Αλαν Αρκιν: H υποκριτική κυλούσε μέσα στις φλέβες του

Αλαν Αρκιν: H υποκριτική κυλούσε μέσα στις φλέβες του

«Στα πέντε μου η υποκριτική ήταν ήδη μέσα στο αίμα μου. Κάθε έργο, κάθε ταινία, κάθε μουσική, μου έφερνε μια αξεδίψαστη ανάγκη να στραφώ σε κάτι άλλο από αυτό που ήμουν...»

4' 43" χρόνος ανάγνωσης

«Στα πέντε μου η υποκριτική ήταν ήδη μέσα στο αίμα μου. Κάθε έργο, κάθε ταινία, κάθε μουσική, μου έφερνε μια αξεδίψαστη ανάγκη να στραφώ σε κάτι άλλο από αυτό που ήμουν. Κάποτε μια θεία μου με πήγε να δω τον Πετρούσκα και για μήνες έγινα η μαριονέτα του Στραβίνσκι. Ημουν ο Πετρούσκα, οι αρκούδες και οι ζογκλέρ. Την επόμενη χρονιά ήμουν ο Λούις Χέιγουαρντ στην ταινία «Ο άνθρωπος με τη σιδερένια μάσκα» και ξιφομαχούσα ξεφεύγοντας από τα χέρια του σατανικού δίδυμου αδερφού μου. Εναν χρόνο μετά ήμουν ο Τσάρλι Τσάπλιν. Για μήνες προσπαθούσα να περπατήσω σαν εκείνον και να πετύχω στον καθρέφτη τον τρόπο που έκανε τον Χίτλερ. Μια μέρα έπαιζα με τα ξαδέλφια μου στον κήπο και η θεία μου με άκουσε να λέω, “Ελάτε να παίξουμε το τσίρκο. Θα είμαι τα πάντα”».

Ετσι θυμάται τα πρώτα του παιδικά χρόνια στην αυτοβιογραφία του «Μια αυτοσχέδια ζωή» ο Αλαν Αρκιν, ο σπουδαίος Αμερικανός ηθοποιός, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουνίου σε ηλικία 89 ετών. Γεννημένος το 1934 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης από Εβραίους μετανάστες από την Ουκρανία και τη Γερμανία, ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής στα δέκα του. Κατά την εφηβεία του, η οικογένειά του μετακόμισε στο Λος Αντζελες όπου ενθουσιαζόταν βλέποντας συχνά στον δρόμο σταρ του σινεμά. «Ηταν άνθρωποι σε τρεις διαστάσεις, αληθινοί, χειροπιαστοί. Τα κεφάλια τους δεν ήταν μεγαλύτερα από το δικό μου, ακόμη κι αν στην οθόνη του σινεμά έμοιαζαν μεγάλα. Είχα ελπίδες!», θα έλεγε χρόνια μετά.

Στο γυμνάσιο είχε την τύχη να κάνει μαθήματα υποκριτικής, κάτι που, όπως είχε πει, ήταν «το μόνο πράγμα που θυμάται από το σχολείο». Η εφηβεία του όμως στο Χόλιγουντ δεν ήταν αστραφτερή. Ο δάσκαλος πατέρας του, προκειμένου να πιάσει δουλειά σε ένα σχολείο στο Λος Αντζελες, έπρεπε να υπογράψει μια δήλωση για τα πολιτικά του πιστεύω, κάτι που αρνήθηκε να κάνει. Στιγματισμένος από το κυνήγι μαγισσών του μακαρθισμού, δεν μπόρεσε να βρει δουλειά για τα επόμενα 15 χρόνια.

H καριέρα του Αρκιν δεν άρχισε με την υποκριτική, αλλά τη μουσική, όταν έγινε συνιδρυτής ενός συγκροτήματος φολκλορικής μουσικής, των Tarriers, με το οποίο το 1956 σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με μια ερμηνεία του παραδοσιακού τζαμαϊκανού τραγουδιού «Banana Boat Song». Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και η διάσημη εκδοχή του Χάρι Μπελαφόντε, με τις δύο εκδοχές να κάνουν ταυτόχρονα μεγάλη επιτυχία και αυτή των «Tarriers» να διασκευάζεται από σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως η Σάρα Βον ή η Σίρλεϊ Μπάσεϊ. Οπως είχε δηλώσει αστειευόμενος, «και οι δυο μας κλέψαμε την Τζαμάικα».

«Αυτός ο ηθοποιός θα μπορούσε να διαβάζει τον τηλεφωνικό κατάλογο και να είναι συναρπαστικός».

