Η έλλειψη διδασκόντων στα ΑΕΙ
Κύριε διευθυντά
Σε πρόσφατο ρεπορτάζ του, ο συντάκτης σας κ. Λακασάς καλώς παρουσίασε στατιστικές διδασκόντων στα ελληνικά ΑΕΙ για να τονίσει το πρόβλημα που δημιουργεί στην ομαλή λειτουργία των ιδρυμάτων η ελλιπής αναπλήρωση αυτών που συνταξιοδοτούνται. Oμως θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί παράλληλα και στο κατά πόσο ορθολογικός είναι ο κρίσιμα απαραίτητος αριθμός διδασκόντων για κάθε τμήμα, όταν όπως λέγεται η ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ έχει το παγκόσμιο ρεκόρ αριθμού καθηγητών, και όταν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των ΑΕΙ από την ΑΔΙΠ, σχεδόν όλοι οι ξένοι κριτές αναφέρθηκαν στον υπέρμετρα μεγάλο αριθμό μαθημάτων των προγραμμάτων σπουδών. Aλλωστε, κυκλοφορούσε η φήμη ότι για κάθε διδακτορική διατριβή των διδασκόντων έμπαινε και αντίστοιχο μάθημα στο πρόγραμμα. Να υπενθυμίσω τη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Κ» της «Καθημερινής» νυν καθηγητής πληροφορικής στο ΜΙΤ, όπου δήλωσε ότι ων μεταπτυχιακός φοιτητής στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ διαπίστωσε ότι το προπτυχιακό πρόγραμμα που αυτός τελείωσε στο ΕΜΠ είχε τρεις φορές (!) περισσότερα μαθήματα από όσα προπτυχιακά μαθήματα δήλωναν οι συμφοιτητές του προερχόμενοι από αντίστοιχα προγράμματα άλλων πανεπιστημίων. Σχολίασε μάλιστα ότι ο κατακερματισμός αυτός της ύλης περιόριζε την εις βάθος μάθηση. Μήπως με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης που περνάει η χώρα, θα ήταν σκόπιμο να αναθεωρηθεί προς το ορθολογικότερον η διαδικασία σύνταξης προγραμμάτων σπουδών στα ΑΕΙ;
Σταματης Παλαιοκρασας – Φάρος, Αυλίδας
Στη Χώρα των Αρίστων!
Κύριε διευθυντά
Πήρα διδακτορικό από το Κολέγιο Goldsmiths, δηλαδή εκεί όπου οι μαύροι Βρετανοί, οι γυναίκες και όλα τα «άλλα» εκδικούνται θεσμικά την Οξφόρδη, που ούτε καν πρόγραμμα σπουδών για πολιτισμικές σπουδές έχει, γιατί ακόμη και σήμερα δεν αναγνωρίζει ότι παράγουμε του ιδίου είδους γνώση. Για τα αγοράκια του Κολλεγίου Αθηνών, των Αναβρύτων και του Πειραματικού, τους Μπενάκηδες, τους εθνικούς ευεργέτες, τους μεγάλους επιστήμονες και τους σοφούς διανοούμενους δεν είμαστε άξιες (εκτός από την Πηνελόπη). Ναι, είναι αλήθεια, στην Ελλάδα η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι άκρως σεξιστική: σε επίπεδο προγραμμάτων σπουδών, σε επίπεδο διδασκόντων, σε όλα. Και αντίθετα με άλλες χώρες, δεν έγινε ούτε ζητήθηκε μια πολιτισμική ή άλλου είδους κάθαρση το ’70. Μισό αιώνα μετά, μας επιβάλλεται μία συζήτηση περί αρίστων, μια αφήγηση που στερείται νομιμότητος από τότε που ο φεμινισμός και το μετα-αποικιοκρατικό κίνημα άνοιξαν τον δρόμο για τον εκδημοκρατισμό της παιδείας, απαγορεύοντας στους λευκούς άνδρες των προνομίων να προτεραιοποιούν δομικά την εμπειρία τους. Συντηρούμε την απόλυτη φαντασίωση αναξιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι άντρες είναι αυτοί μέσα στους οποίους κρύβονται οι μεγαλοφυΐες, οι άριστες ιδέες (όπως αυτές για την παιδεία άλλωστε), και η κοινωνία οφείλει να απεγκλωβίσει αυτές τις ιδιοφυΐες.
Η αφήγηση περί αριστείας είναι τόσο εξαιρετικά σεξιστική και ελιτίστικη που δεν έχει προσεγγίσει, πόσο μάλλον εννοιολογήσει, τον υλικό πολιτισμό της μεταπολίτευσης, μέρος της οποίας είναι και η εκπαιδευτική πολιτική. Μας θέλει πολιτισμικά υποκριτές, αφού αρνείται δομικά τη σχέση υλικού πολιτισμού και παιδείας, τηλεόρασης και μόρφωσης, καλλιέργειας και εκπαιδευτικής πολιτικής και έμφυλων δομών με όλα αυτά, θεωρώντας τις εμπειρίες της καθημερινής ζωής και τις ταυτότητές της τον περίφημο «χαμηλό παρονομαστή». Μας επιβάλλει ένα πρόγραμμα «εκπολιτισμού» για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, δηλαδή την πολιτισμική ταυτότητα και την εμπειρία των κοριτσιών, τις πολύ σοβαρές δομές ανισότητας και τη δομική έμφυλη αναξιοκρατία στο εκπαιδευτικό σύστημα, λες κι ο κυνηγός μαγισσών Λοβέρδος, οι μεσοαστοί πατεράδες που παίρνουν τηλέφωνο για να τους γράψουμε μία εργασία επί πληρωμή ή οι κοπέλες που τα φτιάχνουν με δασκάλους για ένα βαθμό δεν υπάρχουν.
Ο ελιτισμός τους εκφράζεται ανυποψίαστα με ποικίλους τρόπους, από την αυθαίρετη συσχέτιση με την αξιοκρατία, μέχρι φαλλοκεντρικά φετίχ, όπως η σχέση κομματικών και φοιτητικού κινήματος (γιατί το «πέσιμο» των καθηγητών είναι λιγότερο σημαντικό…) ή και με άρθρα που ωμά προτεραιοποιούν το ανδρικό προνόμιο της εμπειρίας του πλέον κλειστού «boys’ club» της χώρας, του Κολλεγίου Αθηνών, το οποίο έχει βγάλει από τις τάξεις του δυσανάλογα μεγάλους αριθμούς πολιτικών (χονδρικά 150 βουλευτές και υπουργούς – τα Ανάβρυτα, το Πειραματικό και η Βαρβάκειος αντίστοιχους «αρίστους»), αγνοώντας ότι π.χ. οι γυναίκες της ίδιας ηλικίας του Κολλεγίου Θηλέων και οι Αρσακειάδες καταδικάστηκαν στο τσάι, τη συμπάθεια και τη φιλανθρωπία. Η υπόθεση προτεραιοποίησης είναι ότι η δική τους πολιτισμικά κυρίαρχη ταυτότητα οφείλει να ορίζει την ποιότητα και ότι φυσικά η οποιαδήποτε παθολογία της παιδείας έχει σχέση με την εμπειρία «άλλου», αυτού με τον «χαμηλό παρονομαστή».
Μα εδώ δεν έχουν απαγορευτεί τα βαμμένα νύχια στο ελληνικό σχολείο και μιλάτε για αριστεία; Εδώ δεν υπάρχει ειδικό μέρος για να πετάξει ένα κορίτσι τη σερβιέτα του όταν πρωτοαδιαθετήσει σε ένα σχολείο ή να απευθυνθεί σε κάποιον εάν μείνει έγκυος στα 14, μου μιλάτε για «πρότυπα» σχολεία;
Θα επιμείνω, μια που η ιστορία προνομίων με έφερε σε θέση να μπορώ να στηρίζω αυτό που μου έμαθε ο Stuart Hall: Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η ιδέα της αριστείας που και καλά εκκολάπτεται μέσα σε ένα μαθητή, η ίδια η ιδέα της κυριαρχίας και του μεγαλείου, η ίδια η ιδέα της υπερτέρησης είναι μία ιδέα που δεν χρειάζονται οι μαθήτριές μας.
