Ελληνικά, ρωσικά και η ρήση Πούσκιν
Κύριε διευθυντά
Ο κ. Β. Αργυρόπουλος, σε επιστολή του στην «Κ» της 21-12-2016, έγραφε: «Διάβασα την επιστολή: Η δοτική πτώση και τα απαρέμφατα (“Κ”, 10/12/16). Ο συντάκτης της, καρδιοχειρουργός κ. Τόλης, γράφει μεταξύ άλλων: “Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί και μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος, που εκχριστιάνισαν τους Ρώσους (και τους λοιπούς Σλάβους), συγχρόνως οικοδόμησαν τη ρωσική γλώσσα σε ελληνικά γλωσσικά πρότυπα. Μέχρι σήμερα οι Ρώσοι, στον προφορικό και στον γραπτό λόγο, χρησιμοποιούν τη δοτική πτώση των ουσιαστικών – επιθέτων και το απαρέμφατο των ρημάτων”. Εχω μια απορία: Δεν είχε δοτική και απαρέμφατο η ρωσική γλώσσα πριν από τους Κύριλλο και Μεθόδιο;». Υπάρχουν αρμοδιότεροι εμού για να λύσουν την απορία του κ. Αργυρόπουλου. Ας μου επιτρέψει, όμως, η «Κ» να εκφράσω τη γνώμη μου. Το απαρέμφατον των ρημάτων και η δοτική πτώση των ουσιαστικών, επιθέτων και αντωνυμιών πρωτοαπαντώνται στην αρχαία ελληνική (ομηρικά έπη).
Από αυτήν μεταπήδησαν στη λατινική αρχικώς και σε άλλες γλώσσες στη συνέχεια. Η ρωσική, πριν αποκτήσει την ελληνική δομή, από τους Κύριλλο και Μεθόδιο, δεν θα είχε απαρέμφατα και δοτική πτώση γιατί δεν θα της ήταν αναγκαία. Αυτή είναι η άποψη κατ’ εκτίμηση, αλλά ούτε οι Ρώσοι συγγραφείς αναφέρονται στη μορφή της γλώσσας τους πριν απο τον εκχριστιανισμό τους. Ολοι τους περιορίζονται στο να τονίζουν την επίδραση της ελληνικής γλώσσας στη ρωσική μετά τον 10ον αιώνα. Ο Πούσκιν, ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας, για παράδειγμα, έγραψε: «Η ρωσική στάθηκε εξαιρετικά τυχερή. Τον 11ον αιώνα η αρχαία ελληνική γλώσσα άνοιξε στη ρωσική τις πύλες του λεξιλογίου της, το θησαυροφυλάκιο της αρμονίας της, της δώρισε τους νόμους της τέλειας γραμματικής της, τους υπέροχους τρόπους της, τον μεγαλοπρεπή λόγο της, με δυο λόγια η ελληνική υιοθέτησε τη ρωσική και τη γλίτωσε από τη διαδικασία της αργής εξέλιξης που επιφέρει ο χρόνος».Προφανώς, η «υιοθετημένη κόρη» έμαθε για τα απαρέμφατα και τη δοτική όταν η «μητέρα της» τής τα δίδαξε!
Γεωργιος Τολης, Καρδιοχειρουργός
Φωτισμός μνημείων και πράσινο
Κύριε διευθυντά
Με την ευκαιρία του πολύ ενδιαφέροντος δημοσιεύματος του Νίκου Βατόπουλου («Καθημερινή» 3.12.16) για τον φωτισμό των αρχαίων της Αθήνας, θέλω να θυμίσω ότι το αρχικό (2004) εγχείρημα φωτισμού ήταν όραμα και πρωτοβουλία του Μιχάλη Κακογιάννη, ο οποίος και κάλεσε στην Αθήνα τον Pierre Bideau που συνεργάστηκε για την υλοποίησή του με τον Κώστα Κάπο. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να σταθμίσουμε πόσο πράσινο θέλουμε γύρω από τα μνημεία, δηλαδή σε πιο βαθμό το πράσινο βοηθάει ή εμποδίζει τη θέαση και ανάδειξή τους. Το τμήμα της οδού Αδριανού ανάμεσα στο Μοναστηράκι και στο Θησείο είναι μάλλον ο πιο πολυσύχναστος και δημοφιλής πεζόδρομος όλης της Ελλάδας. Και δίκαια.
Με την Ακρόπολη, τη Στοά του Αττάλου, την Αρχαία Αγορά και τον Ναό του Ηφαίστου στη μια του πλευρά και τον παλμό της ζωντανής πόλης στην άλλη, συν τις κινούμενες «πινελιές» των συρμών του Ηλεκτρικού, δεν λείπει τίποτε από αυτή την ολιγόλεπτη διαδρομή, εκτός ίσως από ένα δείγμα σύγχρονης αρχιτεκτονικής σε αρμονία με τον όλο χώρο. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Η ιδιαίτερα πυκνή βλάστηση, στη βόρεια κυρίως πλευρά του Ναού του Ηφαίστου, χρόνο με τον χρόνο μεγαλώνει. Σκεπάζεται πια περισσότερο από το ήμισυ του ναού. Καλό είναι το πράσινο, αλλά ήρθε η ώρα να γίνει θαρραλέος περιορισμός του γύρω από τον ναό προκειμένου να αναδεικνύεται όπως του αρμόζει.
Βασιλης Σγουτας, Αρχιτέκτων
