλοφορήσει και στα σαλόνια και στ’ αλώνια, έχει την απαραίτητη ενσυναίσθηση.
Αντιλαμβάνεται το αταίριαστο ντουέτο που έχει δημιουργηθεί στο υπουργείο με τον ίδιο στη θέση του υπουργού και υφυπουργό τον Μακάριο Λαζαρίδη. Δεν θεωρεί ότι είναι κάτι που έγινε κατά τύχη, αλλά κάτι που σχεδίασε ο πρωθυπουργός. Ο κ. Λαζαρίδης είναι ένας βουλευτής από την περιφέρεια, ο οποίος είχε ενεργό –και αμφιλεγόμενο– ρόλο στην εξεταστική επιτροπή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο κ. Σχοινάς αναφέρει σε συνεργάτες του ότι ο υφυπουργός του έχει έναν «street fight» χαρακτήρα, που στην πολιτική αρέσει. Αυτό που σίγουρα άρεσε λιγότερο, είναι η άνεση με την οποία ο «μαχητής του δρόμου» επικαλέστηκε ως ισχυρό διαβατήριο καριέρας στη δημόσια διοίκηση τα κάλλη του, για να ανασκευάσει κατόπιν και να δεσμευτεί ότι θα επιστρέψει τις αμοιβές που εισέπραξε ως επιστημονικός σύμβουλος χωρίς πτυχίο. Οι ωραίοι, τελικώς, έχουν χρέη.
Τα χρέη του παρελθόντος, πάντως, δεν είναι προτεραιότητα του πολιτικού προϊσταμένου του Λαζαρίδη. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ο Σχοινάς λέει ότι δεν ξέρει το εύρος της εξαπάτησης και δεν είναι η δουλειά του να κάνει ανατομία τού τι συνέβη. Απόλυτη προτεραιότητά του είναι το τι θα συμβεί από εδώ και μπρος, το τι συνέβη θα το βρουν οι εισαγγελείς και οι εξεταστικές επιτροπές. Αντιλαμβάνεται πάντως ότι είναι από τις πιο δύσκολες μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει ποτέ, γιατί πρέπει να αλλάξει εν λειτουργία το σύστημα. Αλλάζουμε και πληρώνουμε, ή μάλλον, πληρώνουμε μόνο αν διαπιστώνεται ότι αλλάζουμε.
Ηδη ο νέος υπουργός επέστρεψε στην «έδρα» του: έκανε την πρώτη επίσκεψη στις Βρυξέλλες προσπαθώντας να ξαναχτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης. Εκεί το κλίμα ήταν θετικό, περιγράφουν αξιωματούχοι που ήταν παρόντες στις συναντήσεις που είχε με τρεις Ευρωπαίους επιτρόπους και τη διοίκηση της αρμόδιας επιτροπής για τα αγροτικά θέματα, DG AGRI. Η τοποθέτηση του πρώην αντιπροέδρου της Επιτροπής σε αυτό το πόστο εξελήφθη ως προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να δώσει εγγύηση ότι αυτή τη φορά η μεταρρύθμιση του αγροτικού κλάδου θα γίνει ή, τουλάχιστον, ο κ. Σχοινάς πήγε για να γίνει.
Ερχονται οι ελεγκτές
Οι ελεγκτές της DG AGRI πρόκειται να μεταβούν στην Ελλάδα στις αρχές Ιουνίου για να αξιολογήσουν αν η μεταρρύθμιση του νέου ΟΠΕΚΕΠΕ προχωράει σωστά και αν μπορεί να ανακτήσει ο οργανισμός τη διαπίστευση που έχασε τον Σεπτέμβριο του 2024. Μέχρι τότε, οι μεταρρυθμίσεις, τις οποίες έχει δεσμευθεί ότι θα προχωρήσει η κυβέρνηση, είναι μεγάλες και απαιτητικές. Το πρώτο είναι να οριστούν τα ψηφιακά και δορυφορικά μέσα με τα οποία θα γίνεται πιστή καταγραφή των βοσκοτόπων. Αν αρχίσει και λειτουργεί το σύστημα, η αίσθηση του υπουργείου είναι ότι η Κομισιόν δεν θα μπλοκάρει τη διαπίστευση, επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί. Το δεύτερο, ακόμη πιο δύσκολο, είναι η σήμανση των ζώων. Αντί για τα ενώτια, που έπεφταν ή κόβονταν, προκρίθηκε η λύση των βώλων, μιας μπίλιας την οποία καταπίνει το ζώο με κτηνιατρική διαδικασία και δεν φεύγει. Η πρόκληση είναι να μπουν βώλοι σε εκατομμύρια πρόβατα και αμνοερίφια. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν ούτε στην αγορά τόσοι βώλοι ούτε στην επικράτεια τόσα πρόβατα.
Ο κ. Σχοινάς τονίζει ότι η επιτυχία αυτής της μεταρρύθμισης είναι προαπαιτούμενο για μια επιτυχημένη ευρωπαϊκή προεδρία από την Ελλάδα. Μέχρι τον Ιούνιο του 2027, οπότε και ξεκινάει η ελληνική προεδρία, το σύστημα πρέπει να δουλεύει και να μην υπάρχουν σύννεφα για την αξιοπιστία της χώρας. Και ο ίδιος τι έχει να κερδίσει από αυτό; Η παραπολιτική συζήτηση τον θέλει να έχει ήδη συμφωνήσει σε μια σημαντική θέση την επόμενη ημέρα, ως αντάλλαγμα για την άβολη θέση στην Αχαρνών, ίσως αυτή του υπουργού Εξωτερικών.
Επαναλαμβάνει ότι όλα όσα γράφονται δεν έχουν συζητηθεί με τον ίδιο, ούτε εκφράζουν δικές του φιλοδοξίες. Ισχυρίζεται σε συζητήσεις με συνεργάτες του ότι δεν έχει κάνει καμία σχετική κουβέντα με τον πρωθυπουργό και οποιαδήποτε τέτοια στόχευση θα ακρωτηρίαζε την τωρινή του θέση. Ομως, αν η απόδοσή του στο Αγροτικής Ανάπτυξης είναι καλή, θα ήταν λογικό μάλλον να έχει έναν κεντρικό ρόλο στην ελληνική προεδρία και αυτό φαίνεται το πιο ρεαλιστικό σενάριο για την επόμενη ημέρα. Το αν αυτό θα προϋπέθετε να έχει πρώτα διεκδικήσει ψήφο ως βουλευτής δεν έχει επίσης συζητηθεί.
Θα χρειαστεί όμως τελικά να αναλάβει την υλοποίηση της προεδρίας της Ε.Ε. η Νέα Δημοκρατία; Ο υπουργός φαίνεται να θεωρεί πως ναι, ιδιαιτέρως αν όσος πολιτικός χρόνος απομένει αφιερωθεί και επικεντρωθεί στην εκσυγχρονιστική ατζέντα και ο Μητσοτάκης του 2026 ξαναβρεί τον Μητσοτάκη του 2019. Αλλωστε, τις εκλογικές νίκες δεν τις δίνουν τα άκρα, τις δίνει το Κέντρο. Κι αυτό δεν είναι σίγουρα μια εκτίμηση τεχνοκρατική.

