Ακόμα και οι πιο έμπειροι δημοσκόποι κρατούν στάση αναμονής. Το πολιτικό σκηνικό στην αυγή του 2026 μοιάζει πιο μπερδεμένο από ποτέ τα τελευταία χρόνια, καθώς από τη μια η Ν.Δ. έχει πλέον τη φυσιολογική φθορά της επταετούς διακυβέρνησης και από την άλλη η αντιπολίτευση παλεύει να σηκώσει κεφάλι, ενώ δύο νέα κόμματα, της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα, είναι καθ’ οδόν και απειλούν να αλλάξουν ξανά τις πολιτικές ισορροπίες. Στο Μέγαρο Μαξίμου, παρά την αυτοσυγκράτηση που επιδεικνύουν δημοσίως, εστιάζοντας στο ότι η Ν.Δ. εξακολουθεί να είναι πρώτο κόμμα και ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού, επιχειρούν να χαράξουν ρότα μέσα στο θολό τοπίο.
«Ο μόνος θεσμικός»
Το ποιος θα είναι δεύτερος μετά τις επόμενες εκλογές είναι ένα ερώτημα στο οποίο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να απαντήσει κανείς. Το ΠΑΣΟΚ και τα δύο υπό διαμόρφωση κόμματα, της κ. Καρυστιανού και του κ. Τσίπρα, σχηματίζουν μια τριάδα που θα διεκδικήσει, όπως συμφωνούν όλες οι παρούσες ενδείξεις, τη δεύτερη θέση, με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Κυριάκο Βελόπουλο να παρακολουθούν από κοντινή απόσταση. Πώς τοποθετείται η Ν.Δ. έναντι αυτών των κομμάτων; Ποιον θα προτιμούσε ως δεύτερο;
«Ο μόνος θεσμικός συνομιλητής αυτή τη στιγμή είναι το ΠΑΣΟΚ», σημειώνει κυβερνητική πηγή. Φαίνεται έτσι ότι, παρότι δημοσίως ξορκίζουν κάθε σχετική συζήτηση, στο Μαξίμου βλέπουν το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη ως τη μοναδική πιθανή επιλογή συγκυβέρνησης μετά τις εκλογές. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει και κάτι ακόμα: Η κυβέρνηση θα ήθελε το ΠΑΣΟΚ –ως το μοναδικό αποκούμπι συγκυβέρνησης– να είναι ιδανικά τρίτο κόμμα, καθώς «το τρίτο κόμμα πιέζεται πολύ πιο εύκολα να μπει σε μια κυβέρνηση από το δεύτερο, που γίνεται αυτομάτως θεσμός ως αξιωματική αντιπολιτευση». Αρα ποιον θέλει η Ν.Δ. για δεύτερο;
Στο Μαξίμου υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν έναν «καλό δεύτερο» στο πρόσωπο του Αλ. Τσίπρα, καθώς επαναφέρει ένα γνωστό δίπολο και αποτελεί αντίπαλο που ο Κυρ. Μητσοτάκης νίκησε όποτε αναμετρήθηκαν.
Η Ν.Δ. επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε περιθώριο να πάει πιο ψηλά με φόντο την αυτοδυναμία. Και σε αυτή τη δύσκολη άσκηση ο «ιδανικός δεύτερος», όπως σημειώνει έμπειρη πολιτική πηγή, θα ήταν ένα κόμμα «αντισυστημικό», που θα «επανασυσπείρωνε» το πάλαι ποτέ «μέτωπο λογικής» –όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης– και θα έδινε έτσι ώθηση στη Ν.Δ. Ενα κόμμα με έντονα τέτοια χαρακτηριστικά είναι της Ζωής Κωνσταντoπούλου, το υπό διαμόρφωση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού και ίσως του Κυριάκου Βελόπουλου. Και τα τρία αυτά πολιτικά πρόσωπα, φύσει αντισυστημικά, θα μπορούσαν να διεγείρουν τα αντανακλαστικά των κεντρώων ψηφοφόρων και να προκαλέσουν ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων γύρω από τη Ν.Δ. σε μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Αντιθέτως, η Ν.Δ. με το ΠΑΣΟΚ δεύτερο, ένα κόμμα κατά κανόνα συστημικό, θα έχανε το «φόβητρο» προς τους νοικοκυραίους. Ετσι μπορεί να εξηγηθεί και η ήπια έως τώρα προσέγγιση που ακολουθεί η κυβέρνηση και προς την κ. Καρυστιανού, καθώς το τελευταίο διάστημα οι επιθέσεις που δέχεται είναι οξύτερες από όσους την υποστήριζαν την περίοδο που το θέμα των Τεμπών προσφερόταν για αντιπολιτευτική εκμετάλλευση.