Στις αρχές του ’60 έγινε το μεγάλο βήμα της καριέρας του, στο Σικάγο, όπου άρχισε να συμμετέχει στην πειραματική θεατρική ομάδα Second City. Ο τρόπος που λειτουργούσαν ήταν ασυνήθιστος: συζητούσαν με το κοινό, από το οποίο έπαιρναν προτάσεις και ιδέες (θέματα που είχαν να κάνουν με την επικαιρότητα ή ακόμη και στοιχεία από ταινίες, τη λογοτεχνία ή και ένα ρητό) και με βάση αυτά έστηναν επί τόπου μια αυτοσχέδια παράσταση. Ο ίδιος είχε, μάλιστα, έναν διάσημο θαυμαστή, τον Γκράουτσο Μαρξ, που ένα βράδυ συμμετείχε με περιπετειώδη τρόπο στην (αυτοσχέδια) εξέλιξη μιας από εκείνες τις παραστάσεις. Κατέληξε να γίνει φίλος με τον εμβληματικό ηθοποιό, τον οποίο θυμόταν με μεγάλη αγάπη: «Η παρουσία του ήταν μια ατέλειωτη πηγή χαράς για όσους τον συναναστρέφονταν», είχε γράψει.

O πρώτος σημαντικός κινηματογραφικός του ρόλος ήρθε το 1966 με το «Ερχονται οι Ρώσοι», μια σάτιρα πάνω στην αμερικανική κομμουνιστοφοβία της εποχής. Για την ερμηνεία του αυτή (την οποία είχε αρνηθεί ο Πίτερ Ουστίνοφ) προτάθηκε για Οσκαρ και κέρδισε Χρυσή Σφαίρα. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι ρόλοι, όπως αυτός στην ταινία «Wait Until Dark» του 1967, όπου πρωταγωνίστησε δίπλα στην Οντρεϊ Χέπμπορν, παίζοντας έναν πνευματώδη, μυστηριώδη «κακό», έναν ρόλο που χρόνια μετά ο Στίβεν Κινγκ είχε χαρακτηρίσει «ίσως τη σπουδαιότερη απόδοση κινηματογραφικού “καθάρματος” που έχει γίνει ποτέ».

Το 1968 κέρδισε άλλη μια υποψηφιότητα για Οσκαρ, παίζοντας τον κωφάλαλο χαράκτη σε κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος της Κάρσον Μακ Αλερς, «Η καρδιά κυνηγάει μοναχή».

Τις επόμενες δεκαετίες, έχοντας καθιερώσει τη φήμη του ως κορυφαίου ηθοποιού πρώτης γραμμής, έδωσε εξαιρετικές ερμηνείες σε μια σειρά ταινιών, όπως το «The In-Laws» του 1979 (όπου σχεδόν έκλεψε την παράσταση από τον μεγάλο Πίτερ Φολκ), τον «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον το 1990 ή το «Γκλένγκαρι Γκλεν Ρος» του 1993, δημιούργημα του Ντέιβιντ Μάμετ, μια ταινία απόλυτα «θεατρική» με πυκνούς, απαιτητικούς διαλόγους. «Ο Μάμετ είναι πιο δύσκολος και από τον Σαίξπηρ!» είχε πει ο Αρκιν χαρακτηριστικά. Απολαμβάνοντάς τον στην ταινία αυτή, καταλαβαίνει κανείς το διαμέτρημά του, εφόσον στέκεται ισάξια δίπλα σε γίγαντες όπως ο Αλ Πατσίνο, ο Εντ Χάρις ή ο Τζακ Λέμον.

Ενας ρόλος που τον έκανε ακόμη πιο γνωστό στο ευρύ κοινό ήταν αυτός του παππού στο «Little Miss Sunshine» του 2006, για τον οποίο κέρδισε μάλιστα Οσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου. Αξίζει να σημειωθεί και o ρόλος του στην τηλεοπτική σειρά «Η μέθοδος Κομίνσκι» (2018-2021) στο πλευρό του Μάικλ Ντάγκλας. Ενας ρόλος που απέδωσε αξιομνημόνευτα σε ηλικία άνω των 80, ο τελευταίος σημαντικός σταθμός σε μια καριέρα που κράτησε πάνω από επτά δεκαετίες και στην οποία όχι μόνο έπαιξε σε εκατό ταινίες, αλλά και σκηνοθέτησε, καθώς και έγραψε αρκετά βιβλία. Σε δύο από αυτά, μάλιστα, διηγείται πολύ αναπαραστατικά τη μεγάλη του αναζήτηση στις φιλοσοφίες της Ανατολής και συγκεκριμένα τη γιόγκα. Πρόκειται για το αριστουργηματικό «Halfway Through the Door» του 1984 και το απομνημονευτικό «Out of my Mind» του 2020. Η πρόζα του, όταν γράφει για τον διαλογισμό και τη μεγάλη του προσπάθεια για το χάσιμο του «Εγώ», είναι όχι μόνο συγκινητική, αλλά και εξίσου κοφτερή με το παίξιμό του στη μεγάλη οθόνη. Η Τζέιν Σέιμουρ, που πρωταγωνίστησε δίπλα του στη «Μέθοδο Κομίνσκι», είχε πει: «Ο Αλαν Αρκιν θα μπορούσε να διαβάζει τον τηλεφωνικό κατάλογο και να είναι συναρπαστικός».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT