«Χάσαμε το τρένο»
Κύριε διευθυντά
Τον Ιούνιο του 2014 δημοσίευσα άρθρο μου με τίτλο: «Μη σφυρίζουμε αδιάφορα στο Τρένο». Στο άρθρο αυτό έκανα αναφορά στην αναγκαιότητα να βγει από την απομόνωση το Αγρίνιο και να τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης. Επισήμανα ότι οφείλουμε να αναδείξουμε το Αγρίνιο σε Σιδηροδρομικό και Εμπορευματικό Κόμβο της Δυτ. Ελλάδας και να καταστεί έτσι κομμάτι μιας μελλοντικής σύνδεσης με τη Στερεά Ελλάδα με πολλαπλάσια οφέλη. Προέτρεπα να υλοποιηθεί ο κάθετος Δυτικός Σιδηροδρομικός Aξονας Αντίρριο – Ηγουμενίτσα ως έργο εθνικής προτεραιότητας, όπου παράλληλα με τον βόρειο άξονα, θα συνδέεται άρρηκτα με τη χάραξη της Σιδηροδρομικής Εγνατίας, ενώνοντας σημαντικά λιμάνια – εμπορικές πύλες της Δυτικής Ελλάδας στην Ευρώπη, την Πάτρα, το Πλατυγιάλι και την Ηγουμενίτσα, με μέσο σταθερής τροχιάς. Eνα έργο πνοής κυρίως για τη Δυτική Στερεά και την Hπειρο.
Θα καθιστούσαμε με αυτόν τον τρόπο το Αγρίνιο ένα σύγχρονο διαμετακομιστικό κέντρο προκειμένου να αυξηθούν οι εξαγωγικές δυνατότητες, η παραγωγική ανασυγκρότηση και η τουριστική κίνηση, παράλληλα με την καθημερινότητα των πολιτών της Δυτ. Ελλάδας και της Ηπείρου. Θα προσδίδαμε (όπως κατ’ επανάληψη έχω τονίσει) στο Αγρίνιο φυσιογνωμία, θα αποκτούσε αναφορική υπόσταση στον ελλαδικό και παγκόσμιο χάρτη συγκοινωνιών.
Eκρουα κατά αυτό τον τρόπο των κώδωνα του κινδύνου, φτάνοντας στα αυτιά μου διάφορες πληροφορίες για απένταξη-εγκατάλειψη από τον πάγιο αρχικό σχεδιασμό της σιδηροδρομικής σύνδεσης της Δ. Ελλάδας με την υπόλοιπη χώρα. Δυστυχώς ο Δυτικός σιδηροδρομικός άξονας σε πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό, με τις ευθύνες να βαραίνουν όχι μόνο τη (συγ)κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο αλλά το σύνολο των φορέων της περιοχής. Παράλληλα τα υπόλοιπα έργα με ορίζοντα υλοποίησης το 2016 χρηματοδοτούνται με περίπου 600 εκατ. ευρώ. Σε μια εποχή οικονομικής κρίσης και βαθιάς ανεργίας αντιλαμβανόμαστε όλοι τη σημαντικότητα της διενέργειας ενός τόσο σπουδαίου έργου σε συνδυασμό με τα μετέπειτα οφέλη. Με τα λάθη, τις παραλείψεις, το έλλειμμα διεκδίκησης καταδικάζουμε κατά αυτόν τον τρόπο το Αγρίνιο και την ευρύτερη περιοχή για άλλη μια φορά στην απομόνωση και στην υπανάπτυξη.
Πρέπει με κάθε δυνατό μέσο να διεκδικήσουμε όσα οραματιζόμαστε για τον τόπο μας, όσο κοινότοπο και αν ακούγεται αυτό σε κάποιους.
Βασιλειος Φ. Φωτακης – Δημοτικός Σύμβουλος Αγρινίου
Χώρα εργατικών εραστών και άσβεστων ονείρων
Kύριε διευθυντά
Μέρα συνηθισμένη. Ρουτίνα, τρέξιμο, άγχος… Aγχος να προλάβουμε. Και κάπου εκεί στο πρωινό μιας ασήμαντης βουβής συνηθισμένης γεμάτης σκοτούρες ημέρας, στα μέσα της εθνικής οδού Λάρισας – Αθηνών, το μυαλό σταματά και ξαφνικά γεμίζει σκέψεις… Βουβές, αλλά καθαρές. Σταματώ με το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και αρχίζω να τις καταγράφω.
Σκεφτόμουν μια κουβέντα που έκανα με φίλους, συνομηλίκους εικοσιπεντάρηδες, την προηγούμενη εβδομάδα στα Χανιά, στην πισίνα ενός ξενοδοχείου μετά τη δουλειά. Συζήτηση που αφορούσε την Ελλάδα. Αφορούσε τα αισθήματά μας γι’ αυτήν. Συζήτηση αυθόρμητη, ειλικρινής, αγνή, καθαρή… Τελικά τι είναι για εμάς η Ελλάδα; Η απάντηση πολυγνωμική, πολυπρισματική και πολυδιάστατη. Είναι η χώρα όπου συνηθίσαμε να ζούμε; Είναι μια συνήθεια; Είναι η χώρα του πολιτισμού; Της φιλοσοφίας; Της παγκόσμιας πνευματικής ανάτασης; Η χώρα των μυαλών; Των αθλητικών επιτευγμάτων; Η χώρα της φέτας και του μουσακά; Η ναυαρχίδα των αξιών και της ηθικής; Η χώρα των πολιτικών; Των κομμάτων; Των σκανδάλων; Των offshores; Των μπαταχτσήδων; Των χαμένων ευκαιριών; Ή χώρα-μαγαζί γωνία; Ή χώρα-θύμα; Ή μήπως είναι η χώρα των εραστών; Των ονειροπόλων βουβών εραστών ; Μήπως είναι όλα αυτά; Κάθομαι και σκέφτομαι πως, στην τελική, αυτό ισχύει. Ναι, η Ελλάδα είναι όλα αυτά. Είναι το μεσογειακό ταμπεραμέντο που εκδηλώνεται σε όλες του τις εκφάνσεις, στον ύψιστο βαθμό, μέσα από τον λαό μας. Και όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, όταν όλα αυτά δεν συνοδεύονται από οργάνωση, μεθοδικότητα και σκληρή αέναη δουλειά –σε σημείο μοναχισμού– επέρχεται η κάθε μορφής πτώση. Πτώση που ο ελληνικός λαός υφίσταται τα τελευταία χρόνια χωρίς να είναι άμοιρος ευθυνών, αλλά χωρίς αυτό να νομιμοποιεί την παροιμία «τώρα που βρήκαμε παπά ας θάψουμε πέντ’-έξι». Πτώση που επέφερε πείνα, φτώχεια, βία, γκρίνια, χωρισμούς, καταβαράθρωση κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, καταστροφή ονείρων, αφανισμό ελπίδας και γενικότερα μηδενισμό προοπτικής. Είναι πραγματικά οδυνηρό για έναν άνθρωπο να βρίσκεται με το 1,5 πόδι στο κενό, όταν μάλιστα, όσο καλή θέληση και να έχει ο διπλανός του να τον σώσει, δεν μπορεί αφού και εκείνος βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση.
Και τώρα η λύση;
Η αλλαγή πλεύσης, που συνεπάγεται αλλαγή νοοτροπίας, κουλτούρας, πράξεων, ενεργειών. Ο καθένας από εμάς να μάθει ατομικά να συμμορφώνεται όχι τόσο με τους ισχύοντες θεσπισμένους κανόνες αλλά με μια συμπεριφορά που θα έχει στόχο το γενικό καλό και την κοινωνική ανάταση. Βέβαια, όταν η συμπεριφορά συνάδει και με τους ισχύοντες θεσπισμένους κανόνες, είναι ιδανικό. Αλλά πάνω από όλα, για να υπάρξει κάτι καλό στο τέλος πρέπει να υπάρχει κίνητρο, ελπίδα, φως, νερό, φύση, μουσική, έμπνευση, καρδιά. Να υπάρξει στόχος. Και αυτό επέρχεται μόνο μέσα από τον ρομαντισμό και τα όνειρα. Επέρχεται μόνο μέσα από τους εραστές. Τους ανθρώπους δηλαδή που παθιάζονται με αυτό που κάνουν και δίνουν ένα μείγμα αγάπης, αφοσίωσης, ρίσκου, ονείρου και σκληρής δουλειάς ώστε να είναι οι καλύτεροι. Τους εραστές που μεταδίδουν το πάθος του ιδεώδους. Συνεπώς, για να απαντήσουμε στο αρχικό μας ερώτημα, η Ελλάδα πρέπει να γίνει η χώρα των εργατικών εραστών. Διότι τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν.
