Εγκληματικότητα και «τηλε-σχέσεις»

Κύριε διευθυντά

Ενα ζήτημα που θα πρέπει ν’ απασχολήσει πιο συστηματικά τους κοινωνικούς επιστήμονες γενικότερα και ειδικότερα τους εγκληματολόγους, είναι το εάν και κατά πόσον οι «τηλε-σχέσεις», οι ανθρώπινες σχέσεις δηλαδή που δημιουργούνται μέσω των social media, επιδρούν στην κοινωνική ζωή και δη στην τυχόν εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς. Αυτό απαιτεί πολλές έρευνες σχετικά και σίγουρα αρκετά χρόνια για να συναχθούν κάποια ασφαλή συμπεράσματα. Μπορούμε όμως να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις. Πολλά νεαρά άτομα, κυρίως, κάνουν σχέσεις διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σχέσεις φιλικές και ερωτικές.

Επικοινωνούν λοιπόν τις σχέσεις αυτές όχι άμεσα, διαπροσωπικά, αλλά μέσω των συσκευών κινητής τηλεφωνίας και των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Γνωρίζονται μέσω αυτών, φλερτάρουν, ερωτοτροπούν μέσω αυτών, κάνουν εικονικές (virtual) – αποπροσωποποιημένες σχέσεις. Πολλές φορές, λοιπόν, τσακώνονται και μέσω αυτών, εξευτελίζουν, εξυβρίζουν και ενίοτε απειλούν τον άλλο, πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι στο παρελθόν, πολύ πιο εύκολα από τη χρήση αλληλογραφίας και από το να έχουν τον άλλο απέναντί τους, πιο διαδραστικά από ένα τηλεφώνημα.

Με αυτό τον τρόπο όμως το άτομο που επιτίθεται, δεν εισπράττει (feed back) άμεσα τον αντίκτυπο της πράξης του από το άτομο στο οποίο απευθύνεται –θύμα, ώστε πιθανόν η πράξη του να τον κάνει να αισθανθεί ντροπή– αιδώς, γιατί, αν το νιώσει, η κοινωνία θα έχει κερδίσει έναν άνθρωπο, που μπορεί μεν να έσφαλε όπως όλοι, αλλά ένιωσε άβολα με την πράξη του και σε ένα δεύτερο επίπεδο ίσως αναγνωρίσει το λάθος του και ζητήσει συγγνώμη, ή το σκεφθεί δεύτερη φορά για να το ξανακάνει. Ακροθιγώς αξίζει να αναφερθεί το εξής: Η αποδοκιμασία είναι ένα είδος ανεπίσημου κοινωνικού ελέγχου. Σε έρευνες που έχουν γίνει, το «ρεζιλίκι» έχει αξιολογηθεί ως σημαντικός λόγος αναχαιτίσεως του εγκλήματος, η επανενταξιακή ντροπή (reintegrative shaming) παίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση, αλλά και στην πρόληψη του εγκλήματος, αποτελώντας έναν ισχυρό μηχανισμό αποτελεσματικού κοινωνικού ελέγχου, επανεντάσσοντας τον δράστη στην κοινότητα χωρίς να τον στιγματίζει και να τον περιθωριοποιεί.  Δεν εισπράττει, λοιπόν, το άτομο αυτό τον πόνο του άλλου, τη θλίψη στα μάτια του, το δάκρυ του, ακόμα και τον θυμό του, ή την αντίδραση από το περιβάλλον, από τους συμμαθητές, τους δασκάλους, τους φίλους, τους συναδέλφους, τους περαστικούς. Μπορεί ευκολότερα να πληγώνει τον άλλο, να τον κοροϊδεύει. Μειώνεται έτσι η ενσυναίσθησή του. Κάνοντας λοιπόν σχέσεις έως έναν βαθμό εικονικές και «εκ του ασφαλούς» λόγω αποστάσεως, σχέσεις επιφανειακές και όχι σε βάθος (ανεπηρέαστες από τα likes), ίσως αύριο είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν τον άνθρωπο να εκδηλώσει μια βίαιη ή παραβατική συμπεριφορά. Βέβαια αυτό εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες ατομικούς κυρίως, αλλά και κοινωνικούς.

Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω θα έπρεπε να προβληματίσουν, ιδίως όσοι από εμάς είμαστε γονείς ή ασχολούμαστε με τα νέα παιδιά, ώστε να ευαισθητοποιηθούμε. Τα παιδιά θέλουν αγάπη και όρια, για να γίνουν ώριμοι και υπεύθυνοι πολίτες. 

Γιωργος Χλουπης, Δικηγόρος, εγκληματολόγος, διδάκτωρ Νομικής, επιστημονικός συνεργάτης Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου

Οι σχέσεις εργασίας και το Σύνταγμα

Κύριε διευθυντά

Με την ευκαιρία των συζητήσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος θέτω υπό την κρίση λειτουργών της νομικής επιστήμης και ασχολουμένων με την αναθεώρηση την εξής άποψη: Στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος ορίζεται: «Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο (με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για κάλυψη οργανικών θέσεων ή για κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών) ή η μετατροπή των συμβάσεών των σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής  ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου». Με την τελευταία αυτή πρόταση το Σύνταγμα αναγνωρίζει και «ευλογεί» ένα απαράδεκτο και καταδικασμένο από παλιά με σωρεία δικαστικών αποφάσεων φαινόμενο, της πρόσληψης προσωπικού που απασχολείται  σε παροχή εργασίας με πραγματικούς όρους σύμβασης εργασίας, αλλά υπογράφει σύμβαση έργου. Οι προσλαμβανόμενοι μπροστά στο φάσμα της ανεργίας υποκύπτουν. Δεν είναι εργολάβοι, δεν αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ένα έργο, να το παραδώσουν και να φύγουν. Το κράτος τους στερεί τα δικαιώματά τους από τη σύμβαση εργασίας, στην οποία ασχολούνται πράγματι, και υποτιμά τη νοημοσύνη όλων των πολιτών, που αντιλαμβάνονται το φαινόμενο. Η ύπαρξη της εν λόγω διάταξης  πλήττει σοβαρά το κύρος του Συντάγματος, το οποίο ο λαός σέβεται ως Ευαγγέλιο.

Γεωργιος Π. Παπασταματιου 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT