Δήλωση Νικήτα Κωνσταντέλλου, Προέδρου & Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου ICAP CRIF
“Θετικές ήταν οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, καθώς το 2025 επιτεύχθηκε αύξηση της απασχόλησης και παράλληλα μείωση της ανεργίας, συνεχίζοντας την τάση των τελευταίων ετών. Συγκεκριμένα, οι απασχολούμενοι το 2025 αγγίζουν το 92% του εργατικού δυναμικού, με τη μέση ετήσια απασχόληση να παρουσιάζεται αυξημένη κατά 1,5% συγκριτικά με το 2024.
Αναφορικά με την κατηγορία απασχόλησης, οι μισθωτοί καλύπτουν το σημαντικά υψηλότερο ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων, το οποίο διαμορφώθηκε το 2025 σε 72,5%.
Σε ανοδική τροχιά κινήθηκε η ελληνική οικονομία και σε επίπεδο ΑΕΠ (σε όρους όγκου), καθώς το 2025 πέτυχε αύξηση 2,1%, ποσοστό αντίστοιχο του 2024. Για ακόμα μία χρονιά ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο αύξησης των χωρών της Ε.Ε., συγκλίνοντας σταδιακά προς τις ευρωπαϊκές επιδόσεις.
Υπό το πρίσμα μιας αναπτυξιακής οικονομίας, η αγορά εργασίας ενισχύει αντίστοιχα τη δυναμική της, βελτιώνοντας την εικόνα της, τόσο σε ποιοτικούς όσο και σε ποσοτικούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως το 2025 απασχολήθηκαν κατά μέσο όρο 63,7 χιλ. περισσότεροι εργαζόμενοι σε σχέση με το 2024. Ταυτόχρονα, μέσα στο 2025, η διείσδυση των γυναικών στην αγορά εργασίας αυξήθηκε, όπως και η πλήρης απασχόληση, καθώς στο τέλος του έτους η μερική απασχόληση περιορίστηκε σε μόλις 5,3% του συνόλου.
Δε χωρά αμφιβολία πως κομβικός πυλώνας ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, και κατ’ επέκταση για την εξέλιξη της απασχόλησης της χώρας μας, αποτελεί η πορεία του εισερχόμενου τουρισμού, κλάδος ο οποίος απορροφά μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Παρά το γεωπολιτικό περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας που επικρατεί, η Ελλάδα ως τουριστικός προορισμός εξακολουθεί να παρουσιάζει ευοίωνες προοπτικές. Ως εκ τούτου, εκτιμάται ότι το ΑΕΠ της χώρας θα αναπτυχθεί και το 2026 με παρόμοιο ρυθμό με αυτόν των δύο τελευταίων ετών.
“Εν κατακλείδι, η ελληνική οικονομία έχει πλέον δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια σταθερή και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία. Παράλληλα, η ενίσχυση της αγοράς εργασίας συνδέεται άμεσα με τους κλάδους-κλειδιά της οικονομίας, με τον τουρισμό να πρωτοστατεί και να αναμένεται να κινηθεί για άλλη μια χρονιά σε υψηλά επίπεδα”.

Απασχόληση – Ανεργία
Το 2025 αποτέλεσε ένα ακόμη έτος σταθερής ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω γεωπολιτικών εντάσεων. Έτσι, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε (σε όρους όγκου) κατά 2,1%[1] έναντι του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Αντίστοιχος ήταν ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ και το 2024, καθώς διαμορφώθηκε επίσης στο 2,1%[2], βάσει της πιο πρόσφατης εκτίμησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η ανάπτυξη του 2025 πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 8,9%. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,0%, απόρροια της βελτίωσης της απασχόλησης και των ονομαστικών εισοδημάτων.