Μαστρονικολος Γιωργης – Γεωπόνος ΑΠΘ – Msc εντομολόγος ΠΘ
Η απεμπόληση ποιων δικαιωμάτων;
Κύριε διευθυντά
Μετά τις τιμές που του επιφύλαξαν οι κάτοικοι των Μητροπόλεων της Β. Ελλάδος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος δεν αρκέστηκε σ’ αυτές, έκανε και τις δηλώσεις του (Βλ. «Κ», 25/9), οι οποίες, ούτε λίγο ούτε πολύ, αναβίωσαν το εκκλησιαστικό κλίμα, το οποίο, πάλι με δική του αξίωση, δημιουργήθηκε στην Ελλάδα, όπως την περίοδο 2003-2004. Δεν πρόκειται να μακρηγορήσουμε πάνω στις δηλώσεις του κ. Βαρθολομαίου σαν κι αυτές: «Δεν πρόκειται το Οικουμενικό Πατριαρχείο να απεμπολήσει τα δικαιώματά του επί των Μητροπόλεων των ονομαζόμενων “Νέων Χωρών…”. Εις ουδένα επιτρέπομεν να αμφισβητήσει τα απ’ αιώνων απαράγραπτα δικαιώματα του Οικουμενικού Θρόνου περί ων πρόκειται Μητροπόλεων».
Φαίνεται ότι η Παναγιότης Του δεν του αρκούνε οι τιμές που του επιδαψιλεύει ο ελληνικός λαός, κάθε τρεις και λίγο που έρχεται στην Ελλάδα και υποβάλλεται η χώρα σε δαπάνες χωρίς να υπάρχει λόγος ουσίας, παραμένει στην αμετακίνητη βούλησή του να διεκδικήσει κυριαρχικά δικαιώματα στις Μητροπόλεις Β. Ελλάδος, Β. Αιγαίου και Ηπείρου (πλην του Νομού Αρτας). Εμείς έχουμε κάνει ενδελεχή μελέτη πάνω στους λόγους της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και της ενσωματώσεως σ’ αυτήν των Μητροπόλεων της Επτανήσου, της Θεσσαλίας και της περιοχής του Νομού Αρτας. Τα συμπεράσματά μας έχουν καταχωρισθεί στο έργο μας «Φανάρι – Αθήνα, Παραλειπόμενα», εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσ/νικη 2004. Παρά τη φαινομενική εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ Φαναρίου και Αθήνας και αφού είχαν παρθεί εκείνες οι μεσαιωνικές αποφάσεις του Φαναρίου κατά του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου, έχουμε σημειώσει στο μνημονευθέν ήδη έργο μας, «ότι οι διαφορές αυτές θα απασχολούν το Φανάρι και την Αθήνα για πολύ καιρό ακόμη, με νέες διεκδικήσεις από την πλευρά του Φαναρίου (και) ότι η πρόβλεψη αυτή δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε ανεδαφική» (σελ. 77). Η πρόβλεψή μας βγήκε αληθής, με τις δηλώσεις που έκανε από τη Β. Ελλάδα ο κ. Βαρθολομαίος. Αλλά δεν μας είπε πώς έγιναν οι ενσωματώσεις εκκλησιαστικώς στην Εκκλησία της Ελλάδος της Επτανήσου, της Θεσσαλίας, της Αρτας και επί τη βάσει ποιων κανόνων έγιναν; Εχει αποσιωπήσει τις θυσίες των Ελλήνων για την απελευθέρωση των διαμερισμάτων της χώρας μας, που ο ίδιος διεκδικεί […]. Είναι λυπηρό που μας αναγκάζουν οι δηλώσεις της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου να γράψουμε τα παραπάνω, αλλά πρέπει να προσέχει τα λόγια Του, όταν θίγουν την εθνική υπερηφάνεια του ελληνικού λαού και τις θυσίες των πατέρων του για την ελευθερία των Μητροπόλεων της ελληνικής επικράτειας.
Δρ Παν. Φουγιας
O υποψήφιος Πρόεδρος
Kύριε διευθυντά
Tις τελευταίες εβδομάδες, σε επιστολές και άρθρα, εμφανίζονται προτάσεις πολιτών, με ονόματα, καταλλήλων κατά τη γνώμη τους, υποψηφίων για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Mέχρι τώρα, δεν αναφέρεται από κανένα το αυτονόητο, ότι ο υποψήφιος πρέπει να είναι υγιής, σχετικά νέος και ικανός να περατώσει τη θητεία του χωρίς διακοπή. O Πρόεδρος δεν είναι ένας οποιοσδήποτε, π.χ. βουλευτής, που αφήνει τη θέση του (για λόγους υγείας ή θανάτου) και αντικαθίσταται από άλλον.
Δρ Γιωργος Aραμπατζης – Iατρός – Xολαργός
