Η αρχική παγωμάρα έδωσε σταδιακά τη θέση της στην αντίδραση. Οι εμπλεκόμενοι βουλευτές στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αφού πέρασαν το πρώτο «σοκ» της αναφοράς τους στη δικογραφία, αλλά και της άγνοιας ως προς τον βαθμό εμπλοκής τους, άρχισαν να ζυγίζουν τον τρόπο αντίδρασης, ο οποίος πολύ σύντομα ξεδιπλώθηκε σε δύο επίπεδα: Πρώτον, οι 11 βουλευτές αλλά και πολλοί συνάδελφοί τους που δεν ήταν στη δικογραφία αισθάνθηκαν πως η κυβέρνηση ήταν πιο «απολογητική» στην υπόθεση από όσο έπρεπε και θεώρησαν πως πρέπει να υπερασπιστούν δημόσια τον εαυτό τους, ρίχνοντας βέλη στο Μαξίμου για τη στάση του.
Η κοινωνία και το κόμμα – Οι έντεκα βουλευτές και πολλοί συνάδελφοί τους αισθάνθηκαν πως η κυβέρνηση ήταν πιο «απολογητική» από όσο έπρεπε, ενώ κυβερνητική πηγή διευκρίνιζε ότι το Μαξίμου έχει να αντιμετωπίσει «τον πραγματικό κόσμο» και τον «κομματικό κόσμο», που «είναι εξίσου σημαντικοί».
Ετσι, διαβάζοντας τη δικογραφία που τους αφορούσε, οι βουλευτές εξέδιδαν ο ένας μετά τον άλλον ανακοίνωση με την οποία δήλωναν σίγουροι για την αθωότητά τους, με το μοτίβο να είναι περίπου κοινό, καθώς άπαντες και άπασες έλεγαν ότι απλώς μεσολάβησαν για τη διόρθωση «κάποιας αδικίας» ή την προώθηση για εξέταση κάποιου αιτήματος, «όπως κάνουν όλα τα βουλευτικά γραφεία». Χαρακτηριστικό είναι ότι περίπου δύο 24ωρα μετά την έλευση της δικογραφίας στη Βουλή, η ατάκα που ακουγόταν όλο και περισσότερο μεταξύ των βουλευτών ήταν «να κλείσουμε τα γραφεία μας και να μη μιλάμε σε άνθρωπο, αφού έτσι κρίνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία».
Σε δεύτερο επίπεδο, ο ίδιος ο θεσμός της Ε.Ε. άρχισε να μπαίνει στο στόχαστρο, καθώς από το περασμένο Σάββατο ξεδιπλωνόταν όλο και πιο έντονα μια κριτική προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Κυβερνητικά στελέχη έκαναν λόγο για «πολιτικές σκοπιμότητες, στοχοποίηση και εμμονές με πρόσωπα, αλλά και έωλες νομικά κατηγορίες». Χαρακτηριστικό είναι πως στο παρασκήνιο, υπουργός της κυβέρνησης έλεγε πως «κανονικά πρέπει να ζητήσουμε να φύγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από την Ελλάδα», μία σκέψη που δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι θα τη διατύπωνε και δημόσια.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», υπήρξαν επικοινωνίες μεταξύ των βουλευτών, με κάποιους να ρίχνουν στο τραπέζι το ενδεχόμενο ανεξαρτητοποιήσεων που θα έφερνε την κυβέρνηση σε πολύ δύσκολη κοινοβουλευτικά και πολιτικά θέση. Η ιδέα ουδέποτε προχώρησε, καθώς οι πιο ψύχραιμοι αντιλήφθηκαν τη ζημιά που θα προκαλούσαν στην κυβέρνηση, αλλά και στη χώρα. Είναι, ωστόσο, ενδεικτικό ενός κλίματος που δημιουργήθηκε κυρίως από το Σάββατο και μετά και έτσι ίσως εξηγείται γιατί τα αρχικά σενάρια περί αιτήματος του Μαξίμου προς τους βουλευτές να παραιτηθούν αποδείχθηκαν πολύ γρήγορα λόγια που στην πράξη δεν είχαν καμία εφαρμογή.
Επιχείρηση κατευνασμού
Στο Μαξίμου, άλλωστε, είχαν πλήρη εικόνα της βαριάς ατμόσφαιρας, καθώς υπήρχε διαρκής επικοινωνία με αρκετούς εμπλεκομένους, αλλά και ευρύτερα με άλλους βουλευτές. Οσο περνούσαν οι μέρες, γινόταν οξύτερα αντιληπτό πως έπρεπε να επιτευχθεί μία πολύ δύσκολη ισορροπία: από τη μια να δείξει η κυβέρνηση αντανακλαστικά σε μία υπόθεση που τη φθείρει εκλογικά και από την άλλη να κατευνάσει τους βουλευτές της, που δεν έκρυβαν ότι αισθάνονται ακάλυπτοι και «αναλώσιμοι».
Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη καθώς οι πρώτες δημοσκοπήσεις αποτύπωναν την πτώση της κυβέρνησης κατά περίπου δύο μονάδες. «Οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται και δεν τους νοιάζουν οι ανησυχίες των βουλευτών» και «αυτό πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν», έλεγε κυβερνητική πηγή, η οποία ανέλυε ότι το Μαξίμου έχει να αντιμετωπίσει «τον πραγματικό κόσμο» και τον «κομματικό κόσμο», που «και οι δύο είναι εξίσου σημαντικοί».
Ετσι εξηγείται πως ο πρωθυπουργός στο δευτεριάτικο διάγγελμά του ήταν πολύ εξισορροπητικός, μιλώντας για βουλευτές που θέλουν να υπερασπιστούν την τιμή και την υπόληψή τους. Η διόρθωση της γραμμής δεν ήταν όμως «καθαρή». Η πρόταση για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή «καπέλωσε» την προσπάθεια κατευνασμού των βουλευτών, καθώς δεν ήχησε καθόλου θετικά στα αυτιά τους, αφού εξελήφθη από πολλούς ως απαξίωση του ρόλου τους.
Η πρόταση δεν είχε καθολική αποδοχή ούτε εντός του Μαξίμου. Πολλά κυβερνητικά στελέχη υποδείκνυαν τις παρενέργειες της πρωτοβουλίας, όπως αναδείχθηκαν εκ των υστέρων. Επρόκειτο για προσωπική απόφαση του πρωθυπουργού, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, ήδη από την Κυριακή το βράδυ έλεγε ότι η ανακοίνωσή του δεν θέλει να είναι «φλατ», αλλά να έχει κάποια είδηση που θα δείξει αντίδραση, έστω και με τη μορφή που έγινε.
«Σκιές» στα ψηφοδέλτια – Για την κατάρτιση των ψηφοδελτίων της Ν.Δ. αρμόδια πηγή ανέφερε πως όπου δεν υπάρχει σκιά, δεν υπάρχει και πρόβλημα συμμετοχής. Για όποιον, όμως, προκύψει ηθικό θέμα, τότε η παρουσία στις «γαλάζιες» λίστες δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Αξίζει να σημειωθεί πως η πρόταση του πρωθυπουργού, παρά το μούδιασμα που έφερε στην Κ.Ο., εκτιμάται από τους υποστηρικτές ότι, σε επίπεδο κοινής γνώμης, είχε πιο θετική υποδοχή, διότι «οι πολίτες αναζητούν τομές και αλλαγές και δεν ενδιαφέρονται για τα βουλευτικά οφίτσια». Παρά πάντως την προσπάθεια του Μαξίμου να ισορροπήσει η κατάσταση με τους βουλευτές, κυβερνητικές πηγές σημειώνουν πως σε περιπτώσεις διαφθοράς «δεν θα μπει καθόλου νερό στο κρασί μας».
Η «σαλαμοποίηση»
Η λεπτή γραμμή μεταξύ πραγματικών δεδομένων και πολιτικού χειρισμού ισχύει και στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στο Μαξίμου είχαν μεγάλο εκνευρισμό με τους χειρισμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κυρίως με τη «σαλαμοποίηση» που βάζει την κυβέρνηση σε μια ιδιότυπη ομηρία να περιμένει καρτερικά την επόμενη δικογραφία, τις επόμενες άρσεις ασυλίας «ακόμη και αν αυτές στηρίζονται σε ένα e-mail ή σε ένα ασήμαντο τηλεφώνημα».
Ομως και εδώ πρέπει να υπολογιστούν τα δεδομένα ψύχραιμα. Η κυβέρνηση δεν μπορεί επίσημα να «βάλλει κατά ενός ευρωπαϊκού θεσμού» και ειδικά τώρα, αφού πρώτα ήρθαν οι δικογραφίες. Οι πιο ηχηρές φωνές, όπως του Αδ. Γεωργιάδη, παρότι μπορεί να βρίσκουν ευήκοα ώτα ακόμη και στο Μαξίμου, δεν μπορούν να γίνουν επίσημες φωνές της κυβέρνησης.
«Η Ν.Δ. είναι ένα θεσμικό, κεντροδεξιό, ευρωπαϊκό κόμμα με εκατομμύρια ψηφοφόρους. που σέβονται την Ευρώπη και τη νομιμότητα», αναφέρει κυβερνητική πηγή. Συνεπώς, μια πιθανή επίθεση στην Ευρωπαία εισαγγελέα «θα ανοίξει πολύ περισσότερα μέτωπα από όσα φανταζόμαστε», προσθέτουν οι ίδιες πηγές, θέλοντας να θέσουν στη σωστή βάση το θέμα. Μία πιθανή ευθεία αντιπαράθεση με την Ευρωπαία εισαγγελέα θα είχε νόημα μόνον ως απονενοημένο διάβημα «κατασκευής ενός εχθρού» ώστε «να πάμε σε εκλογές», σημειώνει άλλη πηγή, προσθέτοντας, ωστόσο, πως και αυτή η στρατηγική θα έβλαπτε τη Ν.Δ., ένα σημαντικό κομμάτι των ίδιων των ψηφοφόρων της.
Προσωπικές στρατηγικές
Ολα τα παραπάνω αποτελούν μία χαίνουσα πληγή για την κυβέρνηση. Οι βουλευτές είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται με κάθε τρόπο τον εαυτό τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχει πρώην υπουργός που σκέπτεται να καταθέσει μήνυση στην Ευρωπαία εισαγγελέα, ενώ άλλοι βουλευτές σκέπτονται εάν θα ψηφίσουν την άρση της ασυλίας των συναδέλφων τους, στέλνοντας διά της ψηφοφορίας στη Βουλή μήνυμα αντίδρασης στις… δικογραφίες.
Με φόντο την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ξεδιπλώνονται και προσωπικές στρατηγικές. Ενδεικτικό είναι πως ο Αδωνις Γεωργιάδης αλλά και ο Μάκης Βορίδης υπερασπίστηκαν δημοσίως και τους έντεκα βουλευτές της Ν.Δ., επιχειρώντας να εκφράσουν τα ανομολόγητα συναισθήματα συναδέλφων τους και να εκμαιεύσουν έτσι εσωκομματική αποδοχή. Αντιθέτως, άλλα κορυφαία στελέχη δεν βγήκαν στα μίντια να υποστηρίξουν με τον ίδιο δυναμισμό τους βουλευτές που είναι στη δικογραφία, μένοντας συνεπή στη στρατηγική της μετριοπάθειας. Είναι σαφές πως αμφότερες οι στάσεις εγγράφονται στο πεδίο του εσωκομματικού ανταγωνισμού.
Στο τραπέζι μένει, πάντως, ανοιχτό το ζήτημα των κριτηρίων βάσει των οποίων θα καταρτιστούν τα ψηφοδέλτια. Παρά την πίεση που ασκήθηκε, στο Μαξίμου δεν πρόκειται να κάνουν πίσω σε περιπτώσεις βουλευτών που θεωρείται πως υπάρχει ηθικό –πόσο μάλλον νομικό– θέμα. Οπως λέει αρμόδια πηγή, «οι περιπτώσεις των 11 βουλευτών θα εξεταστούν με μεγάλη προσοχή και όπου δεν υπάρχει σκιά –που μένει να αποδειχθεί και δικαστικά– τα πρόσωπα αυτά θα είναι κανονικά ξανά υποψήφια. Οπου όμως υπάρχει σοβαρό ηθικό θέμα, τότε η συμμετοχή στα ψηφοδέλτια δεν είναι δεδομένη».
Στο Μαξίμου θα σταθμίσουν τα πάντα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η απώλεια από έναν περιφερειακό βουλευτή που δεν θα είναι τελικά υποψήφιος είναι μικρότερη από το κακό κλίμα που δημιουργείται από τη συμμετοχή του. Οσον αφορά τις εκλογές, ο πρωθυπουργός τις ξόρκισε, λέγοντας ξανά ότι θα γίνουν το 2027. Το έδαφος όμως παραμένει εντελώς ασταθές.
Οι φήμες για νέες δικογραφίες, η υπόθεση των υποκλοπών που είναι μπροστά και η αβεβαιότητα των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που αναγκάζει την κυβέρνηση να πηγαίνει βήμα βήμα. Οι φωνές, άλλωστε, που λένε πως οι εκλογές πρέπει να γίνουν πριν από το καλοκαίρι ή το αργότερο μέχρι τον Οκτώβριο δεν έχουν σταματήσει και είναι ακόμη ισχυρές.

