Η πρόεδρος της Βουλής
Κύριε διευθυντά
Εκπληκτος παρακολούθησα τη νέα εντυπωσιακή παρέμβαση της προέδρου της Βουλής προς ένα ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του κατόπιν εντολών των ανωτέρων του. Πού πηγαίνει η κ. Πρόεδρος; Τι μονοπάτια ακολουθεί; Πόσο θα μειώσει το κύρος του αξιώματος δημιουργώντας νέα ήθη που μόνο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα συναντώνται. Φαίνεται ότι ο παραλογισμός, η κυκλοθυμία και η διακαής επιθυμία για επίδειξη έξαλλου και χωρίς μέτρο αριστερισμού την οδηγούν σε συμπεριφορές απαράδεκτες που μόνο βδελυγμία προξενούν ακόμη και σε ομοϊδεάτες της.
Αλήθεια, με ποια λογική επιτίθεται δημόσια με τον απαράδεκτο τρόπο που είδαμε σε έναν αξιοπρεπέστατο και ψυχραιμότατο αξιωματικό της αστυνομίας κατά την εκτέλεση εντολών; Δεν κρίνω αν η κ. Πρόεδρος είχε δίκιο ή όχι, αλλά η κάθοδος από τον προεδρικό θώκο και το «στήσιμο καβγά» στον δρόμο με τον εν λόγω αξιωματικό της αστυνομίας, έστω και αν η… βάναυση καταπάτηση των δικαιωμάτων των διαδηλωτών ήταν προκλητική, δεν τιμά την κ. Πρόεδρο ούτε το αξίωμα. Παράλληλα, γεννάται και το ερώτημα αν εκ του αξιώματός της πηγάζουν δικαιώματα για τέτοιες παρεμβάσεις.
O tempora o mores.
Μαριος Αθανασιου – Αθήνα
Το άρθρο Τσίπρα
Κύριε διευθυντά
Τι επεδίωκε ο πρωθυπουργός της Ελλάδος κ. Αλέξης Τσίπρας με το άρθρο του στην διεθνούς κυκλοφορίας και με επιρροήν εφημερίδα Le Monde; Αγχογόνο ερώτημα όσων, όπως ο υπογράφων, είχαν την κακή ιδέα να το διαβάσουν. Σήμερα η αγωνία και το άγχος τους εξηγείται. «Πυρ ομαδόν από τον διεθνή Τύπο και άλλα ΜΜΕ κατά Τσίπρα για το άρθρο στη Monde». Σχολιάζουν μεταξύ άλλων: Bild, Forbes, Bloomberg, The Financial Times, The Telegraph, Business Insider. Και πλείστοι άλλοι.
Γιατί το έγραψε; «Η αίσθηση του χάους γύρω από τις διαπραγματεύσεις αυξήθηκε». «Προειδοποίηση για ρήξη και διάσπαση». «Τα λόγια του Τσίπρα μπορούν να χαρακτηριστούν ως προκλητική στάση έναντι των πιστωτών». «Πάντα φταίνε οι άλλοι.[…] Φταίει η επιμονή ορισμένων θεσμικών παραγόντων». «Λιγότερες πιθανότητες για συμφωνία μετά το άρθρο του Τσίπρα».
Γιατί το έγραψε, λοιπόν; «Η αλαζονεία, η αμετροέπεια, το θράσος και ο ελληναράδικος τσαμπουκάς του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ» (διατύπωση του αν. καθηγητή ΕΚΠΑ κ. Αριστείδη Χατζή στα «Τα Νέα» της 23 Μαΐου 2012) δεν επαρκούν ως ερμηνεία. Υστερα από μακρά συζήτηση με έναν παλιό φίλο και σύμβουλο, τον Νίκανδρο Γ., οδηγούμαι στη διατύπωση δύο πιθανών εξηγήσεων. Η πρώτη: Ο πρωθυπουργός απευθύνεται έμμεσα προς το κόμμα που μας κυβερνάει· προς τα 75 μέλη της Κεντρικής του Επιτροπής, που διαφωνούν με τους χειρισμούς του. Eτσι επιχειρεί να τους πιέσει (να εκβιάσει;) να συμμορφωθούν με την «έντιμη», ύστερα από τρομερή διαπραγμάτευση, συμφωνία. Λέω, δεν είναι ριψοκίνδυνη κίνηση;
Η δεύτερη εξήγηση. Eίπε: «Διαπραγματευόμαστε με σχέδιο και στρατηγική, σε αντίξοες συνθήκες». Το σχέδιο: «Με το άρθρο επιδιώκεται να μην καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις σε συμφωνία. Να ενοχληθούν οι δανειστές, να πεισμώσουν και οι θεσμοί να γίνουν πιο άκαμπτοι, καμία υποχώρηση. Η αποτυχία των συνομιλιών θα έχει ως συνέπεια την άτακτη χρεοκοπία. Θα φέρει τη δραχμή, υποτιμημένη όπως λένε οι ειδικοί κατά 30-50%. Αντίστοιχη απαξία των αποταμιευμένων οικονομιών, των μισθών και γενικώς της αμοιβής εργασίας, των συντάξεων. Φυσικό επακόλουθο ευρύτατη και βαθιά κοινωνική αναταραχή. Μορφή επαναστάσεως (χωρίς αιματοχυσία). Η πραγματοποίηση του ονείρου μας (από το 1943). H Δικαίωση».
Κατ’ εμέ η 21η Απριλίου από την αντίθετη κατεύθυνση. «Αν κάποιοι νομίζουν ή θέλουν να πιστεύουν πως η απόφαση που περιμένουμε δεν αφορά παρά μόνο την Ελλάδα, αυταπατώνται. Τους παραπέμπω στο αριστούργημα του Hemingway «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Eτσι τελειώνει το άρθρο του ο πρωθυπουργός μας. Ελπίζω να παραπέμπει σε αυτό, γιατί δεν το έχει διαβάσει. Το θέμα του Hemingway είναι άγριος εμφύλιος πόλεμος. (Αν όμως το έχει διαβάσει, ο νοών νοείτω). Το τέλος δε του ήρωά του, του Robert Jordan, δεν είναι αξιοζήλευτο. Σας ακούω να λέτε: απίστευτο. Το ίδιο λέω και εγώ. Πέρασαν όμως από το μυαλό ενός ορθοφρονούντος ανθρώπου. Και δεν μου έρχεται να πετάξω τις σκέψεις του στα σκουπίδια. Αποτέλεσμα αυτή η επιστολή.
Νικ. Λ. Γ. Λιναρδατος
Ρυθμιστής πολιτεύματος
Κύριε διευθυντά
Μία από τις εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η αναφερόμενη στο άρθρο 5 παρ. 2 δ του Συντάγματος η οποία ορίζει: «την αναπομπή κατά το άρθρο 42 παρ. 1 νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου που έχει ψηφιστεί από τη Βουλή». Το δε άρθρο 42 παρ. 1 λέγει: …Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, εκθέτοντας τους λόγους αναπομπής».
Ακολούθως ο συνταγματικός νομοθέτης αναφέρει πως θα ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Παρατηρούμε ότι το Σύνταγμα θέλει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας «Ρυθμιστή του Πολιτεύματος» και όχι απλώς να υπογράφει τους νόμους και τα διατάγματα. Από της μεταπολιτεύσεως και ύστερα νομίζω ότι κανένας Πρόεδρος δεν άσκησε αυτήν τη συνταγματική του αρμοδιότητα, παρότι πολλοί νόμοι εκρίθησαν από το ΣτΕ και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αντισυνταγματικοί. Κραυγαλέα περίπτωση είναι ο νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ το 1982.
Διερωτάται κανείς εάν σε κάθε υπουργείο οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες που συνέταξαν τον νόμο μετά του υπουργού ήλεγξαν τη συνταγματικότητά του. Η επιτροπή της Βουλής πριν περάσει από την ολομέλεια αυτής τίποτα δεν ελέγχει; Η ολομέλεια της Βουλής ψηφίζει ένα νόμο χωρίς να εξετάσει εάν αυτός είναι συμβατός με το Σύνταγμα; Ετσι, οι πολίτες καταφεύγουν στο ΣτΕ και στο Ελεγκτικό Συνέδριο για να δικαιωθούν. Οι τελευταίες αποφάσεις των δύο αυτών ανωτάτων δικαστηρίων αποδεικνύουν με πόση ευκολία ψηφίζονται οι νόμοι της Βουλής, όπως το συνταξιοδοτικό, το εκπαιδευτικό κ.λπ. Φυσικά, όλο το βάρος του συνταγματικού ελέγχου της νομοθεσίας είναι πολύ δύσκολο να πέσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πώς θα γίνει η αποκλειστική αρμοδιότητα όχι από την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά από την Προεδρία της Δημοκρατίας να ασκεί συνταγματικό έλεγχο;
Διότι, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση.