Αδιαμφισβήτητα, για ακόμα μία χρονιά οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης συνετέλεσαν αποφασιστικά για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, ευνοώντας την ολοκλήρωση πολλαπλών έργων.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ το 2025 ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο αύξησης των χωρών της Ε.Ε, όπως συνέβη τα τελευταία χρόνια.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η Ελλάδα έχει υπεισέλθει σε μία φάση σταθερής και ήπιας ανάπτυξης, με δημοσιονομική πειθαρχία, επιτυγχάνοντας από έτος σε έτος μείωση και στο δημόσιο χρέος ως ποσοστό στο ΑΕΠ. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών «Δημόσιο Χρέος & Δανεισμός» το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 154%το 2024.
Τα επιτόκια των νέων δανείων κατέγραψαν μείωση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, διαμορφούμενα στο 4,24%[3] το Δεκέμβριο του 2025, έναντι 5,21% το Δεκέμβριο του 2024 και 6,06% τον αντίστοιχο μήνα του 2023. Σημειώνεται πως τα επιτόκια δανεισμού τον Δεκέμβριο του 2021 βρίσκονταν μόλις στο 3,76%.
Εξετάζοντας διαχρονικά την αγορά εργασίας στην Ελλάδα, διαπιστώνεται ότι η παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα την προηγούμενη δεκαετία, επιφέροντας αναπόφευκτα κλυδωνισμούς και στην αγορά εργασίας, ανήκει στο παρελθόν.
Το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει αδιάκοπη πτώση την περίοδο 2014-2025. Χαρακτηριστικό είναι ότι η διαρκής καθοδική πορεία διατηρήθηκε και την περίοδο 2021-2022, παρότι η οικονομική δραστηριότητα της χώρας ήρθε αντιμέτωπη με σημαντικούς κλυδωνισμούς (ενεργειακή κρίση, αύξηση πληθωρισμού). Αξίζει να σημειωθεί ότι, το 2025 παρατηρήθηκε μικρή άνοδος στο εργατικό δυναμικό (+5,9 χιλ.), ενώ ήπια μεταβολή σημειώθηκε και στον μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό (-21,6 χιλ.) σε σχέση με το 2024. Επομένως, συμπεραίνεται ότι μέρος του πληθυσμού που βρισκόταν εκτός της αγοράς εργασίας, εισήλθε σε αυτή το 2025. Αντίστοιχα, οι απασχολούμενοι σε απόλυτο μέγεθος αυξήθηκαν κατά 63,7 χιλ. Επομένως, η μείωση της ανεργίας προήλθε, σε μεγάλο βαθμό, από την αύξηση της απασχόλησης, δεδομένου ότι ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας στην Ελληνική Επικράτεια παρέμεινε σχετικά σταθερός.
Απασχόληση / Εργατικό Δυναμικό.
- Εξελίξεις το 2025
Η ανοδική πορεία της απασχόλησης διατηρήθηκε και το 2025, για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά. Πιο συγκεκριμένα, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,5%, ποσοστό που κυμάνθηκε σε αντίστοιχα επίπεδα με αυτά της προηγούμενης διετίας (2023:1,3%, 2024:2,0%). Σαφέστατα, σημαντικότερη αύξηση είχε σημειωθεί το 2022 (+5,4%), με την απασχόληση να ανακάμπτει άμεσα, αφήνοντας οριστικά πίσω τις επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων της προηγούμενης διετίας (2020-2021), λόγω της πανδημίας.
Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία των τριμηνιαίων Ερευνών Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (Ελληνική Στατιστική Αρχή), κατά το Δ’ τρίμηνο του 2025 η απασχόληση κατέγραψε άνοδο 1,7% σε ετήσια βάση (έναντι του Δ΄ τριμήνου του 2024), ενώ σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 1,1% (λόγω και της εποχικότητας στην απασχόληση – π.χ. στον τουρισμό), φαινόμενο που παρατηρείται διαχρονικά. Ο αριθμός των απασχολουμένων στα τέλη του 2025 ανήλθε σε 4.352,4 χιλ. άτομα. Όπως προαναφέρθηκε, ο μέσος αριθμός των απασχολουμένων παρουσίασε αύξηση κατά 1,5% το 2025 και διαμορφώθηκε σε 4.339,7 χιλ. άτομα.
