Κύριε διευθυντά
Ο υπουργός κ. Τσακαλώτος ομολόγησε πρόσφατα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της οικονομίας είναι τα κόκκινα δάνεια. Ο κ. Καλλίτσης («Κ» 23/09/2018), στη διεισδυτική και ρεαλιστική ανάλυση των οικονομικών και κυρίως των τραπεζικών προβλημάτων, εστιάζει και στηλιτεύει με παρρησία «την απροθυμία των τραπεζιτών να κακοκαρδίσουν τους υπερδανεισμένους φίλους της τράπεζας» και συνιστά ειλικρίνεια. Πιστεύω ότι στο βάθος, τούτο προϋποθέτει εντιμότητα και πατριωτισμό, όχι βέβαια του τύπου «φουστανέλας» και φανφάρας ή νοητικής υστέρησης. Ολοι οι αρμόδιοι και ιδιαίτερα οι υπεύθυνοι υπουργοί και οι διοικητές της Τραπέζης της Ελλάδος και των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών γνώριζαν ότι ήταν απολύτως επιτακτικό και επείγον να προχωρήσουν στην αλλαγή του νόμου Κατσέλη, ώστε να εντοπίσουν και να εγκλωβίσουν, επιτέλους, τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Ολοι γνώριζαν, όλοι σιωπούσαν και όλοι αδρανούσαν, μηδέ και του κ. Παπαδήμου εξαιρουμένου (τουλάχιστον για κάποια δημοσιοποιημένη παρέμβαση). Και βέβαια οι αφελείς, στην άγνοιά τους, πελάτες των τεσσάρων τραπεζών, εμπιστεύονταν, χρόνια τώρα, τις καταθέσεις τους και τις μετοχές των τραπεζών, μέχρι και τα εξευτελιστικά warrants, που αδίστακτα χρησιμοποιήθηκαν στον μηχανισμό της συγκάλυψης. Και διερωτάται κανείς γιατί απαιτήθηκε τόσος χρόνος για την αλλαγή του νόμου Κατσέλη, ενώ, αντιθέτως, έσπευσαν οι αρμόδιοι προ πολλού να προχωρήσουν στη νομοθετική απαλλαγή των όποιων τραπεζικών και άλλων στελεχών, υπόπτων ενδεχομένως για ποινικά κολάσιμες διεργασίες στη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών. Είναι, πράγματι, πολύ απλό: απαιτείται μόνο πατριωτισμός, στο σωστό και γνήσιο περιεχόμενό του, για να αποφύγουμε τον οριστικό ενταφιασμό των τραπεζών. Και αυστηρότητα, μέχρι σκληρότητας, στον καταλογισμό ευθυνών, όπου επιβάλλεται.
Β. Ανδρονοπουλος, Ψυχικό