Κοριννα Πατελη – Επιχειρηματίας
Αναδρομικά ευχαριστήρια
Kύριε διευθυντά
Ανασκαλεύοντας τη βιβλιοθήκη του γιου μας ανέσυρα με συγκίνηση ένα σπουδαίο βιβλίο, με την αφιέρωση: «Στον Ηρακλή ευχόμενος λαμπρή σταδιοδρομία» Επαμεινώνδας Πανάς.
Το πόνημα αυτό φέρει τον τίτλο «Το Λαυρεωτικό ζήτημα και η ίδρυση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών – Μία στατιστική ανάλυση». Επαμεινώνδα Ε. Πανά, Αν. Καθηγητού Οικονομικού Παν/μίου Αθηνών και Χρ. Π. Μπαλόγλου, Διδάκτορος Παν/μίου Φρανκφούρτης.
ΑΘΗΝΑ 1994. Το βιβλίο αναφέρεται στη διαμόρφωση του θεσμού του ΧΑΑ από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και ιδίως στα γεγονότα που οδήγησαν στην ίδρυσή του, που συνήθως αναφέρονται ως «Λαυρεωτικό ζήτημα». Eτσι, με καθυστέρηση είκοσι και πλέον ετών, τους ευχαριστώ, και ιδιαίτερα τον κ. Πανά, για το πνευματικό τους δώρο στον γιο μου αλλά και στις επερχόμενες γενιές.
Ο κ. Πανάς, που μέχρι σήμερα βρίσκεται στις επάλξεις, μας διαφωτίζει από τηλεοράσεως, με προσιτή –στον απλό Eλληνα πολίτη– διαύγεια για τα τεκταινόμενα στην ταλαιπωρημένη αλλά υπερήφανη χώρα μας.
Νικος Ηρ. Τσωνος – Λαύριο
Απάντηση για τη Ρωσία
Κύριε διευθυντά
Αν και είναι τολμηρό να απαντάς σ’ έναν αειθαλή ακαδημαϊκό και πολυσέβαστο δάσκαλο, όπως ο κ. Κ. Δεσποτόπουλος, είμαι υποχρεωμένος να συμπιέσω τα αισθήματα σεβασμού προς το πρόσωπό του και να επαναλάβω όσα υποστήριξα –και είναι η γνώμη μου αυτή– ενώ ο κ. Δεσποτόπουλος δεν αναφέρθηκε ούτε καν στο όνομά μου, ως συντάκτη της επιστολής, που του δίδει αφορμή για να γράψει όσα υποστηρικτικά έγραψε στην επιστολή του για τη στάση της Ρωσίας προς τη χώρα μας κατά το παρελθόν.
Μονολότι στην επιστολή μου κάνω λόγο για επιχειρήματα από το μακρινό και το πρόσφατο παρελθόν, χωρίς να τα μνημονεύω αυτά, τούτα μόνο θα μπορούσα να μνημονεύσω, ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε χάσει το χέρι του στους Ναπολεόντειους Πολέμους, τους οποίους διεξήγαγε η Ρωσία κατά του Ναπολέοντα. Κι όμως, όταν τον διέγραψε από στρατηγό του ρωσικού στρατού, ξέχασε τη θυσία του αυτή. Την περίοδο 1877-78 που η Ρωσία διεξήγαγε πόλεμο κατά της Τουρκίας, σταμάτησε ο πόλεμος αυτός έξω από τον Αγ. Στέφανο, προάστιο της Κων/λεως. Εκεί συνήφθη η φέρουσα το όνομα του προαστίου Κων/λεως συνθήκη. Αλλά, στη συνθήκη αυτή ανεγνωρίζετο η μεγάλη Βουλγαρία, στην οποία υπήγετο και η ελληνική Μακεδονία. Ευτυχώς, η μετ’ ολίγον συνθήκη του Βερολίνου ακύρωσε τη συνθήκη αυτή του Αγ. Στεφάνου. Δεν αναφερόμαστε στη στάση της Σοβ. Ενωσης απέναντι στην Ελλάδα, μολονότι ο ρωσικός λαός διέκειτο και διάκειται ευμενώς προς την πατρίδα μας, λόγω της ομοδοξίας μεταξύ των λαών, του ρωσικού και του ελληνικού. Τέλος, θα ήθελα να πω στον σεβαστό ακαδημαϊκό ότι εξέφρασα τη γνώμη μου για τη στάση του Ελληνα ΥΠΕΞ, όπως και ο ίδιος έχει τις αντιρρήσεις του, οι οποίες είναι σεβαστές, αλλά επιλεκτικές λόγω διαφοράς ως προς τις πολιτικές μας αντιλήψεις.