Σχετικά με τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού, οι απασχολούμενοι το Δ΄ τρίμηνο του 2025 αντιπροσωπεύουν το 48,4% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
Στα τέλη του 2025, από το σύνολο των απασχολούμενων οι άνδρες κάλυψαν το 56,4%, ενώ οι γυναίκες το 43,6%.
Αναφορικά με την κατηγορία απασχόλησης, οι μισθωτοί καλύπτουν το σημαντικά υψηλότερο ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων, το οποίο διαμορφώθηκε το 2025 σε 72,5%. Το συγκεκριμένο ποσοστό είναι το υψηλότερο των τελευταίων πέντε ετών, όταν και κυμαινόταν μεταξύ 68%-70% Ακολουθούν οι αυτοαπασχολούμενοι γενικά με 25,0% ενώ το υπόλοιπο ποσοστό αφορά μέλη οικογενειακών επιχειρήσεων (ως βοηθητικό προσωπικό).
Επιπλέον, σχετικά με τις μεταβολές βάσει του φύλου των απασχολουμένων, παρατηρείται ότι στις γυναίκες καταγράφηκε το 2025 υψηλότερος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης, σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του 2024 (μέσος ρυθμός 2,6%). Ο αντίστοιχος ρυθμός αύξησης των απασχολουμένων στους άνδρες κινείται σε μονοψήφιο ποσοστό (0,6%). Το παραπάνω μπορεί να αποδοθεί (σε μεγάλο βαθμό) στα χαμηλότερα επίπεδα διείσδυσης των γυναικών στην αγορά εργασίας. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες σημείωσαν θετικούς ρυθμούς αύξησης της απασχόλησης και τα τέσσερα τρίμηνα του έτους (με εξαίρεση το πρώτο τρίμηνο στην περίπτωση των ανδρών).
Επίσης, από την έρευνα της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προκύπτει ότι η μερική απασχόληση βαίνει μειούμενη, καθώς κάλυψε μόλις το 5,3% της συνολικής το Δ’ τρίμηνο του 2025, έναντι 5,6% το Δ’ τρίμηνο του 2024, 7,5% το Δ’ τρίμηνο του 2023 και 8,1% το 2022. Επομένως, καθίσταται σαφές πως οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης μειώνονται.
Παράλληλα, εάν εστιάσουμε μόνο στις νέες προσλήψεις (βάσει στοιχείων του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ), προκύπτει ότι κατά το 2025 το 46,5% των νέων προσλήψεων αφορά συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, ενώ οι προσλήψεις μισθωτών με σχέση πλήρους απασχόλησης καλύπτουν το 53,5% του συνόλου. Τα αντίστοιχα μεγέθη το 2024 ήταν 48,0% και 52,0%.
Η ίδια πηγή αναφέρει επίσης ότι, το ετήσιο ισοζύγιο των ροών μισθωτής απασχόλησης (προσλήψεις-αποχωρήσεις) ήταν θετικό για το 2025, με 77,1 χιλ. νέες θέσεις εργασίας, κυμαινόμενο σε ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα έναντι του αντίστοιχου ισοζυγίου του έτους 2024, καθώς διαμορφώθηκε στις 70,3 χιλ. θέσεις εργασίας (2023:116,6 χιλ.)
Το ποσοστό των προσωρινά απασχολουμένων (ως προς το σύνολο των μισθωτών) το Δ’ τρίμηνο του 2025 ήταν 8,9% (ποσοστό υψηλότερο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, 2024:8,1,%). Τα ποσοστά των αμέσως προηγούμενων ετών κινήθηκαν ως εξής: το Δ’ τρίμηνο του 2021 υπολογίστηκε σε 9,1%, το Δ’ τρίμηνο του 2022 παρέμεινε στο 9,1%, ενώ το Δ’ τρίμηνο του 2023 έφτασε στη μέγιστη τιμή του στο 10,7%.
