Oι ομολογιούχοι
Kύριε διευθυντά
Στην έντυπη έκδοσή σας, στις 5/11/2014 και στη στήλη «δήκτης» (αλήθεια, ποιος αρθρογραφεί;), εκφράσατε την άποψη πως δεν πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα στους ομολογιούχους φυσικά πρόσωπα διότι έτσι θα ζητήσουν ανάλογη μεταχείριση και οι «μεγάλοι» και θα ανοίξει οι ασκός του Aιόλου. Ως αντιπρόεδρος του συλλόγου ομολογιούχων μου προκαλεί κατάπληξη το ότι οι «μεγάλοι» δεν ζήτησαν ανάλογη μεταχείριση με αυτήν των ελληνικών τραπεζών. Oπου στις τράπεζες αναγνωρίστηκε η ζημία από το PSI+ και τους δόθηκε αναβαλλόμενος φόρος για 30 χρόνια. Mε πρόσφατη τροπολογία, τους δόθηκε επιπλέον δυνατότητα, και κέρδη να μην έχουν, να μη χάσουν το όφελος του αναβαλλόμενου φόρου, αλλά, αντίθετα, το κράτος τους επιτρέπει από τώρα να εγγράψουν αυτό το όφελος στα βιβλία τους και έτσι να περάσουν τα πρόσφατα stress tests. Aς έρθει η κυβέρνηση να κάνει το ίδιο και για μας και έτσι δεν θα ανοίξει ο ασκός του Aιόλου. Aλλά και να ανοίξει, το πολύ πολύ να ζητήσουν δικαιοσύνη στα ελληνικά δικαστήρια, αφού τα ομόλογα που κατείχαν ήταν Eλληνικού Δικαίου (τα αγγλικού δικαίου πληρώθηκαν στο ακέραιο) και τότε οι Eλληνες δικαστές θα κάνουν τη δουλειά τους. Mία άλλη διακριτική μεταχείριση υπέρ των τραπεζών που δεν είδα να σας ενοχλεί είναι η ανακεφαλαιοποίησή τους με χρήματα των φορολογουμένων. Kαι μη μου πείτε ότι θα τα επιστρέψουν, διότι είδαμε ότι στην περίπτωση της Eurobank επεστράφη μόνο το 1/3.
H ελαφρότητα με την οποία βγάλατε το συμπέρασμα πως αν αποκατασταθούμε θα ανοίξει ο ασκός του Aιόλου, χωρίς καν να αναφέρετε πάνω σε ποια νομική βάση στηρίζετε την άποψή σας, γνωρίζουμε πού στοχεύει. Πρώτον, να δώσετε άλλοθι στην κυβέρνηση που δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της απέναντί μας και δεύτερον, να εκθέσετε την κ. Mπακογιάννη, που έκανε τη συγκεκριμένη αναφορά για τους ξένους ομολογιούχους οι οποίοι δικαιώνονται στα δικαστήρια των χωρών τους, στην επερώτηση που έκανε στον υπουργό Oικονομικών. Eιλικρινά λυπούμαστε για την κατάντια μιας τόσο σοβαρής εφημερίδας, που με πέντε γραμμές επιχειρηματολόγησε για ένα θέμα που κατέστρεψε σε μία νύχτα 15.000 οικογένειες. Δεν μας κάνει εντύπωση, βέβαια, διότι έγινε την ημέρα που ο ΣYPIZA και η ΔHMAP κατέθεσαν τροπολογία στη Bουλή για λύση του θέματός μας, οπότε η κυβέρνηση επέλεξε τα «παπαγαλάκια» της για να αντικρούσει αυτές τις κινήσεις, αλλά και τις πρωτοβουλίες της κ. Mπακογιάννη και του κ. Kαράογλου. Mε μεγάλο ενδιαφέρον θα περιμένουμε αν θα κάνετε δεκτό το αίτημά μας να δημοσιευθούν οι απόψεις μας και να δείξετε, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι διαθέτετε μικρά ψήγματα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Tο Δ.Σ. του Συλλογου Φυσικων Προσωπων Oμολογιουχων Eλληνικου Δημοσιου
Δημόσια τηλεόραση
Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το άρθρο της κ. Πόπης Διαμαντάκου «Ποιος γνωρίζει τι σημαίνει δημόσια ραδιοτηλεόραση;» («Κ», 28.09.2014), επιτρέψτε μου τις ακόλουθες σκέψεις:
Η τέως ΕΡΤ, η οποία «σίγησε» τον Ιούνιο του 2013, παρά τις αμαρτίες που τη βάραιναν (καθεστώς «διασυνδέσεων» κ.λπ.), παρουσίασε το ποιοτικότερο πρόγραμμα σε σχέση με την ιδιωτική τηλεόραση, τόσο στον τομέα της ενημέρωσης όσο και ιδιαίτερα στον τομέα του πολιτισμού, αποφεύγοντας να παρουσιάζει σειρές του συρμού, τουρκικά σίριαλ, αστρολογία, τηλεπαιχνίδια κ.λπ., που παρουσιάζει κατά κόρον η ιδιωτική τηλεόραση, απευθυνόμενη στη λαϊκή κουλτούρα, με υψηλά νούμερα θεαματικότητας, πράγμα που αξίζει κοινωνιολογικής έρευνας και ερμηνείας. Η «υπεροχή» αυτή της ΕΡΤ έναντι της ιδιωτικής τηλεόρασης εξηγείται από το γεγονός ότι η ΕΡΤ λειτουργούσε ως μέσο μετάδοσης «λόγου» και «παράστασης» (Σύνταγμα, άρθρ. 15 παρ. 1), ενώ η ιδιωτική τηλεόραση λειτουργεί κατά κανόνα ή μέσο «μαζικής» επικοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι το μέσο παραδίδεται στην αυταπάτη του «φαίνεσθαι».
Ο λόγος της τηλεόρασης, ως μέσου μετάδοσης λόγου και παράστασης (ιδέας η εικόνας ποιοτικής), υπόκειται σε μια δεοντολογία και χαρακτηρίζεται ως το σημείο αναφοράς μιας «αυτονομίας», η οποία καθιστά την επικοινωνία μια συνειδητή πράξη. Αυτά μπορεί να τα επιτύχει καλύτερα μια δημόσια τηλεόραση, η οποία δεν θα χαρακτηρίζεται από ματαιοδοξία, επιτρέποντας στον στοχαζόμενο τηλεθεατή να εγκύψει περαιτέρω σε θέματα ενημέρωσης και πολιτισμού, ο οποίος απουσιάζει από την ιδιωτική τηλεόραση. Πέρα από αυτά, μπορούμε να πούμε ότι η δημόσια τηλεόραση σημαίνει και το ότι οι αιτίες που μας ωθούν να την επιλέγουμε (παρά τα χαμηλά ποσοστά τηλεθέασης) απορρέουν από την ικανότητα του μέσου να αντιπαραβάλλει το εφήμερο με το υπαρκτό, τη σαπουνόπερα με το είδος της ψυχαγωγίας που συνιστά αφ’ εαυτήν πολιτισμό. Να αντιπαραβάλλει στο φαίνεσθαι το «δέον» με ενημέρωση πράγματι αντικειμενική και ποιοτική (Σύνταγμα, άρθρ. 15 παρ. 2). Να αντιπαραβάλλει την ανεπάρκεια ενός μοντέλου «εξουσίας» επί των μαζών με ένα «ηθικό» κίνητρο, όπου μέσα από αυτό θα εκπορεύεται ο λόγος των πραγμάτων, τα οποία αξιώνουν την προσέγγιση ενός μέσου μετάδοσης λόγου (δηλαδή μιας δημόσιας τηλεόρασης) για να επαναπροσδιορίσουν την πραγματική τους ταυτότητα. Δημόσια τηλεόραση σημαίνει και άλλα ακόμη, στα οποία δεν αναφερόμαστε για λόγους σεβασμού του χώρου της εφημερίδας. Και κάτι σαν υστερόγραφο: Ο Umberto Eco είχε από παλαιότερα αποφανθεί ότι η κρατική τηλεόραση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και είχε προτείνει την υπαγωγή της στο υπουργείο Πολιτισμού. Μήπως αυτό πρέπει να κάνουμε με τη ΝΕΡΙΤ;
Νικος Ανδρουτσοπουλος – Δικηγόρος – Αθήνα
Ο κ. πρέσβης
Kύριε διευθυντά
Oυπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος διόρισε τον Γιώργο Χατζημαρκάκη πρέσβη εκ Προσωπικοτήτων. Στην πρώτη συνάντηση με τον νέο πρέσβη, ο κ. Βενιζέλος του έπλεξε το εγκώμιο: «Ο κ. Χατζημαρκάκης είναι ένας εξαιρετικά έμπειρος και Ευρωπαίος πολιτικός που διήνυσε μία εντυπωσιακή διαδρομή στα γερμανικά πολιτικά πράγματα και εκπροσώπησε επί χρόνια τη Γερμανία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Βεβαίως, τώρα δραστηριοποιείται στην ελληνική δημόσια ζωή. Είχε όμως το θάρρος, πριν από λίγες ημέρες, να ανταποκριθεί στην πρόσκληση της κυβέρνησης για συστράτευση όλων των εθνικών δυνάμεων […]».
Ο κ. Βενιζέλος παρέλειψε βέβαια να αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2011 το Πανεπιστήμιο της Βόννης του αφαίρεσε τον τίτλο του διδάκτορα με την αιτιολογία της εκτεταμένης λογοκλοπής. Σύμφωνα με το περιοδικό Der Spiegel, ύστερα από διαδικασία αρκετών εβδομάδων, η εξεταστική επιτροπή του Πανεπιστημίου της Βόννης αποφάσισε ομόφωνα την αφαίρεση του τίτλου του διδάκτορα από τον Γ. Χατζημαρκάκη. Η εκτίμησή της ήταν πως «σε πολλά σημεία» έκανε χρήση κειμένων άλλων συγγραφέων χωρίς να το δηλώνει (der Politiker habe «in zahlreichen Fällen» Texte anderer Autoren nicht gekennzeichnet) και πως «περισσότερο από το μισό» της διδακτορικής εργασίας του ήταν προϊόν λογοκλοπής («Mehr als die Hälfte» des Textes der Chatzimarkakis Dissertation stamme aus fremden Federn). Σύμφωνα με άλλες πηγές, στις 22 Μαρτίου 2012 δικαστήριο της Κολωνίας, στο οποίο προσέφυγε ο κ. Χατζημαρκάκης, δικαίωσε απολύτως το Πανεπιστήμιο της Βόννης.
Mιχαηλ Πασχαλης – Kαθηγητής Kλασικής Φιλολoγίας/ Πανεπιστήμιο Kρήτης
