Κύριε διευθυντά
Ηολοκλήρωση της προσφοράς του Aγγελου Δεληβορριά στη «μεταμόρφωση μιας πολυδιάστατης ιδιωτικής συλλογής… σε έναν καταλύτη για την πολιτιστική ζωή, για την ίδια την Αθήνα, αλλά και την εξωστρέφεια της χώρας στο εξωτερικό» κατά τον τόσο εύστοχο χαρακτηρισμό της εκλεκτής συνεργάτιδός σας κ. Μαργαρίτας Πουρνάρα (βλ. «Κ» της 01-11-2014, σελ. 2) οπωσδήποτε γεννά ορισμένες σκέψεις, όχι μόνον για τα πολιτιστικά δρώμενα στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα για το πώς η πατρίδα μας, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά ξεχωριστών ανθρώπων, τιμά «προσηκόντως», όπως θα λέγαμε εμείς οι νομικοί, τη δράση τους.
Η καθολική αναγνώριση του μεγάλου και πολυεπίπεδου έργου του Aγγελου Δεληβορριά, με τα αναμφισβήτητα αποτελέσματα, αναγνώριση που εκδηλώθηκε ομόφωνα, γεγονός μάλλον σπάνιο για τη χώρα μας και ιδιαίτερα για τους καιρούς που ζούμε, μου δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, η απάντηση του οποίου εναπόκειται στους πάσης φύσεως «αρμοδίους». Πότε η Πολιτεία εξέφρασε, σε θεσμικό επίπεδο, την πρόθεσή της, όλα αυτά τα χρόνια, να προστρέξει σ’ αυτόν, να αξιοποιήσει το μοναδικό ταλέντο του, τις γνώσεις του, το πάθος του για τον πολιτισμό;
Το έργο του ως διευθυντού του Μουσείου Μπενάκη έχει διεθνώς αναγνωρισθεί, επομένως τι το απλούστερον, «η αστείρευτη αυτή ενεργητικότητα» (έκφραση της συνεργάτιδός σας) να τεθεί στην υπηρεσία της χώρας και μάλιστα όταν αυτό συνδυάζεται όχι μόνον με βαθιά γνώση του αντικειμένου που υπηρετεί, αλλά συνοδεύεται και από ανεπανάληπτο ήθος; Τα ερωτήματα μπορεί να έρχονται και να παρέρχονται, η ουσία όμως εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, αναλλοίωτη. Oτι ο Aγγελος Δεληβοριάρς είναι μία από τις ξεχωριστές εκείνες περιπτώσεις που κάνουν τους Eλληνες υπερήφανους.
Iωαννης K. Θεοδωροπουλος – τ. Αντιπρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου – δικηγόρος
