Κύριε διευθυντά
Στις 16 Σεπτεμβρίου η «Καθημερινή» δημοσίευσε επιστολή, πραγματεία ουσιαστικά, περί της αναγκαιότητας ή μη ιδρύσεως και λειτουργίας στη χώρα μας Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ευάγγελου Ανδριανού, επίτιμου αρεοπαγίτη. Ο διακεκριμένος ανώτατος δικαστικός, εκτός της άρτιας νομικής παιδείας του, διαθέτει και μακρά δικαστηριακή εμπειρία, ώστε οι εκτιθέμενες απόψεις του στην επιστολή να αποτελέσουν πλούσιο ερέθισμα για ένα γόνιμο και δημιουργικό επιστημονικό διάλογο μεταξύ του νομικού και δικαστικού κόσμου πάνω στο θέμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας. Αφού συμφωνήσω με τις εκτιθέμενες απόψεις, θα ήθελα να επισημάνω: 1. Σήμερα ο έλεγχος αντισυνταγματικότητας του νόμου, μη υπάρχοντος συνταγματικού δικαστηρίου, είναι «διάχυτος». Τούτο σημαίνει ότι ο Ελληνας δικαστής, από τον επαρχιακό ειρηνοδίκη, πταισματοδίκη, μέχρι τον πρόεδρο του Αρ. Πάγου και όλα τα ουσιαστικά δικαστήρια, έχουν το δικαίωμα και την αρμοδιότητα να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του νόμου και αν τον κρίνουν αντισυνταγματικό να μην τον ακυρώσουν, αλλά να μην τον εφαρμόσουν. 2. Η ίδρυση και η λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας θα οδηγήσουν σε αρνησιδικία την πολιτική και ποινική Δικαιοσύνη, γιατί οι ενστάσεις και αντιρρήσεις κατά της συνταγματικότητας του νόμου θα προβάλλονται έως αποφανθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η χωλαίνουσα και ήδη βραδυπορούσα δικαιοσύνη μας να καταλήγει σε αρνησιδικία. 3. Είναι γεγονός ότι άλλο είναι το κύρος και το ειδικό βάρος μιας δικαστικής αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου, περί κηρύξεως ενός νόμου ως αντισυνταγματικού και άλλο μιας αποφάσεως ειρηνοδίκη, π.χ., ο οποίος παρεμπιπτόντως θα ασχοληθεί με την αντισυνταγματικότητα. 4. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση ριζική των νομικών σχολών και ιδίως στην Εθνική Σχολή Δικαστών, όσον αφορά το συνταγματικό και το διοικητικό δίκαιο. Το συνταγματικό δίκαιο είναι το δίκαιο της δημοκρατίας, της εξουσίας και της πολιτικής ελευθερίας. Γοητευτικό και θεμελιωτικό δημοκρατικών και ελεύθερων πολιτευμάτων πρέπει να αγαπηθεί, να εμπεδωθεί ως στέρεα επιστημονική γνώση στον νομικό και στον δικαστή, ώστε με πλήρη επιστημονική επάρκεια να ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του. Οταν φοιτούσα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το εργατικό δίκαιο ήταν προαιρετικό και υποχρεωτικό το εκκλησιαστικό δίκαιο! Το συνταγματικό και το διοικητικό σε… ανυποληψία και οι σελίδες τους… άκοπες από τους περισσότερους φοιτητές. Ο αείμνηστος Γεώργιος Μπάλης, ένας από τους μεγαλύτερους αστικολόγους καθηγητές γράφει στις Γενικές Αρχές του Δικαίου: «Εάν το περιεχόμενον του νόμου αντιβαίνη εις συνταγματικάς ή άλλας συντακτικού χαρακτήρος διατάξεις, τα δικαστήρια υποχρεούνται διά την συγκεκριμένην εκάστοτε περίπτωσιν να μην εφαρμόσουν αυτόν. Ζήτημα γεννάται αν πρέπη να δεχθώμεν το αυτό και εις την περίπτωσιν, καθ’ ην ο δικαστής κρίνει ότι το περιεχόμενον του νόμου δεν αποτελεί ορθόν δίκαιον, αλλά προσκρούει εις το κοινόν περί δικαίου αίσθημα, ότι ο νόμος είναι άδικος ή άνισος ή προσκρούει εις τα χρηστά ήθη, ή εν γένει είναι “νόμος μη ορθός” και περιέχει jus iniquum. Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η νομοθετική ατασθαλία εις τους καθ’ ημάς χρόνους δεν είναι ασύνηθες φαινόμενον, το ζήτημα πρέπει να τύχη προσοχής».
Γιωργος Κ. Σταραντζης, Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο και στο Συμβούλιο Επικρατείας