Στην πολιτική κουζίνα όμως παίζει τεράστιο ρόλο η δοσολογία, αλλιώς το φαγητό μπορεί να αποτύχει. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά κυβερνητικά στελέχη σημειώνουν πως το μελλοντικό κόμμα της κ. Καρυστιανού «θέλει μεγάλη προσοχή», καθώς είναι εν δυνάμει το πιο επικίνδυνο, αφού «πρόκειται για έναν πολιτικό σχηματισμό που δεν τον ξέρουμε, δεν μπορούμε να τον μετρήσουμε και τελικά δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πού είναι το “ταβάνι” του, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του Αλέξη Τσίπρα, που ξέρουμε μέχρι πού μπορεί να φτάσουν». Η ανησυχία με απλά λόγια είναι πως μια Καρυστιανού του 13%-15% θα μπορούσε να δημιουργήσει απρόβλεπτη κοινωνική κινητικότητα. Δεν θεωρείται πάντως αυτό το επικρατέστερο σενάριο. Σε πρόσφατη σύσκεψη στο Μαξίμου εκφράστηκε η άποψη πως η Καρυστιανού δεν μπορεί να ξεφύγει προς τα πάνω και γι’ αυτό συστήθηκε «ψυχραιμία».
ο παλιός γνώριμος
Μια διαφορετική περίπτωση είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Ο πρώην πρωθυπουργός «δεν είναι Καρυστιανού», καθώς πρόκειται για ένα πρόσωπο που ανήκει στο «παλιό πολιτικό σύστημα» και έχει μετρηθεί επανειλημμένως. Στο Μαξίμου υπάρχουν φωνές που λένε πως και ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «έναν καλό δεύτερο», καθώς επαναφέρει ένα γνωστό δίπολο και αποτελεί αντίπαλο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον έχει κερδίσει όσες φορές τον βρήκε απέναντι. Και εδώ όμως υπάρχουν αστερίσκοι.
Η τάση που έχει αρχίσει να επικρατεί στο Μαξίμου είναι πως ο κ. Τσίπρας έχει χάσει την ακτινοβολία του ακόμα και ως φόβητρο, καθώς η εικόνα του στις μετρήσεις είναι πολύ θαμπή σχεδόν στο 80% των πολιτών. Η εκτίμηση που υπάρχει είναι πως δεν μπορεί να επανακάμψει στα υψηλά πατώματα της πολιτικής και ως εκ τούτου αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα και ως «μεγάλος αντίπαλος». Οσον αφορά τα δύο μικρότερα κόμματα στα δεξιά, τον Βελόπουλο και τη Λατινοπούλου, υπάρχει διαφορετική προσέγγιση. Από τη μια, Ν.Δ. και Βελόπουλος αυτή τη στιγμή «δεν συναντιούνται κάπου», καθώς το κοινό είναι πλέον τελείως διαφορετικό.
«Οι ψηφοφόροι της Ελληνικής Λύσης πιο εύκολα θα πάνε προς την Καρυστιανού ή την Πλεύση Ελευθερίας παρά προς εμάς», ομολογεί κυβερνητική πηγή. Από την άλλη, η πεσμένη Φωνή Λογικής δυνητικά αποτελεί το «πιο επικίνδυνο κόμμα», καθώς η Αφροδίτη Λατινοπούλου, προερχόμενη από τα σπλάχνα της Ν.Δ. και εκφράζοντας ένα λόγο «αιχμηρό αλλά όχι ψεκασμένο», μπορεί να είναι μια επιλογή για έναν δυσαρεστημένο νεοδημοκράτη, από τη στιγμή μάλιστα που το σενάριο νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά χάνει έδαφος. Υπάρχουν μάλιστα κυβερνητικές φωνές, μειοψηφικές αυτή τη στιγμή, που λένε πως το κόμμα της Λατινοπούλου, εφόσον έμπαινε στη Βουλή, θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμα και κυβερνητικό εταίρο.