Ιωαννης Θ. Χαϊνης – Ομ. καθ. Ε.Μ. Πολυτεχνείου
Κόμμα ευθύνης
Κύριε διευθυντά
Για τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αξίζει οιοσδήποτε σχολιασμός, ούτε καν αυστηρή κριτική. Οδηγεί σε οπισθοδρόμηση, διεθνή απομόνωση και καταστροφή, όχι μόνο στα δημόσια οικονομικά που πρωταγωνιστούν στην επικαιρότητα, αλλά και στη δημόσια διοίκηση, στην παιδεία, στην υγεία, στην εθνική άμυνα, ακόμη και στο ποδόσφαιρο. Δεν περιμένουμε τίποτα καλό από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ και επομένως η κριτική δεν έχει νόημα. Από τη Ν.Δ., όμως, περιμένουμε τουλάχιστον να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος. Ετσι, με ανησυχία ακούμε δηλώσεις ότι δεν θα υποστηρίξει τη συμφωνία που τυχόν θα προκύψει μέσα από τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα (ή «θεσμούς» αν προτιμάτε) με την αιτιολογία ότι αυτό θα συνεπαγόταν την αποδοχή μέτρων που η ίδια είχε απορρίψει. Οπως είναι γνωστό, η Ν.Δ. (με εξαίρεση την κ. Μπακογιάννη), ως αντιπολίτευση είχε αρχικώς απορρίψει κάθε μνημονιακό μέτρο και πρότεινε τα προγράμματα «Ζάππειο 1, 2» κ.λπ. Ως κυβέρνηση αναγκάστηκε να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να εφαρμόσει τα μνημονιακά προγράμματα με το επιχείρημα ότι ήταν όχι μόνον αναγκαία, αλλά αναπόφευκτα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική βελτίωση στα δημόσια οικονομικά (παρά το ότι ούτε η Ν.Δ. έλαβε ουσιώδη μέτρα περιορισμού του Δημοσίου). Αυτό το επιχείρημα δεν θα συνεχίσει να ισχύει; Το «αναγκαίο» και «αναπόφευκτο» δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ κομμάτων, είναι δε αδιάφορο αν η Ν.Δ. αναγκαστεί να αποδεχθεί τώρα κάτι που είχε απορρίψει στο παρελθόν, υπό την προϋπόθεση να είναι αναγκαίο στις παρούσες συνθήκες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παιδαριώδεις ερασιτεχνισμοί της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ καθιστούν αναγκαία περισσότερα δυσάρεστα μέτρα από ό,τι αυτά που θα ήταν απαραίτητα αν λαμβάνονταν εγκαίρως, αλλά προέχει η σωτηρία της χώρας και όχι ποιος θα είναι αυτός που θα τη σώσει. Φυσικά, δεν εννοώ ότι η Ν.Δ. θα πρέπει να υποστηρίξει οτιδήποτε φέρει προς ψήφιση η παρούσα κυβέρνηση (π.χ. μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις – παρά το ότι υψηλή φορολογία επέβαλε και η ίδια η Ν.Δ.), αλλά θα πρέπει να στηρίξει τυχόν ιδιωτικοποιήσεις και περιορισμό του Δημοσίου και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί υπεύθυνη στάση η εκ προοιμίου διακήρυξη της καταψήφισης οιασδήποτε συμφωνίας προκύψει (αν προκύψει) από τις διαπραγματεύσεις.
Ι. Μαρκιανος – Δανιολος – Δικηγόρος
Η λύση της παραίτησης
Κύριε διευθυντά
Ενώ αυτή την περίοδο τα διάφορα αδιέξοδά μας εντείνονται και πρέπει να ληφθούν και κάποιες ιστορικές αποφάσεις για να διασφαλιστεί η παραμονή μας στην Ευρωζώνη, ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας έχει στραμμένη όλη του την προσοχή σε αυτό το εσωκομματικό αλλαλούμ που τείνει να προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Επιπλέον, η αίσθηση που έχει όλο και περισσότερος κόσμος αυτές τις μέρες είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας, τόσο σε επίπεδο πρωθυπουργού όσο και σε επίπεδο κομματικού αρχηγού, παίζει κυρίως ένα διακοσμητικό ρόλο. Αυτό όμως το πολιτικό θέατρο είναι άκρως επικίνδυνο και δεν μπορεί να το συνεχίσει άλλο. Και αν δεν είναι σε θέση να αναδειχθεί σε ένα πραγματικό ηγέτη για να ελέγξει και την κυβέρνησή του και το κόμμα του, τότε οφείλει να παραιτηθεί. Προκειμένου στη συνέχεια να συγκροτηθεί μια οικουμενική κυβέρνηση και αν αυτή η λύση δεν είναι δυνατή, να πάμε και σε νέες εκλογές. Τα πάντα σήμερα σαπίζουν. Τα πάντα καταρρέουν. Η χώρα μας ζει ιδιαίτερα δύσκολες ώρες και όλοι μας πρέπει να κινητοποιηθούμε. Για να αποτρέψουμε και το διαφαινόμενο πιστωτικό ατύχημα, που τόσο προκλητικά υποτιμούν κάποιοι άλλοι.
Τακης Σουβαλιωτης – Χαλανδρίτσα Πατρών