Αυτά τα ολίγα σε απάντηση των όσων υποστήριξε ο Κων/νος Δεσποτόπουλος.
Δρ Παναγιωτης Φουγιας – Κάτω Ασσος, Κορινθία
Εθνική υπερηφάνεια
Κύριε διευθυντά
Σε σημερινή συζήτηση με φίλο μου πάνω στην επικαιρότητα, αναφέρθηκα στο δημοσίευμα της «Κ» για την αντίδραση του Σεβασμιωτάτου Καλαβρύτων στην απαράδεκτη στάση του Σόιμπλε κ.ά. στη θέση της κυβέρνησης ότι θα σεβαστεί τη λαϊκή εντολή και ότι αξιώνει αλλαγή πλεύσης από τους λεγόμενους «εταίρους» μας. Ο Σεβασμιώτατος, εκδηλωτικός όπως είναι συνήθως, δήλωσε: «Λεβέντη Τσίπρα, με έκανες εθνικά υπερήφανο», προσθέτοντας και όλα όσα αναφέρετε στο άρθρο. Ο φίλος μου αντέδρασε με απροσδόκητη αφέλεια, λέγοντας ότι η εθνική υπερηφάνεια δεν τρώγεται, εννοώντας, προφανώς, ότι δεν έχουμε περιθώρια διαπραγμάτευσης και αν θέλουμε να συνεχιστεί η χρηματοδότησή μας, πρέπει να κάνουμε αυτά που ζητούν από την Ευρώπη. Επειδή ο Σεβασμιώτατος, προς τιμήν του, διερμηνεύει, κατά τη γνώμη μου, το κοινό αίσθημα, όπως και οι αυθόρμητα συγκεντρωθέντες πολίτες στο Σύνταγμα και στον Λευκό Πύργο, δήλωσα στον «ενδοτικό» φίλο μου ότι, ναι, η εθνική υπερηφάνεια τρώγεται! Η γενιά μου, πέντε χρόνων το 1941, έζησε την πείνα και τον τρόμο της γερμανικής κατοχής, είδαμε τους πατέρες μας να εκτελούνται στον τοίχο, είδαμε τα καλυβόσπιτά μας να καίγονται και δεν το βάλαμε κάτω. Μας έτρεφε, ναι, η εθνική υπερηφάνεια και η πίστη ότι η πατρίδα μας θα απελευθερωθεί, όπως και έγινε. Την ηττοπάθεια διαδέχονται μια εθνική ανάταση, μια αποφασιστικότητα και μια επιμονή να διεκδικήσει η χώρα μας αυτά που δικαιούται ως ισότιμη χώρα της Ε.Ε., διασφαλίζοντας «ως αντάλλαγμα» γενναίες μεταρρυθμίσεις στο κράτος και τους θεσμούς, ένα δίκαιο και ελκυστικό για επενδύσεις φορολογικό και διοικητικό σύστημα, πάταξη της γραφειοκρατίας της φοροδιαφυγής και της διαπλοκής και πλήρη διαφάνεια στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, δηλαδή, όλα τα αυτονόητα. Θεωρώ ότι ο Σεβασμιώτατος εκφράζει όλους τους Eλληνες.
Δρ Θανασης Φροντιστης – Οικονομολόγος – Συγγραφέας