Η προσωρινή εργασία έχει έντονο εποχικό χαρακτήρα, με σημαντική αύξησή της το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κάθε έτους, η οποία αιτιολογείται λόγω αυξημένης ζήτησης από τον ευρύτερο κλάδο του τουρισμού. Τη διετία 2024-2025 το μέσο ποσοστό της προσωρινής απασχόλησης υπολογίζεται σε 9,5%, μειωμένο έναντι του 2023 (10,8%).
Διερευνώντας τις μεταβολές της απασχόλησης ανά μορφωτικό επίπεδο, επιβεβαιώνεται ότι σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, πλήττονται εν γένει οι εργαζόμενοι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, η μόνη κατηγορία που κατέγραψε συνεχή πτώση την περίοδο 2011-2020 (μόνο το Δ’ τρίμηνο του 2018 παρουσίασε ελαφρά αύξηση) ήταν οι εργαζόμενοι με απολυτήριο Δημοτικού. Ωστόσο, τα τελευταία έτη (2021-2025) η εν λόγω κατηγορία παρουσιάζει αυξομειώσεις στα επίπεδα απασχόλησης μεταξύ των τριμήνων, αν και τα τελευταία 11 τρίμηνα η απασχόληση βαίνει μειούμενη.
Ειδικότερα, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά το Δ’ τρίμηνο του 2025 η απασχόληση εμφανίζει εντυπωσιακή αύξηση στην κατηγορία των Αποφοίτων Λυκείου. Αντίθετα, το Δ’ τρίμηνο του 2024 η σημαντικότερη ποσοστιαία αύξηση της απασχόλησης καταγράφηκε στις πιο υψηλές κατηγορίες εκπαίδευσης (άτομα με πτυχίο Ανώτατης Εκπαίδευσης ή άτομα με Διδακτορικό ή Μεταπτυχιακό τίτλο). Γενικότερα, εξετάζοντας τις μεταβολές της απασχόλησης τα τελευταία έτη μεταξύ των διαφόρων επιπέδων εκπαίδευσης, παρατηρούνται ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ των βαθμίδων μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης.
Τέλος, αναφορικά με τις μεταβολές της απασχόλησης σε κλαδικό επίπεδο, τις σημαντικότερες αυξήσεις κατά τη διάρκεια του έτους (2025) παρουσίασαν ορισμένοι κλάδοι του Τριτογενούς τομέα.
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα ολόκληρου του 2025 (μέσος όρος 4 τριμήνων) εντονότερη μείωση καταγράφεται στον κλάδο “Γεωργία, Δασοκομία και Αλιεία” (κατά 69,7 χιλ. άτομα). Παράλληλα, αξιόλογη μείωση καταγράφεται στον κλάδο “Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας ” (κατά 6,2 χιλ. άτομα).
Από την άλλη πλευρά, η σημαντικότερη άνοδος στην απασχόληση καταγράφεται στον τομέα “Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών ” (+45,0 χιλ. άτομα κατά μέσο όρο το έτος 2025). Ακολουθούν οι κατηγορίες “Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες” (+31,2 χιλ. άτομα), καθώς επίσης ο κλάδος “Τέχνες, διασκέδαση και ψυχαγωγία” (+17,2 χιλ. άτομα). Οι πρώτοι δύο κλάδοι που αναφέρθηκαν ήταν μεταξύ αυτών με τη μεγαλύτερη άνοδο της απασχόλησης και το 2024.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το 2025, στο σύνολο της αγοράς εργασίας 13 από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της οικονομίας παρουσίασαν αύξηση της απασχόλησης το Δ’ τρίμηνο του 2025. Ο αντίστοιχος αριθμός το Δ’ τρίμηνο του 2024 ήταν 14.
[1] Δελτίο Τύπου ΕΛ.ΣΤΑΤ 06/03/2026 (1η εκτίμηση)
[2] Δελτίο Τύπου ΕΛ.ΣΤΑΤ 16/10/2025 (2η εκτίμηση)
Δελτίο Τύπου ΕΛ.ΣΤΑΤ 17/03/2023 ( ΑΕΠ +2,0% 1η εκτίμηση)
[3] Δελτίο Τύπου ΤτΕ 04/02/2026

